'Ὁ πολιτισμός μας εἶναι δομημένος ἐντελῶς γενικὰ στὴν καταπίεση τῶν ἑνορμήσεων. Καθένας ξεχωριστὰ ἔχει ἐκχωρήσει ἕνα τμῆμα τῆς ἰδιοκτησίας του, τῆς ἐξουσιαστικῆς του τελειότητας, τῶν ἐπιθετικῶν καὶ ἐκδικητικῶν τάσεων τῆς προσωπικότητάς του· ἐκ τῶν συνεισφορῶν αὐτῶν προέκυψε ἡ κοινὴ πολιτισμικὴ ἰδιοκτησία ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν ἀγαθῶν. Πέρα τῆς βιοτικῆς ἀνάγκης, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὰ μεμονωμένα ἄτομα σὲ α\υτὴν τὴν παραίτηση εἶναι ἀκριβῶς τὰ συναγόμενα ἐκ τοῦ ἐρωτισμοῦ οἰκογενειακὰ συναισθήματα. Ἡ παραίτηση καθίστατο κατὰ τὴν πορεία τῆς πολιτισμικῆς ἐξέλιξης συνεχῶς προοδευτικώτερη· οἱ μεμονωμένες πρόοδοί της ἐπικυρώθηκαν ἀπὸ τὴν θρησκεία· τὸ τμῆμα τῆς ἐνορμητικῆς ἱκανοποίησης, ἀπὸ τὸ ὀποῖο εἶχε παραιτηθεῖ κάποιος, προσεφέρθει ὡς θυσία στὴν θεότητα· τὸ δημιουργηθὲν σχετικῶς κτῆμα ἀνακηρύχθηκε σε «ἱερό». Ὅποιος δυνάμει τῆς ἄκαμπτης ἰδιοσυστασίας του δὲν δέχεται νὰ συμπράξει σὲ αὐτὴν τὴν ἐνορμητικῆ καταπίεση βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν κοινωνία ὡς «ἐγκληματίας», ὡς «outlaw», ἐὰν ἡ κοινωνική του θέση καὶ οἱ ἐξαίσιες ἱκανότητές του δὲν τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ἐπιβληθεῖ ἐντός της ὡς σπουδαῖος ἄνδρας, ὡς «ἥρωας».'

Σίγκμουντ Φρόιντ, Η «Πολιτισμική» Σεξουαλική Ηθική και η Σύγχρονη Νευρικότητα, μτφρ. Γιάννης Παπαχριστόπουλος, εκδ. Opportuna

