'Στη μαρξιστική οπτική, όπως κι αν περιγράφουμε αυτήν την ιστορική στιγμή όπου το «περίβλημα αυτό σπάει», η πολιτική θα είναι ένα συστατικό στοιχείο της. Το Μανιφέστο έχει διαβαστεί, πρωτίστως, ως ένα κείμενο ιστορικού αναπόφευκτου, και, πράγματι, η δύναμή του πηγάζει, σε μεγάλο βαθμό, από την πίστη που προσφέρει στους αναγνώστες του ότι ο καπιταλισμός ήταν αναπόφευκτα προορισμένος να θαφτεί από τους νεκροθάφτες του, και ότι τώρα –και όχι σε κάποια προηγούμενη περίοδο στην ιστορία– οι συνθήκες για χειραφέτηση είχαν δημιουργηθεί. Εντούτοις, σε αντίθεση με διαδεδομένες παραδοχές –καθ’ όσον πιστεύει ότι η ιστορική αλλαγή προχωράει μέσω των ανθρώπων που φτιάχνουν την δική τους ιστορία– δεν είναι ένα ντετερμινιστικό κείμενο. Οι τάφοι πρέπει να σκαφτούν από ή μέσω της ανθρώπινης δράσης.
   Μια ντετερμινιστική ανάγνωση του επιχειρήματος είναι, πράγματι, δυνατή. Έχει προταθεί ότι ο Ένγκελς έτεινε προς αυτό πιο φυσικά απ’ ό,τι ο Μαρξ, με σημαντικές επιπτώσεις για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και του μαρξιστικού εργατικού κινήματος μετά τον θάνατο του Μαρξ. Ωστόσο, παρά το ότι τα πρώιμα σχέδια του Ένγκελς έχουν χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη, δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να διαβαστεί στο ίδιο το Μανιφέστο. Όταν αφήνει το πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και υπεισέρχεται στο παρόν, είναι ένα κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων παρά πιθανοτήτων, πόσο μάλλον βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο «τώρα» και στον απρόβλεπτο χρόνο, όπου, «στην πορεία της ανάπτυξης», θα υπάρχει «μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων», βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης.
   Η ιστορική αλλαγή μέσω της κοινωνικής πράξης, μέσω της συλλογικής δράσης, βρίσκεται στον πυρήνα του. Το Μανιφέστο βλέπει την ανάπτυξη του προλεταριάτου σαν την «οργάνωση των προλετάριων σε μια τάξη, και επομένως σε ένα πολιτικό κόμμα». Η «κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» («η κατάκτηση της δημοκρατίας») είναι «το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση», και το μέλλον της κοινωνίας εξαρτάται από τις επακόλουθες δράσεις του νέου καθεστώτος (πώς «το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία»). Η αφοσίωση στην πολιτική είναι αυτό που, ιστορικά, διέκρινε τον μαρξικό σοσιαλισμό από τους αναρχικούς, και τους διαδόχους αυτών των σοσιαλιστών, των οποίων το Μανιφέστο συγκεκριμένα καταδικάζει την απόρριψη κάθε πολιτικής δράσης. Ακόμη και πριν τον Λένιν η μαρξική θεωρία δεν ήταν απλώς για το «τι η ιστορία μας δείχνει ότι θα συμβεί», αλλά επίσης και για το «τι πρέπει να γίνει». Αναντίρρητα, η σοβιετική εμπειρία του 2ού αιώνα μας έχει διδάξει ότι μπορεί να είναι καλύτερο να μην κάνουμε «αυτό που πρέπει να γίνει» εντός ιστορικών συνθηκών που καθιστούν την επιτυχία, στην κυριολεξία, απρόσιτη. Αλλά αυτό το μάθημα μπορεί, επίσης, να το έχουμε μάθει αναλογιζόμενοι τις συνεπαγωγές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
   Αλλά τότε, το Μανιφέστο –και αυτή δεν είναι η τελευταία από τις αξιοσημείωτες ιδιότητές του– είναι ένα κείμενο που προεικόνισε την αποτυχία. Ήλπισε ότι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας», αλλά «από κοινού καταστροφή». Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας άλλος μαρξιστής το παρέφρασε ως την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την βαρβαρότητα. Ποιο από τα δύο θα επικρατήσει είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αφήσουμε τον 21ο αιώνα να το απαντήσει.'
Eric Hobsbawm
Έρικ Χομπσμπάουμ, Εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Κυρίαρχο γνώρισμα της εποχής της ρήξης, της εποχής που το «περίβλημα σπάει», όπως το θέλει το Μανιφέστο, θα είναι η πολιτική. Γιατί το Μανιφέστο δεν πρέπει να διαβαστεί σαν κείμενο ντετερμινιστικής έμπνευσης, αλλά σαν κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων και όχι ιστορικών βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο τώρα και στον απρόβλεπτο χρόνο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων  βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης. Στο σημείο αυτό μπορεί να εντοπιστεί και ένα είδος κρυφής αρετής του Μανιφέστου, που ανατρέπει τη συνήθως άκρατη αισιοδοξία των μαρξιστών. Η ελπίδα πως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι ο επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας συνοδεύεται από την υπαρκτή λύση της καταστροφής των τάξεων που αντιμάχονται η μία την άλλη.'

Γεράσιμος Βώκος, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

  'Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό,τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι το υπέρτατο μυστήριο αυτού εδώ του κόσμου. Είναι μια φεγγοβολή που αποζητάει την προσοχή, αλλά δεν της παρέχει κανένα κίνητρο για να διαρκέσει. Η ομορφιά πάντα υπόσχεται και δεν δίνει ποτέ τίποτε· προκαλεί πείνα, αλλά δεν έχει τροφή για το μέρος της ψυχής που προσπαθεί εδώ κάτω να χορτάσει· έχει τροφή μόνο για το μέρος της ψυχής που ατενίζει. Προκαλεί την επιθυμία, και μας κάνει να νιώθουμε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει στην ομορφιά τίποτε επιθυμητό, διότι αυτό που επιθυμούμε πάνω από όλα είναι να μην αλλάξει τίποτε σε αυτήν. Αν δεν αναζητούμε τεχνάσματα για να βγούμε από τον γλυκό βασανισμό που μας επιβάλλει η ομορφιά, η επιθυμία μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε αγάπη, και αρχίζει να διαμορφώνεται η ικανότητα για ανιδιοτελή και καθαρή προσοχή.
   Όσο αποκρουστική είναι η δυστυχία, τόσο ύψιστα ωραία είναι η αληθινή έκφρασή της. Μπορούμε να φέρουμε ως παραδείγματα, ακόμη και από τους πρόσφατους αιώνες, τη Φαίδρα, το Σχολείο γυναικών, τον Ληρ, τα ποιήματα του Βιγιόν, μα πολύ περισσότερο ακόμη τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή· και πολύ περισσότερο ακόμη και την Ιλιάδα, το Βιβλίο του Ιώβ, ορισμένα δημώδη ποιήματα· και πολύ περισσότερο ακόμη τις αφηγήσεις του Πάθους στα Ευαγγέλια. Η φεγγοβολή της ομορφιάς απλώνεται πάνω στη δυστυχία με το φως του πνεύματος της δικαιοσύνης και της αγάπης, του μόνου πνεύματος που επιτρέπει στην ανθρώπινη σκέψη να κοιτάξει και να αναπαραστήσει τη δυστυχία όπως είναι.
   Κάθε φορά επίσης που ένα θραύσμα άφατης αλήθειας περνάει σε λέξεις οι οποίες, χωρίς να μπορούν να συμπεριλάβουν την αλήθεια που τις ενέπνευσε, συνδέονται μαζί της, μέσω της διάταξής τους, με μια τόσο τέλεια αντιστοιχία, ώστε να στηρίζουν κάθε πνεύμα που επιθυμεί να την ξαναβρεί, κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, ένα φέγγος ομορφιάς εκχύνεται πάνω στις λέξεις.
   Ό,τι προέρχεται από την καθαρή αγάπη φωτίζεται από το  φέγγος της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι αισθητή, αν και με πολύ συγκεχυμένο τρόπο και ανάμεικτα με πολλές ψεύτικες απομιμήσεις, μέσα στο κελί όπου κάθε ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται αρχικά φυλακισμένη. Η μόνη βοήθεια στην οποία μπορούν η αλήθεια και η δικαιοσύνη να ελπίζουν για την κομμένη γλώσσα είναι δική της. Η ομορφιά δεν έχει λόγια· δεν μιλάει· δεν λέει τίποτε. Έχει όμως φωνή να καλέσει. Καλεί και δείχνει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια που είναι χωρίς φωνή. Όπως ένα σκυλί γαβγίζει για να έρθουν οι άνθρωποι στο αφεντικό του, που κείτεται άψυχο στο χιόνι.'
Simone Weil
Σιμόν Βέιλ, Το Πρόσωπο και το Ιερό, μτφρ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Πόλις

* * *

  '[...] η ακραία σκέψη της Βέιλ θέτει υπό δοκιμασία τη δική μας σκέψη, τις βεβαιότητες και τις ασφάλειές μας, αποκαλύπτει τις βολές, τις συμβατικότητες και τα ψέματά μας. Πιο συγκεκριμένα, όταν έχουμε να κάνουμε με τα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν είναι κύριοι της ζωής τους και της μοίρας τους, τότε, έχοντας υπόψιν τη Βέιλ, δεν θα μας είναι εύκολο να ρητορεύουμε ανέξοδα περί των απαράγραπτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ίσως –λέω ίσως– προσπαθήσουμε να ακούσουμε τον αλάλητο στεναγμό τους, τη βουβή διαμαρτυρία τους. Διαφορετικά γινόμαστε αναίσθητοι και αναιδείς. Να μιλάς στον άνθρωπο που ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει για το ιερό δικαίωματά του να επιλέγει την εργασία του, σημαίνει ότι σου λείπει η αιδώς. Ποιο είναι το πρόσωπο και τα δικαιώματα των κρατουμένων στο Άουσβιτς ή στο Γκουλάγκ; Τι νόημα έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από αλτσχάιμερ; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε πλήθος άλλες, χρειάζεται εκείνη η προσοχή, για την οποία μιλάει η Βέιλ, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την αγάπη, για να μπορέσεις να ακούσεις ένα μικρό απόηχο από τη βουβή κραυγή τους. Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδύνατου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. Όσα είπαν και έγραψαν δεν τα εφάρμοσε ποτέ κανείς στην ολότητά τους, κανείς δεν τα ακολούθησε μέχρι την άκρα συνέπειά τους. Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνα όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης.'