  'Γαϊουδιρινή  —ὀν(τ)ολογική— θεωρεῖται ἡ ψύχωση κάποιου ποὺ ζητὰ νὰ ἀποκαταστήσει «τὸ κοσμολογικὸ κύρος τοῦ λόγου, ὥστε νὰ ἐκφέρει τὰ διπλὰ ὀνόματα τοῦ παντός», ὑπεισερχόμενος σὲ ἕνα ὀνο-ματολογικὸ θεολογεῖο, ὅπου τὸ ὄνομα «δὲν εἶναι μόνο ἡ τελευταία εκφώνηση, ἀλλὰ ἐπίσης ἡ ἀληθινὴ ἐπίκληση τῆς γλώσσας» (Βάλτερ Μπένγιαμιν, Δοκίμια Φιλοσοφίας τῆς Γλώσσας, εκδόσεις «Νήσος», σ. 39 κ.ἑπ.). Ὁ μόνος ἱκανός νὰ τὴν προσεγγίσει εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ λακανικό λογοπαίγνιο, ὁ psych-âne-lyste: ὁ ψυχ-ονο-λυτής. Ὁ Γιῶργος Χειμωνᾶς, ψυχ-ονο-λυτὴς τοῦ ἑαυτοῦ του, προέκτεινε πεισματικὰ τὸ «σύνθωμα» (sinthome), ὅρο ποὺ εἰσήγαγε ὁ Λακὰν στὸ 23ο ὁμώνυμο σεμινάριό του (1975-1976), ἀναβιώνοντας τὴν παλαιὰ γραφὴ τῆς λέξης «symptôme». (Κατὰ τὸν Λακάν, σύνθωμα εἲναι τὸ σύμπτωμα ποὺ ἐγκλείει τὴν ἀπόλαυσή του. Ἕνα σύνθωμα εἲναι τεχνητό, μὴ ἀναλύσιμο, ἀφροϋδικό.)
   Τὸ «σύνθωμα» τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ ὑπῆρξε ἡ γραφή. Βίωσε τὴ λογοτεχνία ὡς ἀντιστάθμισμα, ὡς ἐπικίνδυνο συμπλήρωμα-ἀναπλήρωση τῆς ἀνεπάρκειας τῆς πατρικῆς λειτουργίας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χειμωνᾶς χειρίστηκε τὴ γραφὴ εἶναι, συνεπῶς, ἀνερμήνευτος. Ἀποκρούει κάθε ἀπόπειρα περιγραφικῆς ὀντολόγησής της, στὴν ὁποία ἔχουν ἐπιδοθεῖ μέχρι σήμερα οἱ μελετητές του, ἐγκωμιαστὲς ἤ νεκρολόγοι του, στοὺς ὁποίους δυστυχῶς συγκαταλέγομαι. Ἐν τούτοις τὸ «σύνθωμα» τοῦ Χειμωνᾶ διαφέρει ἀπὸ τὸ ψυχωτικὸ σύμπτωμα ὡς πρὸς ἕνα σημεῖο: Ἀντὶ νὰ στεγανοποιεῖ τὸ ἄνοιγμα-αἴνιγμα, τὸ ἐξωθεῖ πρὸς ἕνα συντεθειμένο ἀλλὰ ὄχι προβλεπόμενο χάος: τὸν τζοϋσικὸ «χάοσμο». Ἐάν, μάλιστα, δὲν ἀντιληφθοῦμε ὅτι γιὰ τὸν Χειμωνᾶ ὁ «χάοσμος» συνιστᾶ ἤδη, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὸ ἀσυνείδητο, «θεσμικὴ βαθμίδα τοῦ εἰδέναι» (instance du savoir), καὶ ἐὰν δὲν κατανοήσουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκει ὁ Χειμωνᾶς μὲ τὴ γραφὴ εἶναι νὰ «ἀδράξει ἕνα κομμάτι πραγματικό», τότε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὸ μεγαλύτερό του κατόρθωμα: τὴ μεταβολὴ τῆς νεκρῆς, κοινόχρηστης γλώσσας (langue) σὲ λαλέουσα-ἡδυόγλωσσα (lalangue) κα]ι κατόπιν σὲ γλωσσαλκή (élangue), σὲ ἄλκη, ἐλάφι ποὺ σκιρτᾶ μέσα σ’ ἕνα μπωντλαιρικὸ «forêt des symboles»: στὸ κείμενό του. Ἕνα δάσος ποὺ εἶναι γραφτό, στὸ τέλος, νὰ περπατήσει, ὅπως στὸν Μάκμπεθ.'

Γιώργος Βέλτσος, Outre Tombe: «Αλληλογραφία» με τον Γιώργο Χειμωνά, εκδ. Πλέθρον

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ


Το να νιώθεις και να εκφράζεις την εκπληκτική ομορφιά των
     πραγμάτων - τη γη, την πέτρα και το νερό,
Το ζώο, τον άνδρα και τη γυναίκα, τον ήλιο, το φεγγάρι και
     τ᾽ αστέρια -
Την αιματοβαμμένη ομορφιά της ανθρώπινης φύσης, τις
     σκέψεις, τις τρέλες και τα πάθη της,
Και τη δεσπόζουσα πραγματικότητα της μη ανθρώπινης φύσης -
Γιατί ο άνθρωπος είναι μισό όνειρο· θα λέγαμε πως ο άνθρωπος
     είναι φύση που ονειρεύεται, μα ο βράχος,
Το νερό κι ο ουρανός δεν αλλάζουν - η έντονη
Αίσθηση, η έντονη κατανόηση και η έντονη έκφραση της
     φυσικής
Ομορφιάς είναι το μοναδικό έργο της ποίησης.
Τα υπόλοιπα συνιστούν εκτροπή: εκείνα τα ιερά ή ευγενή
     συναισθήματα, οι περίπλοκες ιδέες,
Η αγάπη, η λαγνεία, η λαχτάρα: λόγοι, μα όχι ο λόγος.



Ρόμπινσον Τζέφερς, Φυσική Μουσική, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Γαβριηλίδης



'ἀλλ᾽ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
πᾶσι κυκλοῦσιν, οἷον Ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.

Μένει γὰρ οὔτ᾽ αἰόλα
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε Κῆρες οὔτε πλοῦτος,
ἀλλ᾽ ἄφαρ βέβακε, τῷ δ᾽ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.'


'ΧΟΡΟΣ: Ταρβεῖν μὲν ἔργα δείν᾽ ἀναγκαίως ἔχει,
τὴν δ᾽ ἐλπίδ᾽ οὐ χρὴ τῆς τύχης κρίνειν πάρος.
ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ:  Οὐκ ἔστιν ἐν τοῖς μὴ καλοῖς βουλεύμασιν
οὐδ᾽ ἐλπίς, ἥτις καὶ θράσος τι προξενεῖ.

ΧΟ: Ἀλλ᾽ ἀμφὶ τοῖς σφαλεῖσι μὴ ᾽ξ ἑκουσίας
ὀργὴ πέπειρα, τῆς σε τυγχάνειν πρέπει.

ΔΗ: Τοιαῦτα δ᾽ ἂν λέξειεν οὐχ ὁ τοῦ κακοῦ
κοινωνός, ἀλλ᾽ ᾧ μηδέν ἐστ᾽ οἴκοι βαρύ.
'

*

'Αλλά πόνος και χαρά
κυκλικά γυρίζουν σ᾽ όλους
όπως πάνε και γυρίζουν
τ᾽ άστρα του Βοριά σε κύκλους.

Γιατί όπως στους ανθρώπους
μήτε η μαύρη νύχτα μένει,
μήτε συμφορές χάνονται γοργά,
πίκρα και χαρά έτσι σ᾽ όλους
στρέφουν, έρχονται και φεύγουν.'


'ΧΟΡΟΣ: Πρέπει κανείς να τρέμει τις κακές πράξεις,
μα πριν τελειώσουν, να μη χάνει κάθε ελπίδα.
ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ: Στις αποφάσεις τις ανέμυαλες η ελπίδα
δεν είναι μπορετό να δώσει θάρρος.
ΧΟ: Γι᾽ αυτούς που άθελα σφάλλουν θυμός πράος
ταιριάζει, τέτοιος πρέπει και σε σένα.
ΔΗ: Έτσι δε θα μιλούσ᾽ ο ένοχος, μα εκείνος
που τίποτα κακό δεν τον βαραίνει.'