Σταύρος Ζουμπουλάκης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Βουβή Κραυγή των Σκλάβων και η Μωρία της Αγάπης'

  'Κάθε αίσθημα ντροπής βασίζεται στον αυτο-διαχωρισμό του ατόμου. Παράγεται όταν συμβαίνει μια έμφαση στο εγώ, μια επιταγή της συνείδησης που ασκεί ένας κοινωνικός κύκλος σε ένα πρόσωπο, η οποία παράληλα γίνεται αισθητή σαν να είναι κάπως απρεπής. Γι’ αυτόν τον λόγο, συνεσταλμένες και αδύναμες προσωπικότητες τείνουν να έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην ντροπή. Μόλις γίνουν κάπως το κέντρο της γενικής προσοχής, μόλις υπερτονισθεί ξαφνικά η παρουσία τους, εμφανίζεται σ’ αυτές μια αμήχανη ταλάντωση μεταξύ της έμφασης και της υποχώρησης της αίσθησης του εγώ. (Η εντελώς εσωτερική ντροπή για κάτι που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κοινωνική καταγραφή του, ή η ντροπή που βρίσκεται σαφώς ετκός της κυρίως κοινωνικής ντροπής, φανερώνει μέσω σχετικά εύκολα αναγνωρίσιμων συναισθηματικών κινήτρων και συμβολισμών την ίδια τυπικά βασική δομή). Επειδή αυτή η αυτο-ανύψωση από μια συλλογικότητα, ως πηγή του αισθήματος της ντροπής, είναι τελικά ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο πράγμα από το οποίο αφορμάται, σε πολλές περιπτώσεις κάποιος ντρέπεται ακόμη και για κάτι καλό και ευγενές. Όταν στην «κοινωνία», υπό τη στενότερη έννοια της λέξης, η κοινοτοπία ταυτίζεται με τους καλούς τρόπους, τότε αυτό δεν θα ήταν απλώς συνέπεια αμοιβαίου σεβασμού, βάσει του οποίου θα θεωρείτο έλλειψη τακτ να ξεχωρίσει κανείς μέσα από μια ατομική και ιδιότυπη έκφραση, την οποία δεν μπορεί ο καθένας να μιμηθεί, αλλά οφείλεται και σε έναν φόβο για εκείνο το αίσθημα ντροπής με το οποίο το άτομο επιβάλλει στον εαυτό του μια τιμωρία για την αυτοεξύψωσή του πάνω από τρόπους και πρακτικές που είναι ομοιόμορφα και εξίσου προσβάσιμα σε όλους. Όμως η μόδα προσφέρει, εξαιτίας της ιδιαίτερης εσωτερικής δομής της, έναν αυτο-διαχωρισμό, η οποίος γίνεται ταυτόχρονα αισθητός ως κάτι το πρέπον. Ακόμη και ένας ακραίος τρόπος εμφάνισης ή έκφρασης, στον βαθμό που παραμένει στη μόδα, προστατεύεται από εκείνα τα ενοχλητικά αντανακλαστικά, τα οποία ενεργοποιούνται στο άτομο, όταν γίνεται το αντικείμενο της προσοχής των άλλων.
   Όλες οι δράσεις της μάζας χαρακτηρίζονται από την απώλεια του αισθήματος της ντροπής. Ως μέλος της μάζας, το άτομο μπορεί να συμμετάσχει σε αναρίθμητα πράγματα, για τα οποία όμως θα του εγείρονταν ανυπέρβλητες αντιστάσεις, αν αυτά του ζητούνταν, όταν θα ήταν μοναχό του. Αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα κοινωνικοψυχολογικά φαινόμενα, στο οποίο αναφέρεται αυτός ο χαρακτήρας των δράσεων της μάζας, πως ορισμένες μόδες οδηγούν σε απρέπειες τις οποίες ένα άτομο, αν του τις επέβαλλαν, θα τις απέρριπτε με αγανάκτηση. Ωστόσο, ως επιταγή της μόδας θα τις υπάκουε χωρις αντιρρήσεις. Αφού λοιπόν η μόδα ανήκει στη δράση της μάζας, το αίσθημα ντροπής διαλύεται σ’ αυτήν όπως ακριβώς το αίσθυμα ευθύνης στους συμμέτοχους σε μαζικά εγκλήματα, τα οποία συχνά ένα μόνο άτομο, αν βρισκόταν μόνο του ενώπιον της τέλεσής τους, θα δείλιαζε να διαπράξει. Μόλις σε μια κατάσταση το στοιχείο της προσωπικότητας καταστεί επικρατέστερο απ’ ό,τι η κοινωνική διάσταση που σχετίζεται με τη μόδα, τότε αρχίζει να επιδρά και το αίσθημα της ντροπής: πολλές γυναίκες θα ένιωθαν αμηχανία να εμφανιστούν στο σαλόνι τους μπροστά σε έναν μόνο ξένο άντρα με ντεκολτέ που φορούν μπροστά σε τριάντα ή εκατό άνδρες σε έναν κοινωνικό κύκλο όπου αυτό είναι της μόδας.'
George Simmel
Τζορτζ Σίμελ, Η Μόδα, μτφρ. Κωσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον

  'Κι αυτό το δωμάτιο ήταν κι αυτό χωρίς διέξοδο, ήταν το αιώνιο όπου έμενε αυτός που από χρόνια δεν είχε μόνιμη κατοικία κι είχε το μέρος του σ’ αυτή την ιδανική φυλακή που τον περιέθαλπε κάθε βράδυ. Το υπογάστριό του ήταν εκεί, βαθουλωμένο σαν ένα μικρότερο κουτί σ’ ένα μεγαλύτερο. Ένα ποτήρι, ένα παράθυρι, μια πόρτα. Η πόρτα και το παράθυρο δεν ανοίγουν πουθενά. Το τζάμι δεν άνοιγε παρά στον εαυτό του.
   Κυκλωμένος, απομονωμένος, στο τελευταίο στάδιο της αποχώρησής του ήταν ακόμα δεμένος με μερικά αντικείμενα. Έλειπαν όλα εκείνα που εξαφανίζονταν μόλις τα άφηνε, και ποτέ βεβαίως νωρίτερα, αυτά τα αντικείμενα του έδιναν την ψευδαίσθηση πως ακόμα αγγίζει κάτι έξω από τον ευατό του. Έτσι ο Αλέν ξέπεσε σε μια φτηνή ειδωλολατρία· όλο και περισσότερο βρισκόταν κάτω από την εξάρτηση παράξενων αντικειμένων που επέλεγε η μικρή σαρδόνια φαντασία του. Για τον πρωτόγονο (και για το παιδί) τα αντικείμενα παιχνιδίζουν· ένα δένδρο, μία πέτρα είναι πιο απτά από το κορμί μιας ερωμένης και τα ονομάζουν θεούς γιατί κάνουν το αίμα τους να σφυροκοπάει. Αλλά για τη φαντασία του Αλέν τα αντικείμενα δεν ήταν σημεία εκκίνησης, ήταν εκεί όπου επέστρεφε εξαντλημένη μετά από ένα σύντομο ταξίδι μέσα απ’ τον κόσμο. Φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική ή ήθος, κάθε σύστημα του φαινόταν μια αδύνατη μπλόφα. Επίσης, μη θέλοντας να κρατηθεί από καμιά ιδέα ο κόσμος, καταντούσε τόσο ασταθής, δεν του πρόσφερε κανένα στήριγμα. Μόνο τα στερεά κρατούσαν γι’ αυτόν κάποιο σχήμα.
   Κι εκεί βρισκόταν η αυταπάτη του. Δεν έβλεπε πως αυτά που έδιναν ακόμα στα μάτια του μια παρωδία σχήματος ήταν τα απομεινάρια ιδεών που είχε δεχθεί παρά τη θέλησή του και την παιδεία του και από τα οποία ανάπλαθε ασυνείδητα αυτά τα υλικά κομμάτια. Θα γελούσε κατάμουτρα σε όποιον τον διαβεβαίωνε πως υπήρχε μία μυστική σχέση που την αγνοούσε ή που είχε γεννηθεί κατά λάθος απ’ αυτόν ανάμεσα στην ιδέα της δικαιοσύνης και στην αγάπη για τη συμμετρία που διατηρούσε το δωμάτιό του τόσο καλά τακτοποιημένο. Προσποιόταν ότι αγνοεί την ιδέα της αλήθειας, αλλά εκστασιαζόταν μπροστά σ’ ένα σωρό από σπιρτόκουτα. Για τον πρωτόγονο, ένα αντικείμενο είναι η τροφή που θα φάει, αυτό που τον κάνει να τρέχουν τα σάλια του· για τον παρακμιακό είναι ένα περίττωμα στο οποίο θα αφιερώσει μια λατρία κοπροφαγική.'

Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, μτφρ. Χριστιάνα Καραμανίδου, εκδ. Εξάντας

  'Μερικές φορές φαίνεται ότι αυτό που μας συμβαίνει είναι γραμμένο σε εφημερίδα που κυκλοφόρησε εδώ και καιρό· ότι είναι ένα κακό όνειρο που έχουμε δει. Έτσι, μόλις έξι μήνες αργότερα, έξι μήνες μετά το Άνσλους, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, βρισκόμαστε στο Μόναχο για την περίφημη Συμφωνία. Και σαν να μπορούσαν έτσι να σταματήσουν οι ορέξεις του Χίτλερ, ξεπουλάνε την Τσεχοσλοβακία. Οι γαλλικές και αγγλικές αντιπροσωπείες πηγαίνουν στη Γερμανία. Τυγχάνουν καλής υποδοχής. Στο μεγάλο χωλ, ο πολυέλαιος κουδουνίζει, τα κρεμαστά κρύσταλλα, σαν καμπανάκια που τα πηγαινοφέρνει ο αέρας, παίζουν την αιθέρια παρτιτούρα τους πάνω από τους μπαμπούλες. Οι ομάδες του Νταλαντιέ και του Τσάμπερλεν προσπαθούν, μέσω μιας γκροτέσκας αναμέτρησης, να αποσπάσουν από τον Χίτλερ γελοίες υποχωρήσεις.
   Συχνά ψέγουμε την Ιστορία, ισχυριζόμαστε ότι βάζει τους υπαίτιους των δοκιμασιών μας να παίρνουν πόζα. Δεν θα μας έδειχνε ποτέ το λιγδιάρικο στρίφωμα, το κιτρινισμένο τραπεζομάντιλο, το απόκομμα του μπλοκ επιταγών, τον λεκέ από τον καφέ. Θα μας έδειχνε την καλή πλευρά των γεγονότων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε καλά τη φωτογραφία στην οποία βλέπουμε τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, στο Μόναχο, ακριβώς πριν υπογράψουν, δίπλα στον Χίτλερ και στον Μουσολίνι, οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας και της Γαλλίας φαίνεται να έχουν χάσει την υπερβολική σιγουριά τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπογράφουν. Αφου πρώτα έχουν διασχίσει τους δρόμους του Μονάχου υπό τις ζητωκραυγές ενός τεράστιου πλήθους, που τους υποδεχόταν με ναζιστικούς χαιρετισμούς, υπογράφουν. Και τους βλέπουμε, τον έναν, τον Νταλαντιέ, με το καπέλο στο κεφάλι, κάπως αμήχανο, να κουνάει χαζοχαρούμενα το χέρι, τον άλλο, τον Τσάμπερλεν, με το hat στο χέρι, να χαμογελάει πλατιά. Αυτός ο ακαταπόνητος ειρηνοποιός, όπως το αποκαλούν στον Τύπο της εποχής, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του μεγάρου, απαθανατισμένος μια για πάντα ασπρόμαυρα, ανάμεσα σε δύο σειρές στρατιώτες ναζί.
   Τη στιγμή εκείνη ο σχολιαστής, έμπλεος έμπνευσης, λέει με έρρινη φωνή ότι οι τέσσερις ηγέτες, ο Νταλαντιέ, ο Τσάμπερλεν, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρακινούμενοι από την κοινή βούληση για ειρήνη, ποζάρουν για τις επόμενες γενιές. Η Ιστοτία επιστρέφει αυτά τα σχόλια μαζί με όλη τους την αξιοθρήνητη ασημαντότητα και καθιστά εκ προοιμίου θλιβερά αναξιόπιστες όλες τις μελλοντικές ειδήσεις. Είπαν πως στο Μόναχο γεννήθηκαν τεράστιες ελπίδες. Όσοι τα λένε αυτά αγνοούν το νόημα των λέξεων. Μιλούν τη γλώσσα του παραδείσου, όπου, όπως λένε, όλες οι λέξεις είναι ισάξιες. Λίγο αργότερα, ο Εντουάρ Νταλαντιέ, έπειτα από μερικές νότες μουσικής, μιλάει στο Radio Paris, σε μήκος κύματος δεκαέξι χιλιάδων εκατό σαράντα οκτώ μετρών στα μακρά. Είναι πεπεισμένος ότι έσωσε την ειρήνη στην Ευρώπη, αυτός τουλάχιστον μας λέει. Δεν το πιστεύει καθόλου. «Αχ! Και να ήξεραν οι βλαμμένοι!» λένε ότι ψυθυρίζει κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, μπροστά στο πλήθος που τον ζητωκραυγάζει. Σε αυτόν τον αχταρμά της αθλιότητας, όπου προετοιμάζεται ήδη το έδαφος για τα χειρότερα δεινά, επικρατεί ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα. Τα τεχνάσματα ισοπεδώνουν την πραγματικότητα· και οι δηλώσεις των αρχηγών των κρατών μας θα παρασυρθούν σε λίγο σαν τσίγκινη στέγη σε ανοιξιάτικη θύελλα.'
Éric Vuillard
Έρικ Βιιγιάρ, Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις

  'Στον κοινωνικό έλεγχο της σεξουαλικότητας, υπάρχει μια λογική εντελώς ρασιοναλιστική: αρχικά, επειδή η σεξουαλικότητα είναι βασικός δίαυλος της επικοινωνίας, και ως εκ τούτου, πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο ακριβώς όπως και οι υπόλοιποι· κατόπιν, επειδή η καταστολή της σεξουαλικότητας, και η έλλειψη ικανοποίησης που επιφέρει, είναι μια εξαιρετική μηχανή παραγωγής και κατανάλωσης.
   Η αγορά της έλλειψης ικανοποίησης εν γένει, αντιπροσωπεύει, από μόνη της, ένα πολύ σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Ο αμερικάνος οικονομολόγος Paul Zane Pilzer υπολογίζει ότι η βιομηχανία που ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη ζήτηση είναι επί του παρόντος η τρίτη κατά σειρά, έπειτα από αυτή της αυτοκινητοβιομηχανίας και εκείνη της πληροφορικής τεχνολογίας: μόνο στις Η.Π.Α. ο τομέας αυτός προσκομίζει χιλιάδες δισεκατομύρια ετησίως. Η πορνογραφία, άλλοτε απαγορευμένη, τώρα πια δεν είναι. Γιατί; Διότι, για την σύχγρονη ηθική, ανήθικος είναι μόνον αυτός που δεν παράγει κέρδος, για παράδειγμα μια σεξουαλικότητα ελεύθερη και ανυπόκριτη.
   Αυτή δεν είναι η περίπτωση της πορνογραφικής βιομηχανίας, που ανανεώνει τη ζήτηση της αγοράς ανανεώνοντας τις ίδιες τις αιτίες της έλλειψης ικανοποίησης; Επομένως η καταστολή της σεξουαλικότητας είναι αναγκαία, επειδή αυτή η ίδια είναι που παράγει την έλλειψη ικανοποίησης, στην οποία η αγορά ανταποκρίνεται προσφέροντας φτηνιάρικα εμπορεύματα – εικόνες, με ένα διόλου ευκαταφρόνητο κέρδος. Η φαντασία των σύγχρονών μας, που εξαντλείται επειδή δεν εξασκείται πια στο πεδίο ενός ερωτισμού που βιωνόταν πραγματικά σε πρώτο πρόσωπο, απαιτεί από την πορνογραφία να γίνεται ολοένα και πιο αποκρουστική προκειμένου να ξυπνήσουν και να διεγερθούν οι αποκοιμισμένες αισθήσεις τους. Ακόμα και η πιο ελεύθερη και ανέξοδη απ’ όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, η μαλακία, δεν ξεφεύγει πια από τους νόμους της αγοράς. Αντιλαμβάνεστε; Σήμερα κάποιος πληρώνει ακόμα και για να μαλακιστεί! Και ακόμα και σ’ ένα τέτοιο τομέα, αυτόν της απόλαυσης, η παθητικότητα του καταναλωτή ανέλαβε τη δραστηριότητα του παραγωγού. Μέσα στις συνθήκες που ο άνθρωπος έχει διαμορφώσει, η υποβάθμιση του ερωτισμού, είναι απολύτως απαραίτητη ώστε να προωθηθεί ένα υποκατάστατο βιομηχανικά παραγόμενο και εμπορικά ελκυστικό.'

  'Αποκαλούμε «προλετάριους» τους φτωχούς, εφόσον κανείς δεν έχει ακόμα τολμήσει να τους απομακρύνει από τους απογόνους τους, καθοριστικό και μοναδικό αγαθό στην κατοχή τους. Σήμερα που η οικονομία της καταναγκαστικής εργασίας τους αφαίρεσε τις ίδιες τις συνθήκες της βιολογικής αναπαραγωγής τους (το να κάνεις παιδιά κοστίζει ακριβά), δεν είναι τίποτα παραπάνω από «φτωχοί». Στις λεγόμενες «αναπτυγμένες χώρες», χειραφετούμαστε από το φύλο, στην πραγματικότητα, για να αντιμετωπίσουμε, επίσης, τη σημαντική υπερπαραγωγή από φτωχούς, όρος αναγκαίος για την διατήρηση της κυριαρχίας πάνω στην κοινωνία, καθώς, όπως και όλα τα υπόλοιπα, αυτή η υπερπαραγωγή είναι τεχνητά εξασφαλισμένη. Εισάγουμε τέτοιους σε εκατομμύρια. Διαφορετικά θα τους αναζητήσουμε αλλού, με την «αποκέντρωση» των εταιριών. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να παράγουμε, δια της σεξουαλικής οδού, τόσα πολλά χέρια όσα προηγουμένως στις αγροτικές κοινωνίες ή στις απαρχές της εκβιομηχάνισης. Μάλλον το αντίθετο: αυτοί οι φτωχοί είναι τόσο πολυάριθμοι που το κύριο πρόβλημα εφεξής είναι να τους εξαφανίσουν από το οπτικό πεδίο. Είναι το επαίσχυντο μέρος του κοινωνικού σώματος, που γεννά μέσ’ τον πόνο τον κόσμο μας, και τον καθιστά λειτουργικό. Αυτός ο κόσμος που ντρέπεται να είναι ο αιμομικτικός γιος της φτώχιας, και κατηγορεί τη μητέρα του ότι είναι το απόβλητό της.'