Σοφοκλής, Τραχίνιαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

'Το όργιο είναι κάτι μοναδικό και όμως αμφίσημο. Σε μια επίπεδη επιφάνεια δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε ένα σωρό σωμάτων και ένα σωρό από σκατά. Από μια μονοδιάστατη οπτική η πράξη του έρωτα δεν έχει καμία σημασία: μια ακίνητη αναπαράσταση του αποτελέσματος μιας καταναλωτικής πράξης. Αυτό που έχει σημασία είναι να βλέπει κανείς στο βάθος των πραγμάτων, να βλέπει σαν να γαμάει. Οι εικόνες δεν είναι απαραίτητα περιγραφικές. Μπορούν να συνίσταται από έννοιες (concepts). Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Ντελέζ και Γκουανταρί οι έννοιες είναι νοητικές, διανοητικές εικόνες. Στη δική μας περίπτωση, εικόνες σεξουαλικής απελευθέρωσηςς και κατανάλωσης σαν μια μορφή εξάληψης. Και πάλι είναι ο σωρός των σωμάτων που έχει σημασία. Η εικόνα ενός σωρού σωμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι το Κακό και η διαφάνειά του. Είναι ο Έρως και η διαφάνειά του. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο Κακό και τον Έρωτα. Το Κακό και ο Έρως ως πολιτισμικές εικόνες. Η κατανάλωση του ανθρώπινου σώματος από ένα άλλο. Η παραγωγή και η επακόλουθη κατανάλωση εικόνων στην Κοινωνία του Θεάματος. Η επιδραστική βάση της «συλλογικής εμπειρίας». 
Το όργιο είναι ενότητα. Ένα παράδειγμα της ενότητας των πραγμάτων-σωμάτων. Όμως είναι μια ενότητα σε κατάσταση αταξίας, μια φαύλη ενότητα. Για τον Μπατάιγ η επιθυμία είναι αντίθετη στην ενότητα. Είναι το μονοπάτι προς την ολοκλήρωσή της, τον αφανισμό της. «Μια ακατάπαυστη επιθυμία επιστροφής στην άμορφη μάζα», όπως έλεγε ο Χέλντερλιν. Στην κοινωνία μας η εικόνα ενός σωρού σωμάτων εκφράζει φρίκη, αθλιότητα, καταστροφή! εν ολίγοις, ανάλωση. Σε έναν τρισδιάστατο χώρο (π.χ. ένα γλυπτό) το όργιο είναι και πάλι αμφίσημο. Είναι μια δημιουργική αλλά αντιηθική πράξη. Είναι μια έκφραση λιμασμένου σεξ, «ένας στρατός εραστών» (Συμπόσιον), μια «απογραφή των αισίως απείρων πιθανοτήτων δεκάδων μηχανών σε συνεργασία μεταξύ τους» (Σούζαν Σόνταγκ, Η πορνογραφική φαντασία).
Μια θεωρία του οργίου είναι παρόμοια με τη θεωρία του κανιβαλισμού, τη θεωρία του περιττώματος (Ιστορία των σκατών). Βασίζεται στην έννοια της υπερβολής ή του ξοδέματος (Μπατάιγ).
      Το όργιο είναι χάρισμα και δώρο.
      Το όργιο είναι ιερό.
      Το όργιο δεν είναι κακό («το κακό δεν είναι παράβαση, είναι παράβαση που καταδικάζεται)».
      Το όργιο είναι μια υπερβολή, μια πράξη (συμβάν) πέρα από τη λογική, στα όρια της σεξουαλικότητας.
      Το όργιο είναι μια προκαταβολική φώτιση.
      Το όργιο είναι ένας ιστός. Είναι άμορφο. «Η ελευθερία είναι άμορφη», έλεγε ο Σαλβαντόρ Νταλί.
      Το όργιο είναι διφορούμενο. Είναι εξίσου ερωτικό και πολεμοχαρές, εξίσου θανάσιμο και ερωτικό.
      Το όργιο είναι θανάσιμα ερωτικό.
      Αν το σεξ είναι εκρηκτική ύλη, το όργιο είναι χάος! Είναι η τελευταία παράσταση. Απαιτεί καταστροφή και έπειτα ανανέωση.'

Χριστόφορος Μαρίνος, Το Όργιο ως Κινηματογραφική Εμπειρία: Έρευνα Πάνω στην Απεικόνιση Μιας Ερωτικής Κιβωτού, εκδ. Futura
The Old Man’s Boat and the Old Man’s Dog (1982) - Eric Fischl