  'Είναι η ίδια κτηνώδης άγνοια που έκανε τις φεμινίστριες να γράφουν στους τοίχους του Μιλάνου: «Η μήτρα είναι δίκή μου και είμαι εγώ που τη διαχειρίζομαι». Cazo! Σα να επρόκειτο για τη διαχείριση μιας μπουτίκ. Ένας πλακατζής έγραψε από κάτω: «Το καυλί μου είναι δικό μου και το διαχειρίζεται όποιος θέλει». Η φυσική κατοχή του ίδιου του σώματος εκπίπτει σε ιδιοκτησία, και ως εκ τούτου ιδιωτικοποιήθηκε, έγινε χυδαίο αντικείμενο του ιδιωτικού δικαίου.
   Οι φεμινίστριες είναι μια ενοχλητική παρωδία των γυναικών, ενόσω οι άνδρες του σήμερα είναι μια καρικατούρα του ανθρώπου, και ο πόλεμός τους είναι ένα γελοίο ψυχόδραμα μεταξύ σκλάβων: διότι δεν μπορούν παρά να αποκαλεστούν καρικατούρες και παρωδίες των όντων που διατηρούν μονάχα την όψη αυτού που υποτίθεται ότι είναι, έχοντας απολέσει όλα τα υπόλοιπα γνωρίσματά τους. Αναπόφευκτα συμπεραίνουμε ότι η κοινωνία της εμφάνισης έχει κάνει και τους άνδρες και τις γυναίκες εμφανίσεις ανρδών και γυναικών. «Ο άνθρωπος είναι αυτό που τρώει» όπως μας λέει ο Δημόκριτος, και συνεπώς οι σύγχρονοί μας, που διατρέφονται με εικόνες, έχουν καταστεί εικόνες ανδρών και γυναικών.'

   'Σε ένα ιταλικό λύκειο, στη Ρώμη, πραγματοποιήθηκε, μεταξύ των μαθητών, έρευνα, ανόητη όπως και οι υπόλοιπες, ρωτώντας τους, αν έπρεπε να επιλέξουν, αν θα προτιμούσαν να είναι πλούσιοι και ανάπηροι ή υγιείς αλλά φτωχοί. Η πλειονότητα προτιμούσε να είναι πλούσια και ανάπηρη, και μια τέτοια αισχρή απάντηση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη φτωχοί και ανάπηροι. Είναι άχρηστο να διαμαρτύρονται για το εκπαιδευτικό σύστημα όταν παράγει τέτοια τερατουργήματα. Τα λυκειόπαιδα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ό,τι τους ζητάνε και τους προετοιμάζουν να είναι: δουλοπάροικοι. Η κατάργηση της δουλείας, έλεγε ο Leopardi, προήλθε από την κατάργηση της ελευθερίας.'


Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Μουνάκι: Χθες και Σήμερα, μτφρ. Τηλέμαχος Δουφεξής-Αντωνόπουλος, εκδ. Bibliothèque du temps perdu

  'Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι (καὶ ἴσως αὐτοὶ μόνο) ἔχουν στ’ ἀλήθεια τὸ χάρισμα τῆς καθολικότητας, αὐτοὶ μόνο εἶναι πραγματικοὶ πολίτες καὶ ἐκφραστὲς τοῦ κόσμου ὅλου. Αὐτοὶ ποὺ εἶναι στὰ πάντα ἀνοιχτοὶ καὶ δὲν ἀποκλείουν τίποτα· ποὺ δὲν κάνουν διακρίσεις στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν ἀποδέχονται στὸ σύνολο τῶν μορφῶν καὶ τῶν πτυχῶν του. Ὁλόκληρη ἡ γκάμα τῶν φωτεινῶν καὶ σκοτεινῶν συναισθημάτων, ὅλα τὰ ἄσπρα καὶ τὰ μαῦρα πλῆκτρα περιμένουν ὑπάκουα τὸ ἄγγιγμα τῶν δικῶν τους χεριῶν. Ἕνας Χαῖντελ μπορεῖ νὰ συνθέσει εὔθυμες ὄπερες καὶ θαυμάσιες ἄριες, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἔργο τραγικὸ σὰν τὸ Μεσσία. Ἕνας Οὐίτμαν μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀνάσα νὰ τραγουδήσει τὸ γυναικεῖο κορμὶ καὶ τοὺς οὐρανοξύστες τοῦ Μπρόντουεϋ. Ἕνας Μπαλζάκ εἲναι σὲ θέση νᾶ περιγράψει τὸ ἴδιο καλὰ τὴ μοίρα μιᾶς ἐπαρχιώτισσας γεροντοκόρης, τὴ μάχη στὸν ποταμὸ Μπερεζίνα καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἀρωματοπώλη. Μόνο αὐτοὶ ποὺ διαθέτουν τὴν ἰσσοροπημένη δύναμη, τὴν ὑπομονετική, σταθερή, ἀνεπηρέαστη ἀπὸ παροδικὲς διαθέσεις κι ἀνεμπόδιστη δημιουργικότητα... αὐτοὶ μόνο μποροῦν νὰ δώσουν ἕνα orbis pictus, τὴν κοσμικὴ καὶ κοσμοπολίτικη καλλιτεχνικὴ ἀπεικόνιση τοὺ κόσμου. Αὐτὴν τὴν πληθωριστικὴ καὶ πηγαία δημιουργικὴ δύναμη διαθέτει κατὰ τὴ γνώμη μου ὁ Μαζερέελ – καὶ μάλιστα περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωγράφους καὶ γλύπτες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ὅλα ὅσα ὐπάρχουν καὶ χαρακτηρίζουν τὸν σημερινὸ κόσμο γίνονται μοτίβα στὰ σχέδια καὶ στὰ χαρακτικά του : εἶναι τέτοιος ὁ ὄγκος τοῦ ἔργου τοῦ ἀκούραστου δημιουργοῦ, ὥστε ἀποτυπώνονται σὲ αὐτὸ ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ οἱ ἐκδοχὲς τοῦ κόσμου μας· καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ διαβάσουμε στὰ ἔργα του ὁλόκληρη τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν μορφῶν τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως στὰ εἰκονογραφήμματα τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων διαβάζουμε ὁλόκληρο τὸν δικό τους ἀρχαῖο κόσμο. Ἄν χάνονταν τὰ πάντα –βιβλία, μνημεῖα, φωτογραφίες καὶ καταγραφὲς– καὶ ἄν μᾶς ἔμεναν μόνο τὰ χαρακτικά ποὺ ὁ Μαζερέελ φιλοτέχνησε μέσα σὲ μόλις δέκα χρόνια, θὰ ἤταν ἀρκετᾶ γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν σημερινὸ κόσμο : θὰ ἔβλεπε σὲ τί σπίτια ζούσαμε, τί ροῦχα φορούσαμε· καὶ θὰ καταλάβαινε τὴ φρίκη τοῦ πολέμου στὸ μέτωπο καὶ στὰ μετόπισθεν, μὲ ὅλες τὶς διαβολικὲς μηχανές του καὶ τὶς γκροτέσκες μορφές του· θὰ καταλάβαινε τὰ χρηματιστήρια καὶ τὰ πανύψηλα κτίρια καὶ τὶς μόδες καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ναί, τοὺς τύπους τοὺς ἴδιους καὶ πιὸ πέρα ἀκόμα, τὸ ἐπικίνδυνο πνεῦμα, τὴ μεγαλοφυΐα, τὴν ψυχὴ τῆς ἐποχής μας – ὅλα αὐτὰ κοιτάζοντας ἀπλῶς τὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ χαράκτη. Κι ἀφήνοντας πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος τὴν ποιοτική διάσταση τῆς τέχνης του, ρωτῶ : Ποιός καλλιτέχνης ἐκτὸς ἀπ’ τον ἴδιο, τὸν Βενιαμὶν τῆς γραφιστικῆς, μπορεῖ νὰ περηφανευτεῖ γιὰ τόσο καὶ τέτοιο μνημειῶδες κατόρθωμα ; Ποιός ἀπ’ ὅλους τοὺς συγχρόνους του ἔχει κατορθώσει κάτι ἐφάμιλλο σὲ ποσότητα καὶ σὲ ποικιλία ; Οὔτε ἡ ἐργατικότητα οὔτε ἡ τεχνικὴ ἀρκοῦν ἀπὸ μόνες τους. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι ἀνώτερο, κάτι ποὺ θὰ συνδέει καὶ θὰ ἑνώνει τὰ πάντα ἑντός του· αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ εὐρύτητα τοῦ βλέμματος καὶ τοῦ πνεύματος ποὺ ἀνοίγεται καὶ ἀντικρίζει τὸν κόσμον ὅλον, χωρὶς νὰ χάνει στιγμὴ τὸν ἔρωτα τῆς λεπτομέρειας. Ὁ Μαζερέελ εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ ἐκρηκτικοῦ, τοῦ παρορμητικοῦ καλλιτέχνη. Τὸ πνεῦμα του, ἡ δημιουργικότητά του εἶναι ὅπως ἐκείνη τοῦ Μπαλζάκ, ὅπως ἐκείνη τοῦ Οὐώλτ Οὐίτμαν, στραμμένη πρὸς τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἀγαπᾶ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλες τὶς γλῶσσες, ὅλες τὶς ἐποχές, τὸ ἀρχαῖο καὶ τὸ νέο, τὰ ὄνειρα τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τὴν πραγματικότητα τῶν μηχανῶν. Δὲν ξέρω τίποτα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ ποὺ ἑτοῦτος ὁ παθιασμένος φίλος τοῦ κόσμου νὰ τὸ μισεῖ. Μόνο ὅσα στέκονται ἐχθρικὰ ἀπέναντι στὸν κόσμο, ὅλους τοὺς θεσμοὺς δηλαδὴ ποὺ σκοπὸ ἔχουν νὰ νεκρώσουν τὴν τρομερή, σφύζουσα, ὁλοζώντανη πληθώρα τῆς ὕπαρξης· νὰ τὴν παγώσουν, νὰ τὴν ἀκινητοποιήσουν, νὰ τὴν ἀπαλείψουν· καὶ νὰ χαλιναγωγησουν, νὰ περιορίσουν, νὰ ὑποτάξουν τὴν πάλλουσα ζωή. Εἶνα ἐχθρὸς τοῦ κράτους, ὅπου τὸ κράτος εὐνοεῖ τὴ βία καὶ τὸ ἄδικο. Εἶναι ἔχθρὸς τῆς «κοινωνίας» τῆς συντηρητικῆς καὶ δεσποτικῆς, ποῦ θέλει μόνο νὰ διατηρήσει τὴν ἐξουσία της. Καὶ χωρὶς νὰ πολιτεύται, χωρὶς νὰ στρατεύεται σὲ κανένα κόμμα (ὅλα τὰ ἀπεχθάνεται, ἀφοῦ ὅλα περιορίζουν καὶ ψαλιδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία), ἀγωνίζεται σταθερὰ καὶ ἀνυποχώρητα μὲ τὸ μέρος τῶν ἀδυνάτων, τῶν καταπιεσμένων καὶ τῶν ἀδικημένων. Στὰ «εἰκονομυθιστορήματά» του, Τὰ πάθη ἑνὸς ἀνθρώπου, Ἰδέα, Ὁ ἥλιος, στὴ φανταστικὴ αὐτοβιογραφία του, καρφώνει μὲ τὶς γκροτέσκες καρικατοῦρες του στὸν τοῖχο ὅλους τοὺς ἔχθροὺς τῆς ἐλευθερίας : τοὺς πολεμοκάπηλους, τοὺς κερδοσκόπους, τοὺς δικαστές, τοὺς ἀστυνομικούς, ὅλους τοὺς ἐκπροσώπους μιᾶς ἠθικῆς τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Ἡ ἀγάπη του ἀπέναντι στὸν κόσμο δὲν ἀνέχεται τίποτα ἀπ’ ὅσα βιάζουν τὸν κόσμο, δὲν ἐπιτρέπει καμία ἐπιμέρους ὁμάδα ἀπ’ αὐτὲς ποὺ σπᾶνε τὴν ἱερὴ ἑνότητα τοῦ κόσμου. Τὸ πνεῦμα του ἑστιάζει πάντα στὸ σύνολο, στὸ ὅλο : σὰν τὸν Οὐῶλτ Οὐίτμαν στὶς χιλιάδες στροφές του, θέλει νὰ διαλύσει τὸν κόσμο σὲ εἰκόνες, νὰ τὸν ἀναπαραστήσει μὲ τοὺς ἄπειρους μαιάνδρους του καὶ τὶς ἀμέτρητες ἰδιαιτερότητές του, χωρὶς ὡστόσο νὰ χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του τὴ βαθύτερη καὶ οὐσιαστική του ἑνότητα.'
Frans Masereel
Στέφαν Τσβάιχ, από τον πρόλογο 'Φρανς Μαζερέελ: Ο Άνθρωπος και ο Καλλιτέχνης' σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου της έκδοσης Πόλη: Μυθιστόρημα σε 100 Ξυλογραφίες, εκδ. Άγρα