  'Ἐκεῖ ἀκριβῶς, στὰ βάθη, τὸ Πνεῦμα ἁπλώνει τὸ ἀσύλληπτο σῶμα του καὶ ξαγρυπνᾶ σὲ μιὰ ἀκατανόητη ὕπαρξη, ἐκεῖ ἀκριβῶς, κάτω ἀπὸ τὶς λάσπες, τὸ κάθε ἄτομο, ὁ κάθε αἰωρούμενος κόκκος, τριμμένος μὲ τὸν ἄλλο, φέρει ἕνα κομματάκι ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖ νὰ ἀναλογιστεῖ τοὺς ἑλιγμούς, τὶς ἀποθέσεις, τοὺς ἀλλοτινούς του στροβίλους. Μὲ τὸ νὰ κυλάει ὅλα αὐτὰ τὰ χώματα, αὐτὰ τὰ μυριάδες ἄτομα, ὁ ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν συνεχίζει. Τὰ μόρια τῶν μετάλλων σκουριάζουν μὲ ἀργὸ ρυθμὸ καὶ διαλύονται ἀργόσυρτα μέσα στὸ ζωντανό κύμα, παραχωρώντας σ’ ἐκεῖνο τὴ χροιά τους καὶ χάνοντας αὐτὰ κάθε δικό τους γνώρισμα. . . Καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ κοίλωμα τῆς κοίτης ξεπηδᾶ ἔξαφνα μιὰ φούσκα δημιουργημένη ἀπὸ μιὰ μισοξεχασμένη ἔξαρση καὶ κάποια ἀπὸ τὶς ἀναπάντεχες αὐτὲς κινήσεις τοῦ νεροῦ ἀναδύεται ἀπότομα κακακορύφως στὴν ἐπιφάνειά του. Ὁ Μεγάλος Ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του : κάτι ἀπὸ τὸ μυρισμένο Γιουνάν· ἤ, ἀκαθόριστα, μιὰ ξεχασμένη συνεισφορὰ κάποιου ἀπ’ τοὺς παραποτάμους του, κι ὁ Μεγάλος Ποταμὸς ταράζεται μ’ αὐτὴ τὴν ἔξαρση κι αὐτὴ τὴ γεύση ποὺ τοῦ εἶναι ξένο σῶμα. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Ποταμοῦ ἀναρριγεῖ λὲς καὶ πλησίασε κάτι ἀπειλητικό, καθότι ἄγνωστο.'

Βικτόρ Σεγκαλέν, Ένα Μεγάλος Ποταμός: Ένας Ύμνος, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, εκδ. Άγρα

  'Όσο και να τονίζουμε την τέλεια ενότητα και στερεότητα του συνολικού έργου του Νίτσε, ποτέ δε θα υπερβάλλουμε. Διάδοχος του Σοπενχάουερ, μαθητής του οποίου παρέμεινε ακόμα και όταν είχε προ πολλού απαρνηθεί τον δάσκαλο, στην πραγματικότητα παράλλαξε, επεξέτεινε, σφράγισε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του μονάχα μία πανταχού παρούσα ιδέα, που αρχικά εμφανίζεται ως εντελώς υγιής και αναμφισβήτητα αρμόδια να κρίνει την εποχή της, και που στην πορεία περιπίπτει σε τέτοια μαιναδική αγριότητα, ώστε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ιστορία του Νίτσε ως την ιστορία της παρακμής αυτής της ιδέας.