ΤΟ ΚΟΛΕΓΙΟ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Τον άλλο χρόνο το γρασίδι του τάφου θα μας σκεπάσει.
Τώρα, στεκόμαστε γελώντας·
κοιτώντας τα κορίτσια που περνούν·
στοιχηματίζοντας σε κοιμισιάρικα άλογα·
πίνοντας φτηνό τζιν.
Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε· πουθενά να πάμε· κανέναν.

Πέρσι ήταν ένας χρόνος πριν· τίποτα περισσότερο.
Δεν ήμασταν νεώτεροι· ούτε πιο γέροι τώρα.

Τα καταφέραμε να ’χουμε τη μορφή των νέων·
δε νιώθουμε τίποτα πίσω απ’ τις φάτσες μας, έτσι κι αλλιώς.

Πιθανότατα δε θα ’μαστε εντελώς νεκροί όταν πεθάνουμε.
Ποτέ δεν υπήρξαμε κάτι εντελώς· ούτε καν στρατιώτες.

Μας έχουνε προσβάλει, αδερφέ μου, είμαστε τα χαμένα παιδιά.
Υπνοβάτες σε μια μαύρη και τρομερή χώρα,
όπου η μοναξιά είναι ένα βρόμικο
μαχαίρι στο λαρύγγι μας.

Τα κρύα άστρα μας κοιτάνε, φίλε μου,
τα κρύα άστρα κι οι πουτάνες.

*

ΑΠΠΙΑ ΟΔΟΣ


Η δύναμη!
Μονάχα η δύναμη.
Ένας δρόμος δεν είναι τίποτα. Ένας λαός δεν είναι τίποτα.
Θα θυμάσαι εκείνους τους έξι χιλιάδες
στρατιώτες της Σπάρτης που καρφώθηκαν σε στύλους
και σταυρώθηκαν
πάνω σ’ αυτό το μεγαλειώδες πέτρινο δάπεδο.
Αλλά δεν θα θυμάσαι τις σκιές
που έριχναν... ή τις κραυγές τους!
Όμως κι εγώ θυμάμαι αυτον τον δρόμο.
Αυτές τις πέτρες.
Οι λεγεωνάριοι του Μάριου, του Σύλλα,
του Λούκουλου, του Κράσσου – «η Ρωμαϊκή
Ισχύς»... Σκέφτομαι τις πέτρες,
από που ήρθανε, ποιος λείανε
τις άκρες τους. Αναρωτιέμαι ποιος άντρας
στάθηκε στις ερημιές της Ρώμης
κι έσκυψε ν’ αγγίξει τις πέτρες.
Ήταν ένας άντρας ισχυρός.

*

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ


Το περιστέρι περπατά με πόδια που κολλάνε
πάνω στις πράσινες κορώνες της αμυγδαλιάς
τα φτερά του πασαλείβουν τη ζέστη
σα μέλι
που στάζει τεμπέλικα μες στη σκιά...

Όποιος στεκόταν σ’ αυτό το περιβόλι
τόσο γεμάτο ησυχία και ύπνο
δύσκολα θα ’βλεπε τον λόφο εκεί δίπλα
με τα τρία παράξενα ξύλινα μπράτσα του
υψωμένα πάνω από ένα πλήθος ακίνητων ανθρώπων
– πάνω από τα κράνη των στρατιωτών του Πιλάτου
που λάμπουνε στον ήλιο σαν ασημένια δόντια.



Κένεθ Πάτσεν, Ας Αφήσουμε την Τρέλα, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδ. Γαβριηλίδης

* * *

  'Ο Κέννεθ Πάτσεν υπήρξε ποιητής έντονα πολεμικός όσο ήταν, αλλού, θωπευτικά τρυφερός, με πολιτική ταυτότηα μάλλον μαρξιστική (στον αντίποδα του Έζρα Πάουντ, διατηρώντας όμως την εκλεκτική του αισθητική συγγένεια με τα Cantos), ο οποίος, ωστόσο, απαρνήθηκε τον χαρακτηρισμό του ως «προλεταριακού ποιητή» (proletarian poet) και ασπάστηκε απολύτως την ταυτότητα του ειρηνιστή. Ήταν ένας από εκείνους που αντιτάχθηκαν στην συμμετοχή των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· αυτή η αντιμιλιταριστική στάση κόστισε στην ποίησή του την απήχηση που θα της άξιζε. Ο Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς και ο Χένρι Μίλλερ, ο οποίος έγραψε το εκτενές δοκίμιο με τίτλο «Πάτσεν: Άνδρας της Οργής και του Φωτός» (Patchen: Man of Anger and Light), ήταν από τους ελάχιστους που υπερασπίστηκαν το αντιπολεμικό του μοντερνιστικό μυθιστόρημα «Το Ημερολόγιο του Φεγγαρόφωτος της Αλβιόνας» (The Journal of Albion Moonlight, 1941). Η αντίθεση του Πάτσεν στον πόλεμο, αλλά και απέναντι στον βιασμό της φύσης από τον ανθρώπινο εγωκεντρισμό, μας θυμίζει ευθέως έναν άλλο ποιητή της Καλιφόρνια, λίγο προγενέστερο του Πάτσεν, αλλά εξίσου παραμελημένο από την ιστορία της λογοτεχνίας: τον σημαντικό Ρόμπινσον Τζέφερς [...]. Ο Πάτσεν διαθέτει επιπροσθέτως μια ανθρωπιστική πλευρά, έναν συμπονετικό τόνο, που ο Τζέφερς έχει υποκαταστήσει με την θεωρία του «απανθρωπισμού».'

Μαρία Γιαγιάννου, από το επίμετρο της έκδοσης '«Η 23η Οδός Πηγαίνει στον Παράδεισο»'

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΝΕΓΡΟΥ


Ριγμένος πάνω σε μαξιλάρια με αίμα μαύρο
ξάπλωνε ο ξανθός λαιμός μίας λευκής γυναίκας.
Ο ήλιος έδινε λάμψη στα μαλιά της
κι έγλειφε από πάνω ως κάτω τους λευκούς μηρούς της,
και γονάτιζε γύρω από τα πια μαυρισμένα στήθη της,
τα ακόμη ανέγγιχτα από βίτσια κι από γέννες.
Δίπλα της ένας νέγρος: η οπλή ενός αλόγου
του είχε σπάσει μέτωπο και μάτια. Με τα δυο δάχτυλα
από το βρώμικο αριστερό του πόδι
τρυπούσε το μικρό λευκό αυτί της.
Μα εκείνη αναπαυόταν και κοιμόταν σαν ερωμένη:
σ’ ένα άγγιγμα ευτυχίας πρώτου έρωτα
και σαν λιγάκι πριν την απογείωση
σε ουράνια ταξίδια του ζεστού νεανικού αίματός της.
Μέχρι που
βύθισα το νυστέρι στο λευκό λαιμό της
και μια ποδιά ολοπόρφυρη από νεκρό αίμα
την κάλυψε ως τους γοφούς.



Γκόντφριντ Μπεν, Morgue και Άλλα Ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliothèque

  'Πολλοί στη θέση του θα προτιμούσαν το λουλουδένιο μονοπάτι της νωχέλειας από τα απόκρημνα ύψη του καθήκοντος· αλλά ο Λόρδος Άρθουρ ήταν πολύ ευσυνείδητος για να βάλει την ευχαρίστηση πάνω απ’ τις αρχές του. Υπήρχε κάτι περισσότερο από απλό πάθος στην αγάπη του· και η Σύμπιλ ήταν γι’ αυτόν το σύμβολο όλων εκείνων που είναι καλά και ευγενή. Για μια στιγμή ένιωσε μια φυσική αποστροφή ενάντια σ’ αυτό που έπρεπε να κάνει αλλά γρήγορα το ξεπέρασε. Η καρδιά του του είπε πως δεν ήταν αμαρτία, αλλά μια θυσία. Το λογικό του του υπενθύμισε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Είχε να διαλέξει ανάμεσα στο να ζει για τον εαυτό του και στο να ζει για τους άλλους, και αν και το καθήκον που του επιβλήθηκε ήταν αναμφίβολα τρομερό όμως ήξερε ότι δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εγωισμό να θριαμβεύσει πάνω στην αγάπη. Αργά ή γρήγορα όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για το ίδιο ζήτημα –σε όλους μας το ίδιο πρόβλημα μπαίνει για λύση. Στον Λόρδο Άρθουρ μπήκε νωρίς στη ζωή του –πριν ο χαρακτήρας του καταστραφεί από τον υστερόβουλο κυνισμό της μέσης ηλικίας, ή η καρδιά του διαφθαρεί από το ρηχό, μοντέρνο εγωισμό του καιρού μας και δεν είχε κανένα ενδοιασμό στο να κάνει το καθήκον του. Ευτυχώς όμως, γι’ αυτόν, δεν ήταν απλός ονειροπόλος ούτε επιπόλαιος ερασιτέχνης. Αν ήταν κάτι απ’ αυτά, θα δίσταζε, σαν τον Άμλετ, και θα άφηνε την αναποφασιστικότητα να βλάψει το σκοπό του. Αλλά ήταν βασικά πρακτικός. Η ζωή γι’ αυτόν σήμαινε περισσότερο δράση παρά σκέψη. Κάτεχε το πιο σπάνιο απ’ όλα τα πράγματα, τον κοινό νου.'

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ: Μια Μελέτη Καθήκοντος, μτφρ. Δάφνη Ανδρέου, εκδ. Στοχαστής

  'Τα ολοκαυτώματα –προσφορές στη φωτιά– των αρχαίων Εβραίων αποτελούνταν από αμέτρητα μη ανθρώπινα ζώα, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις θρησκευτικές θυσίες ζώων που γίνονταν σε όλο τον αρχαίο κόσμο από τους Έλληνες, τους ινδουιστές, τους μουσουλμάνους, τους ιθαγενείς Αμερικάνους και από άλλους πολιτισμούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να κρίνουμε τη μοίρα εκείνων των ζώων με βάση τα δεδομένα του σημερινού κόσμου, όπου η θανάτωση ζώων για ανθρώπινη κατανάλωση αυξάνεται σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα. Δεν πρέπει να αναλογιζόμαστε την εμπειρία των ζώων κατά τη μετατροπή τους σε «προσφορές στη φωτιά», σε κρέας, σε συμβολισμούς και σε άλλες μορφές που εκμηδενίζουν τη ζωή τους, την προσωπικότητά τους, τα συναισθήματά τους και την ταυτότητα που επιλέγουμε να τους δώσουμε.
   Η έκθεση “Holocaust on Your Plate” αποκαθιστά αυτό στο οποίο η φεμινίστρια συγγραφέας Κάρολ Άνταμς, αναφέρεται στο βιβλίο της, The Sexual Politics of Meat, ως το «απόν αναφερόμενο» [absent referent]. Το απόν αναφερόμενο είναι ένα άτομο ή μια ομάδα, που η μοίρα του «μετατρέπεται σε μεταφορά για την ύπαρξη ή τη μοίρα κάποιου άλλου», χωρίς να αναγνωρίζεται το ίδιο το αναφερόμενο. Σύμφωνα με την Άνταμς, «μεταφορικά, το απόν αναφερόμενο μπορεί να είναι οτιδήποτε μέσα σε μια διαφορετική ιεραρχία νοημάτων». Ο βιασμός των γυναικών ως ο «βιασμός» της γης, με τέτοιο τρόπο που οι γυναίκες εξαλείφονται. Όπως εξηγεί η Άνταμς: «Το απόν αναφερόμενο βρίσκεται και δεν βρίσκεται εκεί. Είναι παρόν συμπερασματικά, όμως η νοηματοδότησή του αντανακλάται μόνο σ’ αυτό στο οποίο αναφέρεται, καθώς η αρχική, κυριολεκτική, εμπειρία που συντελεί στο νόημα δεν βρίσκεται εκεί. Αποτυγχάνουμε ν’ αναγνωρίσουμε σε αυτό το απόν αναφερόμενο την ίδια του την ύπαρξη».
   Όταν έχουν το ρόλο του απόντος αναφερόμενου, τα μη ανθρώπινα ζώα γίνονται μεταφορά για την περιγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας, την ίδια στιγμή που «η αρχική καταπίεση των ζώων, που προσδίδει την ισχύ στη μεταφορά», παραγνωρίζεται. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν οι άνθρωποι λένε: «Μας μεταχειρίζονται σαν ζώα». Το νόημα της μοίρας των ζώων, για τα ίδια τα ζώα, για καθέναν και καθεμία τους, απορροφάται από μια ανθρωποκεντρική ιεραρχία, στην οποία τα ζώα δεν υπολογίζονται, ούτε καν υπάρχουν, πέραν από το πώς τα χρησιμοποιούν ή τα έχουν χρησιμοποιήσει οι άνθρωποι. Η χρήση τους από εμάς γίνεται η οντολογία τους (αυτό είναι τα ζώα) και η τελεολογία τους (γι’ αυτό δημιουργήθηκαν τα ζώα).
   Αυτή η διαδικασία «απόκρυψης του προσώπου του άλλου», όπως την περιγράφει ο Μάξουελ Σνούρερ στο δοκίμιό του “At the Gates of Hell”, είναι «ζωτική για την υποβίβαση έμβιων όντων σε αντικείμενα πάνω στα οποία μπορεί να γίνει σωρεία φρικαλεοτήτων». Και αυτό δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο είδος. Ο Σνούρερ εξηγεί τη διαδικασία απόκρυψης του προσώπου του άλλου από τον θύτη, προκειμένου να αθωώσει τον εαυτό του: «Στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, ήταν απαραίτητο να συντηρηθεί μια πολύπλοκη υποδομή, που επέτρεπε σε κάθε συμμετέχοντα να συγκαλύπτει την ευθύνη του. Στην περίπτωση των ζώων, όπως σημειώνει η Άνταμς, είναι αναγκαίο να αποκρύπτονται καλά οι πράξεις θανάτωσης, υποδούλωσης και βασανισμού των ζώων, έτσι ώστε ο καταναλωτής να βλέπει μόνο το τελικό “προϊόν”. Και για τα δύο συστήματα καταπίεσης, είναι κρίσιμης σημασίας η διαδικασία να είναι όσο το δυνατόν πιο κατατετμημένη. Ο λόγος για την απόκρυψη των δεινών είναι τόσο προφανής όσο και κεκαλυμμένος – στη θέα τρομερών πράξεων μπορεί να γεννηθεί συμπάθεια και συμπόνια, και συχνά εκκλήσεις για λύση.»'

Κάρεν Ντείβις, Η Ιστορία Δύο Ολοκαυτωμάτων, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