   Ποια είναι αυτή η ιδέα; Για να την κατανοήσουμε, θα πρέπει να την αναλύσουμε στα συστατικά της, στα αντικρουόμενα τμήματά της. Τα παρουσιάζω ανάκατα, και είναι τα εξής: ζωή, πολιτισμός, συνείδηση ή γνώση, τέχνη, ευγένεια, ηθική, ένστικτο. Σε αυτό το πλέγμα ιδεών κυριαρχεί η έννοα του πολιτισμού. Σχεδόν ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή: πολιτισμός είναι η ευγένεια της ζωής, και με τη ζωή συνδέονται, ως οι πηγές και οι όροι της, η τέχνη και το ένστικτο, ενώ οι θανάσιμοι εχθροί και εξολοθρευτές του πολιτισμού και της ζωής φιγουράρουν η συνείδηση και η γνώση, η επιστήμη και εντέλει η ηθική - η ηθική, που ως προστάτιδα της αλήθειας επιτίθεται στη ζωή, αφού η αλήθεια βασίζεται ουσιωδώς στην επίφαση, στην τέχνη, στην προσποίηση, στην προοπτική, στην ψευδαίσθηση, και το λάθος είναι ο πατέρας καθετί έμβιου.
   Ο Νίτσε κληρονόμησε από τον Σοπενχάουερ την πρόταση ότι «η ζωή ως παράσταση και μόνο, στην καθαρή θέασή της ή όταν επαναλαμβάνεται στην τέχνη, αποτελεί σημαίνον θέαμα», δηλαδή την πρόταση ότι η ζωή δικαιώνεται μονάχα ως αισθητικό φαινόμενο. Η ζωή είναι τέχνη και επίφαση, τίποτα περισσότερο, και γι’ αυτό ίσταται υψηλότερα από την αλήθεια (που αποτελεί υπόθεση της ηθικής) και τη σοφία (ως γλώσσα του πολιτισμού και της ζωής) - μια τραγική, ειρωνική σοφία, που βάζει όρια στην επιστήμη από καλλιτεχνικό ένστικτο, για χάρη του πολιτισμού, και υπερασπίζεται την ανώτερη αξία, τη ζωή, ενάντια σε δύο πλευρές: αφενός ενάντια στον πεσιμισμό όσων αρνούνται τη ζωή και υπερασπίζονται το επέκεινα ή τη νιρβάνα, αφετέρου ενάντια στον οπτιμισμό των κενόσοφων και εκείνων που επιδιώκουν να βελτιώσουν τον κόσμο, οι οποίοι μας παραμυθιάζουν για την επίγεια ευτυχία και τη δικαιοσύνη για όλους και προετοιμάζουν τη σοσιαλιστική εξέγερση των δούλων. Ο Νίτσε έδωσε στην τραγική αυτή σοφία, που ευλογεί τη ζωή με όλη της την ψευτιά, τη σκληρότητα και τη φρίκη, το όνομα του Διονύσου.'