  'Οι ριζοσπαστικοί δημοκράτες ρίχνουν φως στους εσωτερικούς αποκλεισμούς που απαιτούνται για την κατασκευή οποιουδήποτε δημοκρατικού σώματος, μέσα στο οποίο εκείνοι που αποκλείονται δεν υπολογίζονται ως υποκείμενα της κοινότητας. Κάθε κοινότητα που επαγγέλεται την ένταξη, υποστηρίζει η Μουφ, αναγκαστικά βασίζεται σε μια «προκήρυξη του συγκεκριμένου και σε μια άρνηση της εξειδίκευσης». Η δημιουργία μιας δημοκρατικής ένωσης απαιτεί, όπως υποστηρίζει η ίδια, ένα συστατικό εξωτερικό πεδίο [constitutive outside], το οποίο σχηματίζει τα όρια της κοινότητας των υποκειμένων. Ομοίως, ο Ρανσιέρ εξηγεί πως «η καταμέτρηση των “μερών μιας κοινότητας» θα είναι πάντα «μια ψευδής καταμέτρηση, μια διπλή καταμέτρηση ή μια εσφαλμένη καταμέτρηση», δεδομένης της αναπόφευκτης ύπαρξης ενός υπολοίπου, ενός μέρους της κοινότητας το οποίο είναι αποκλεισμένο και κατά συνέπεια δεν έχει κανέναν ρόλο σε αυτή. Από τη στιγμή που καμία κοινότητα δεν μπορεί να «πραγματοποιήσει κάποια ξεκάθαρη συνένωση», εξηγεί η Μουφ, «σημασία έχει η δυνατότητα χάραξης μιας διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε εκείνους που ανήκουν στον δήμο [...] και σε εκείνους που, στον πολιτικό τομέα, δεν μπορούν να έχουν τα ίδια δικαιώματα γιατί δεν αποτελούν μέρος του δήμου». Αντί να προσποιούνται μια συμπίμπτουσα ενταξιμότητα [overlapping inclusivity], οι ριζοσπαστικοί δημοκράτες υποστηρίζουν ότι η πολιτική θεωρεία πρέπει να αναγνωρίζει το αναπόφευκτο εξωτερικό πεδίο, την εσφαλμένη μέτρηση, που υπολείπεται οποιουδήποτε πολιτικού καθεστώτος.
   Ο Ρανσιέρ και η Μουφ καταδεικνύουν ότι κάθε απόφαση εντός πολιτικού πλαισίου αναγκαστικά θα δημιουργήσει μια αποκλεισμένη ομάδα και θα την αφήσει εκτός υπολογισμού, εξασφαλίζοντας έτσι το αναπόφευκτο της σύγκρουσης. Για τη Μουφ, η απόφαση για τη δημιουργία οποιασδήποτε «μορφής ενότητας» θα έχει ως αποτέλεσμα την «εγκαθίδρυση ενός ορίου, με βάση το οποίο θα καθοριστούν οι δυνάμεις στις οποίες πρέπει να υπάρξει εναντίωση, θα καθοριστεί ο “εχθρός». Διαχωρίζοντας τους αποκλεισμένους υπόλοιπους, ο δήμος διέρχεται από «μια στιγμή κλεισίματος, η οποία», όπως υποστηρίζει η Μουφ, «απαιτείται από την ίδια διαδικασία συγκρότησης του λαού». Σε αντίθεση με το μη υπολογίσιμο εξωτερικό πεδίο, αυτή η στιγμή του προσωρινού κλεισίματος, η οποία συγκροτεί την κοινότητα, υπαγορεύει τις συζητήσεις, τις γνώσεις, τα σώματα και τα όντα του δήμου. Ενώ η Μουφ περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως τον σχηματισμό μιας συγκεκριμένης ηγεμονικής συνάρθωσης, ο Ρανσιέρ αναφέρεται σε αυτή ως λογική της αστυνομίας, που «διευθετεί εκείνη την απτή πραγματικότητα μέσα στην οποία κατανέμονται τα σώματα στην κοινότητα». Είτε αναφέρονται σε «συμβολική διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων» είτε σε «διάταξη σωμάτων που ορίζει την κατανομή των τρόπων πράξης, των τρόπων ύπαρξης και των τρόπων ομιλίας», τόσο η Μουφ όσο και ο Ρανσιέρ επισημαίνουν την ύστατη ενδεχομενικότητα και κατ επέκταση την αμφισβησιμότητα του καθενός και όλων των πολιτικών καθεστώτων, μια και κάθε διάταξη ή διευθέτηση μπορει να ρυθμιστεί και να διευθετηθεί εκ νέου. Παρόλο που δεν επιθυμώ να υποβαθμίσω τις διαφορές ανάμεσα στη Μουφ και στον Ρανσιέρ, η κοινή κριτική που ασκούν τόσο στην αναγκαιότητα του αποκλεισμού όσο και στη διαπερατότητα των συνόρων της κοινότητας, αποτελεί προειδοποίηση για την αυτοπεποίθηση οποιασδήποτε κοινότητας θεωρεί πως η ίδια δεν αποκλείει κανέναν. Η σκέψη τους μας υποδεικνύει ότι πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στους συνεχείς αγώνες που λαμβάνουν χώρα στις περιφέρειες των κοινοτήτων.
   Αυτό που θέλω να τονίσω στο παραπάνω αφήγημα δεν είναι η βία που ορίζει τον καταπιεστικό αποκλεισμό του συστατικού εξωτερικού πεδίου αλλά ο τρόπος με τον οποίο η αμφισβήτηση της πολιτικής κοινότητας και η είσοδος σε αυτή συνεπάγεται την αλλαγή της υποκειμενικότητας – τόσο για τους ενταγμένους όσο και για τους μέχρι τότε αποκλεισμένους. Για τη Μουφ, η αναδιαμόρφωση της πολιτικής κοινότητας προκύπτει όταν αποκλεισμένες ομάδες διαταράσσουν την κυρίαρχη ηγεμονία και (επανα)διατυπώνουν μια νέα «πολιτική ταυτότητα» για εκείνους που ανήκουν στην προσφάτως μετασχηματισμένη κοινότητα: η ένταξη «δεν είναι απλά ζήτημα εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας μεταξύ δεδομένων συμφερόντων αλλά ενός πραγματικού μετασχηματισμού των ίδιων των ταυτοτήτων αυτών των δυνάμεων». Από τη στιγμή που η πολιτική απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ένα θεμελιωδώς αμφισβητούμενο πεδίο, η κύρια λογική της δημοκρατίας αποτελείται από τη συγκρότηση των πολιτικών υποκειμένων και όχι από την έκφραση των συμφερόντων τους. Όπως η Μουφ, έτσι και ο Ρανσιέρ πιστεύει πως ο μετασχηματισμός της υποκειμενικότητας είναι η λογική των πολιτικών αγώνων που αμφισβητούν και επανακαθορίζουν τα εμπλεκόμενα μέρη στην κοινότητα: «Τα εμπλεκόμενα μέρη δεν υπάρχουν πριν από τη σύγκρουση στην οποία αναφέρονται και στην οποία υπολογίζονται ως μέρη». Για το ήδη ενταγμένο μέρος της κοινότητας (για εκείνους που υπολογίζονται), δεν υπάρχει κάποια πολιτική για τα αποκλεισμένα και τα μη υπολογίσιμα στοιχεία: «Δεν υπάρχει πολιτική σκηνή επειδή δεν υπάρχουν εμπλεκόμενα μέρη [...] Η πολιτική είναι πρωτίστως σύγκρουση επί της ύπαρξης μιας κοινής βάσης και επί της ύπαρξης και της κοινωνικής θέσης [status] εκείνων που βρίσκονται σε αυτή». Η πράξη της αμφισβήτησης είναι μια πράξη υποκειμενικότητας, η οποία διαρρηγνύει τα όρια του πολιτικού πεδίου. Αμφισβήτηση των ορίων της πολιτικής κοινότητας σημαίνει αμφισβήτηση του ποιος λογίζεται ως υποκείμενο αυτής της κοινότητας. Συνεπώς, αυτή η αμφισβήτηση είναι μια επιτελεστική πράξη, δεδομένου ότι δημιουργεί ταυτόχρονα τα μέρη που προκαλούν την πράξη της ρήξης. Έτσι λοιπόν δεν διακυβεύεται μόνο η ένταξη της αποκλεισμένης ομάδας αλλά και η επανυποκειμενοποίηση και η επανακωδικοποίηση καθαυτής της κοινότητας. Τόσο η Μουφ όσο και ο Ρανσιέρ, ταυτίζουν την κατάρριψη των ορίων της κοινότητας και την ένταξη των αποκλεισμένων υποκειμένων με μια διαδικασία υποκειμενοποίησης, η οποία δεν καθιστά απλά τις περιθωριοποιημένες ομάδες πολιτικά υποκείμενα της κοινότητας αλλά αναπλάθει και την υποκειμενικότητα ολόκληρης της κοινότητας.'

Aylon A. Cohen, Υποστηρίζουμε τα Ζώα που Σκοτώνουν τους Καταπιεστές τους: Η Πολιτική των Εξεγερμένων Ζώων, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

  'Αὐτὸ ἦταν λοιπὸν ὁ πόλεμος : ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς μέν, γιὰ τοὺς δὲ ἡ ὠμότητα τῆς δολοφονίας.
   Παρέμενε ἐντούτοις, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ τουφεκισμὸς τελοῦσε ἐν ἀναμονῇ, τὸ αἴσθημα ἐλαφρότητας ποὺ ἀδυνατῶ νὰ τὸ μεταφράσω : ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴ ζωή ; Τὸ  ἄπειρο ποὺ διανοίγεται ; Οὔτε εὐτυχία οὔτε δυστυχία. Οὔτε ἡ ἀπουσία τοῦ φόβου καὶ ἴσως, ἤδη, τὸ βῆμα πρὸς τὸ ἐπέκεινα. Τὸ ξέρω, φαντάζομαι πὼς αὐτὸ τὸ μὴ ἀναλύσιμο αἴσθημα τοῦ ἄλλαξε ὅ,τι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του. Ὡσὰν ὁ θάνατος ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἐφεξῆς νὰ μὴν μποροῦσε παρὰ νὰ προσκρούσει στὸ θάνατο ποὺ ἦταν μέσα του. « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρός ».'

Μορίς Μπλανσό, Η Στιγμή του Θανάτου μου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης, εκδ. Άγρα

* * *

  'Ἡ τελευταία φράση τῆς προτελευταίας παραγράφου : « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρὸς » δείχνει ἀκριβῶς τὴν ἀδυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ συλλάβει τὸ θάνατο ἔστω καὶ στιγμιαῖα μέσα στὸ παρόν. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πεῖς « εἲμαι νεκρός ». Στὸν ἄλλο ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου μπορεῖς νὰ πεῖς μόνο « εἶσαι νεκρὸς » – ἤ καλύτερα « εἶσαι ἤδη νεκρός » :
   « Πεθαίνεις θέλει νὰ πεῖ : νεκρός, αὐτὸ εἶσαι ἤδη, σὲ ἕνα ἀμνημόνευτο παρελθόν, ἀπὸ ἕναν θάνατο ποὺ δὲν ἦταν ὁ δικός σου, ποὺ συνεπῶς δὲν τὸν ἔχεις γνωρίσει οὔτε τὸν ἔχεις βιώσει, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ὁποίου πιστεύεις ὅτι καλεῖσαι νὰ ζήσεις, ἀναμένοντάς τον ἐφεξῆς ἀπὸ τὸ μέλλον, κατασκευάζοντας ἕνα μέλλον γιὰ νὰ τὸν καταστήσεις τελικὰ δυνατό, σὰν κάτι ποὺ θὰ λάβει χώρα καὶ θὰ ἀνήκει στὴν ἐμπειρία ».
   Ἄν ἀποδεχτοῦμε ὅτι « ἀρχίζουμε νὰ πεθαίνουμε μαζί μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ποὺ εἶναι ἡ ἔναρξη τῆς ζωής »,  τότε ὁ ἐσωτερικὸς θάνατος εἶναι πάντοτε ἤδη πίσω μας ὡς προεξόφληση γιὰ τὸν ἐπικείμενο ἐξωτρικὸ μελλοντικό μας θάνατο. Ἡ παροντικὴ σύλληψη τοῦ θανάτου εἶναι ἀνέφικτη, τὸ βλέμμα τοῦ θανάτου πάνω στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του εἶναι αὐταπάτη. Γιὰ τὸ ὑποκείμενο ὁ θάνατος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀνέφικτος ὡς δοκιμασμένη ἐμπειρία : « Ὁ ἀναγκαῖος ἀδύνατος θάνατος : γιατί αὐτὲς οἱ λέξεις –καὶ ἡ ἀδοκίμαστη ἐμπειρία στὴν ὁποία ἀναφέρονται– διαφεύγουν τὴν κατανόηση ; Γιατί αὐτὴ ἡ πρόσκρουση, αὐτὴ ἡ ἄρνηση ; » Κατὰ τὸν Μπλανσό, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κατανόηση κομίζει ἡ λογοτεχνία : « Γράφεις, σημαίνει νὰ μὴ θέτεις στὸ μέλλον τὸ θάνατο ποὺ ἔχει πάντοτε ἤδη παρέλθει, ἀλλὰ νὰ δέχεσαι νὰ τὸν ὑποστεῖς χωρὶς νὰ τὸν καθιστᾶς παρόντα καὶ χωρὶς νὰ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου παρόντα σ’ αὐτόν, νὰ γνωρίζεις ὅτι ὁ θάνατος ἔχει λάβει χώρα, μολονότι δὲν τὸν ἔχεις δοκιμάσει [ ... ] ». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ θέση ἐκφράζει ἄλλωστε ἡ ἀκόλουθη παράδοξη μπλανσοτικὴ ἀπόφανση : « Ὁ συγγραφέας, ἡ βιογραφία του : πέθανε, ἔζησε καὶ πέθανε ».'

Βαγγέλης Μπιτσιώρης, από το 'Επίμετρο του Μεταφραστή'

  'Ο άνθρωπος που έχει σεβασμό δεν θα το θεωρήσει καθήκον του να «διαπλάσει» τη νεολαία. Τουναντίον, εντοπίζει σε κάθε έμβιο ον, ιδίως στους ανθρώπους, και πρωτίστως στα παιδιά, κάτι το ιερό, το απροσδιόριστο, το απεριόριστο, κάτι το ξεχωριστό και το αλλόκοτα πολύτιμο, δηλαδή την αρχή βάσει της οποίας αναπτύσσεται η ζωή, μία ενσώματη μερική αποτύπωση του βωβού μόχθου του κόσμου. Διαπνέεται από μιαν ανεξήγητη ταπεινοφροσύνη ενώπιον ενός παιδιού· μια ταπεινοφροσύνη που ναι μεν δεν δικαιολογείται επαρκώς με βάση την οιαδήποτε λογική, ωστόσο καταφέρνει με κάποιον τρόπο να προσπελάζει τη σοφία περισσότερο απ ό,τι η συγκαταβατική αυτοπεποίθηση πολλών γονέων και δασκάλων. Αισθάνεται τη φυσική αδυναμία του παιδιού, την έφεσή του προς την εξάρτηση, την ευθύνη την οποία συνεπάγεται η εκδήλωση εμπιστοσύνης. Μέσω της φαντασίας του, είναι σε θέση να δει τη δυνητική εξέλιξη του παιδιού, προς το καλό ή προς το κακό· να δει το πώς οι παρορμήσεις του παιδιού ενδέχεται να ανατροφοδοτήσουν ή να τορπιλισθούν, το πώς οι ελπίδες του πρέπει να κατακρημνισθούν και η ζωή μέσα του να αποτελέσει τη δύναμή της, το πώς η εμπιστοσύνη του θα τραυματισθεί και οι άμεσες επιθυμίες του θα υποκατασταθούν από τη μελαγχολική διάθεση. Όλα τούτα γεμίζουν τον άνθρωπο ο οποίος έχει σεβασμό με τον διακαή πόθο να βοηθήσει το παιδί στη μάχη του, να το ενδυναμώσει και να το εξοπλίσει, όχι λόγω κάποιου εξωγενούς στόχου που τίθεται από το κράτος ή από οποιαδήποτε άλλη απρόσωπη εξουσία, αλλά για τους στόχους τους οποιους αναζητεί στα τυφλά το ίδιο το παιδικό πνεύμα. Όποιος νοιώθει τα παραπάνω, μπορεί να ασκεί την εξουσία του εκπαιδευτικού δίχως να καταπατεί την αρχή της ελευθερίας.
   Όταν το εκπαιδευτικό λειτούργημα επιτελείται από τις κρατικές υπηρεσίες, τις εκκλησίες, και τους σημαίνοντες θεσμούς οι οποίοι υπόκεινται σ αυτές, το πνεύμα του σεβασμού είναι απόν. Εκείνο που λαμβάνεται υπ όψιν στην εκπαιδευτική διαδικασία σπανίως είναι το αγόρι ή το κορίτσι, ο νεαρός άντρας ή η νεαρή γυναίκα, αλλά σχεδόν ανελλιπώς η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης, σε κάποια μορφή της. Όποτε όντως λαμβάνεται υπ όψιν το άτομο, αυτό γίνεται αποβλέποντας στην υλιστική επιτυχία να κερδίσει χρήματα ή να εξασφαλίσει μια καλή θέση. Η κεντρική ιδέα η οποία υποβάλλεται στο νεανικό μυαλό είναι να ακολουθήσει την πεπατημένη και να αποκτήσει την ικανότητα να τα βγάζει πέρα. Εξαίρεση αποτελεί μια ισχνή μειονότητα δασκάλων που διαθέτουν αρκετή ενεργό πίστη ούτως ώστε να αντιταχθούν στο σύστημα εντός του οποίου απαιτείται από αυτούς να εργασθούν. Η εκπαίδευση, σχεδόν εξ ολοκλήρου, έχει ένα πολιτικό κίνητρο: αποσκοπεί στο να ισχυροποιήσει κάποια εθνική, θρησκευτική ή κοινωνική ομάδα στον ανταγωνισμό της με άλλες ομάδες. Ως επί το πλείστον, αυτό είναι το κίνητρο που καθορίζει τα διδασκόμενα αντικείμενα, τη γνώση η οποία παρέχεται, και τη γνώση που αποκρύπτεται. Επιπροσθέτως, το ίδιο κίνητρο καθορίζει και τους τρόπους σκέψης που απαιτείται από τους μαθητές να υιοθετήσουν. Σχεδόν τίποτα δεν γίνεται με απώτερο σκοπό να υποθάλψει την εσωτερική ανάπτυξη του μυαλού και την καλλιέργεια του πνεύματος· για την ακρίβεια, σχεδόν όσοι έχουν εκπαιδευτεί περισσότερο να διάγουν έναν ατροφικό διανοητικό και πνευματικό βίο, στερούμενο παρορμήσεων, και διαθέτουν απλώς συγκεκριμένες μηχανικές δεξιότητες που υποκαθιστούν τον ζωηρό στοχασμό.'

*

  'Οι «καλοί τρόποι» είναι αρκετά συμβατοί με την επιδερμική ευρύτητα αντιλήψεων, με την προθυμία να ακούσεις όλες τις απόψεις, με ένα είδος αβρότητας προς τους αντιπάλους. Μολαταύτα δεν είναι συμβατοί με το ουσιωδώς ανοικτό μυαλό ή με κάποια βαθύτερη διάθεση να αναγνωρίσεις την αξία της αντίθετης άποψης. Στον πυρήνα των «καλών τρόπων» έγκειται η υπόθεση ότι το πλέον σημαντικό είναι να τηρείς μια στάση που αφενός ελαχιστοποιεί τις προστριβές μεταξύ ίσων, και αφερέρου προκαλεί, με διακριτικό τρόπο, στους κατώτερους μία χοντροκομμένη εικόνα για τον εαυτό τους. Ως πολιτικό όπλο για τη διατήρηση των προνομίων των πλουσίων εντός μιας ψευδο-αριστοκρατικής δημοκρατίας, οι «καλοί τρόποι» είναι αξεπέραστοι. Ως μέσο για την οικοδόμηση ενός ευμενούς κοινωνικού milieu για όσους συνθέτουν χρήματα αλλά όχι έντονες απόψεις ή ασυνήθιστες επιθυμίες, έχουν μια κάποια χρησιμότητα. Από κάθε άλλη άποψη, είναι απεχθείς.
   Τα δεινά των «καλών τρόπων» απορρέουν από δύο πηγές: την εδραία αυτοπεποίθηση της ορθότητάς τους, και την άποψη ότι θα έπρεπε να είναι πιο επιθυμητοί από τη διανοητική ή την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, τη ζωτική ενέργεια, ή από οιαδήποτε άλλη πηγή προόδους σε τούτο τον κόσμο. Η εδραία αυτοπεποίθηση, καθ εαυτή, αρκεί για να καταστρέψει όλη την πνευματική πρόοδο σ εκείνους που την έχουν επιτύχει· και όταν συνδυάζεται με την περιφρόνηση προς τον «γωνιώδη» και αμήχανο χαρακτήρα ο οποίος κατά κανόνα συνοδεύει όσους διαθέτουν υψηλή ευφυΐα, τότε καταστρέφει όλους όσοι έρχονται σε επαφή με αυτήν. Οι «καλοί τρόποι» είναι εκ φύσεως νεκροί, στατικοί, ανίκανοι για πρόοδο· και με τη στάση τους προς όσους δεν τους διαθέτουν, διαχέουν τον θάνατο σε πολλούς οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ζωντανοί.'


Μπέρτραντ Ράσελ, Η Εκπαίδευση ως Πολιτικός Θεσμός, μτφρ. Θωμάς Τσακαλάκης, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Αναμφίβολα ένεκα της μεγάλης μοναξιάς μου, ήμουν αρκετά σκυθρωπός, έχοντας συνάμα στη διάθεσή μου πολύ χρόνο για σκέψη, αλλά δίχως τις γνώσεις οι οποίες απαιτούντο για να εξασκήσω τη στοχαστική μου διάθεση επ αυτών. Επίσης, παρότι δεν είχα ακόμη τη σχετική επίγνωση, αντλούσα ευχαρίστηση από το να αποδεικνύω κάτι, φαινόμενο που διακρίνει τα μαθηματικά μυαλά. Όταν μεγάλωσα ανακάλυψα και άλλους οι οποίοι ένοιωθαν όπως εγώ. Ο φίλος μου G. H. Hardy, που ήταν καθηγητής θεωρητικών μαθηματικών, αισθανόταν την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Κάποτε μου εκμυστηρεύθηκε πως αν μπορούσε να αποδείξει πως θα πέθαινα σε πέντε λεπτά, ναι μεν θα λυπόταν για τον θάνατό μου, ωστόσο η χαρά του για το ότι βρήκε αυτήν την απόδειξη θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη στεναχώρια του. Όχι απλώς δεν προσβλήθηκα από αυτό, αλλά συμφώνησα απολύτως μαζί του.'

'Γιατί με Τράβηξε η Φιλοσοφία', από το επίμετρο της έκδοσης