Τόμας Μαν, Η Φιλοσοφία του Νίτσε υπό το Φως της Εμπειρίας μας, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ

Ο πατέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
περισσεύει στον τόπο απ’ όπου ήρθε
Η μητέρα μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
θεωρεί ότι είναι αναγκαίος στον τόπο όπου ήρθε
Ο πατέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
περισσεύει στον τόπο όπου πηγαίνει
Η μητέρα μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
θεωρεί ότι είναι αναγκαίος στον τόπο απ’ όπου ήρθε
Ο αδερφός της μητέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
δεν έχει ιδέα για κανέναν τόπο






Ο πατέρας μου είπε: Εκεί είμαστε ακόμη, μην κοιτάς
που ο χρόνος μας χώρισε από τον τόπο
Η μητέρα μου είπε: Και το ταβάνι μας είναι τόσο ψηλό
όσο το πάτωμα τ’ αξίζει



από το Λευκόσελευκό της Ατένα Φαροχζάντ, μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Αντίποδες

  'Λάγνο αἷμα κυλάει στὶς φλέβες μου, δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἀρνηθῶ, θὰ πρέπει ἐντούτοις νὰ ὑπάρχουν κάποιοι λόγοι βαθιὰ μέσα μου κρυμμένοι ποὺ μὲ ἐξώθησαν στὸ σημεῖο νὰ σχεδιάζω τὸ θάνατο τοῦ ἴδιου μου τοῦ ἄντρα. Πῶς, πότε, ἀπὸ ποιά σκοτεινὴ ρωγμὴ μπόρεσε μιὰ τέτοια ἐπιθυμία νὰ περάσει καὶ νὰ μὲ διαβρώσει ; Ποιός δὲν θὰ λύγιζε ὅμως στὸ τέλος, πιασμένος ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὶς ἐπίμονες τανάλιες κάποιου διεστραμμένου, ἔκφυλου καὶ μοχθηροῦ χαρακτήρα, ὅπως αὐτὸς τοῦ μακαρίτη τοῦ συζύγου μου, ὅση κι ἄν ἦταν ἡ τιμιότητα τῆς ψυχῆς του; Μήπως ὅμως δὲν ἦταν ἔτσι, ἀλλὰ ἐγὼ ἤμουν μιὰ γυναίκα ἡ ὁποία, ἐνῶ λόγω τῶν γονιῶν της καὶ τοῦ περιβάλλοντος μέσα στὸ ὁποῖο ἀνατράφηκε, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐμποτισμένη ἀπὸ τὸν παλιὸ φεουδαρχικό τρόπο σκέψης, ἀπὸ τὸ χαρακτήρα της κατεῖχε μιὰ ἀποτρόπαιη φύση ; Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ πῶ τί ἀπ᾽ τὰ δυὸ συμβαίνει ἄν δὲν καθίσω νὰ τὸ σκεφτῶ πραγματικά. Ὄπως καὶ νὰ ᾽ναι ὅμως, τελικά, παρ᾽ ὅλα ὅσα συνέβησαν, ὑπῆρξα γιὰ τὸ σύζυγό μου μιὰ γυναίκα ἀφοσιωμένη. Τού χάρισα μιὰ ζωὴ εὐτυχισμένη τέτοια ὅπως τὴν εἶχε εύχηθεἶ, κι αὐτὸ εἲναι κάτι ποὺ μπορῶ νὰ τὸ ἰσχυριστῶ μὲ βεβαιότητα.'

Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το Κλειδί, μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, εκδ. Άγρα
Clips from Jonathan Glazer’s Under the Skin (2013)

  '[...] ανάμεσα στις πρώιμες κριτικές διαγνώσεις του ελληνικού λαϊκισμού και στη σημερινή διαπόμπευσή του οι διαφορές δεν είναι μόνο διαφορές έντασης ή «κλίματος». Η μετάβαση από την ανάλυση μιας πολιτικής παθολογίας στον εξορκισμό ενός ηθικού και πολιτισμικού δεινού δεν είναι μια ευθύγραμμη μετεξέλιξη στην περιγραφή του λαϊκιστικού φαινομένου. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια σημαντική διαφορά ως προς τους κοινωνικούς συνομιλητές των σχετικών λόγων, ως προς τα ποια υποκείμενα «αντιπροσωπεύει» ή όχι η ρητορική του «ευρωπαϊκού εξορθολογισμού» (ο αρχικός και παλαιότερος πυρήνας του αντιλαϊκισμού) και η ρητορική της «εξιλέωσης διά της καταστροφής» (ο σημερινός πυρήνας του). Στην πρώτη περίπτωση, σε αυτήν του συμβατικού εκσυγχρονιστικού λόγου, αναγνωριζόταν μια υπαρκτή κοινωνική δυναμική με επίκεντρο τα νέα μεσαία στρώματα σε συνθήκες ευημερίας, υλικής και συμβολικής καταξίωσής τους στο νέο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης ζωής. Στη συγκυρία της κρίσης, ο αντιλαϊκιστικός λόγος γίνεται περισσότερο ο εσωτερικός κώδικας της συννενόησης μερίδων του πολιτικού προσωπικού, της διανόησης και της επιχειρηματικής τάξης. Καθώς απορρίπτει την υπάρχουσα κοινωνία ως όμηρο αρνητικών παθών και μοιραίων στερεοτύπων, αδυνατεί να αντιπροσωπεύσει πολιτικά σημαντικά τμήματα των μεσαίων τάξεων, ακόμα και εκείνων των μερίδων της που δεν έχουν πληγεί υπερβολικά στα υλικά τους συμφέροντα. Αυτή η αδυναμία η οποία εκφράζεται συχνά με τη λυρική έκκληση υπέρ ενός νέου εθνικού στόχου ή μιας νέας αφήγησης του ελληνισμού εξηγεί, ενδεχομένως,  τους ηθικούς πανικούς που διατρέχουν τους φορείς τους αντιλαϊκιστικού λόγου τα τελευταία χρόνια.'

Νικόλας Σεβαστάκης, 'Σύγχρονος «ΑΝΤΙΛΑΪΚΙΣΜΟΣ»: Από την Πολιτική Παθολογία στο Πολιτισμικό Κακό'


  'Γνωρίζουμε ότι η νεωτερικότητα σηματοδότησε την αντικατάσταση της «ελέω θεού μοναρχίας» από τη «λαϊκή κυριαρχία» ως νομιμοποιητικής αρχής του πολιτισμικού συστήματος. Η σύγχρονη δημοκρατία, όπως το έθεσε ο Λίνκολν, ενέχει την κυβέρνηση του λαού, από τον λαό για τον λαό! Ωστόσο, ήδη από τον 17ο αιώνα άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι η «λαϊκή κυριαρχία» αποτελεί μια δυναμική κατασκευή, πολύ πιο ασταθή από εκείνην που αντικατέστησε (Morgan 1988: 306). Μια κατασκευή, λόγου χάριν, που αναιρεί τη θρησκευτικά εγγυημένη σχέση ενσάρκωσης που υπηρετούσε το σώμα του μονάρχη και αποσωματοποιεί ή καλύτερα εκ-σαρκώνει την εξουσία (Santner 2011: xv).
   Ωστόσο, πρόκειται για μια αστάθεια που, την ίδια στιγμή, συνιστά και την πηγή του δυναμισμού της δημοκρατικής πολιτικής. Επίσης, για μια αστάθεια που συνοδεύει τη δημοκρατία ήδη από την αρχαιότητα της διχασμένης πόλης (Loraux 2001). Πού αποτυπώνεται ακριβώς αυτή η αστάθεια; Καταρχάς, στη συστατική πολυσημία ή και αμφισημία της κατηγορίας «λαός» στις ευρωπαϊκές γλώσσες: ο «λαός» αναφέρεται τόσο στην ολότητα μιας δεδομένης πολιτικής κοινότητας, στο σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα (εξού και οι συνήθεις συνταγματικές αναφορές του τύπου «We, the people...»), και, την ίδια στιγμή, κατανομάζει «τους φτωχούς, τους μη-προνομιούχους και τους αποκλεισμένους» (Agamben 2004)· δηλαδή τον «λαουτζίκο» που τίθεται στο περιθώριο της πολιτικής συμμετοχής και εμποδίζεται να απολαύσει οποιαδήποτε πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικοοικονομικά προνόμια. Έτσι, ο «λαός» είναι συγρόνως μέρος και όλον (Canovan 2005: 5): «ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη η οποία εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική» (Agamben 2005: 270).
   Αυτή η αμφισημία είναι έκδηλη, λ.χ., στο παράδειγμα της αρχαίας Ρώμης, όπου ο λαός αφορά, από τη μία, τη res publica του populus, μια ενιαία σύλληψη πολιτικού υποκειμένου που περιλαμβάνει πατρικίους και πληβείους, ενώ την ίδια στιμγή εμβληματικές συμβολικές αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως η συντομογραφία «SPQR» («Η σύγκλητος και ο λαός της Ρώμης»), αντικατροπτίζουν μια αντιθετική/διχαστική σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου, όπου οι πληβείοι μόνοι τους, διαχωρισμένοι από την ελίτ των πατρικίων, από τους ευγενείς ή τη συγκλητική τάξη, συγκροτούν τον λαό (McCormick 2011: 12). Και είναι, βεβαίως, η αξονική αυτή αμφισημία που επιτρέπει τη συνεκδοχική διεκδίκηση από μέρους των κάθε φορά υποτελών και αποκείμενων τάξεων, της συμπερίληψής τους στην πολιτική κοινότητα, της απόλαυσης ίσων δικαιωμάτων. Στην ιστορία της σύγχρονης δημοκρατίας, από τους Χαρτιστές μέχρι τη σύσταση του κοινωνικού κράτους και τα νέα κοινωνικά κινήματα η αμφισημία εγγυήθηκε τελικά τον διαρκή εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας.'

Γιάννης Σταυρακάκης, 'Λαός και Λαϊκιστικός Λόγος στη Σκιά της Ευρωπαϊκής Κρίσης'



από το Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδ. Νεφέλη