Ενθύμιο - Cid Corman


Έχω ακόμα
ένα
αγριολούλουδο

ανάμεσα
στα φύλλα
εκείνου του
ημερολογίου

τόσο δα
κίτρινο
συμπιεσμένο
παρ’ όλα αυτά
σωσμένο

από τα
χρονικά
εκείνων
των αγρών

όπου κι οι δύο
μελαγχολήσαμε
και
ονειρευτήκαμε τις

ζωές απ’ τις
οποίες δεν
μπορέσαμε τότε
να ξεφύγουμε

παρά μόνο
ζώντας τες
διαμέσω αυτού
του θανάτου.

*

Η φυσική ικανότητα - Robert Creeley


Πρώτα εκεί, επικυρώνει πως είναι εδώ ακόμα.
Μακρινό όπως φαίνεται, ύστερα κοντινό μοιάζει.
Το βρίσκω εδώ κι εκεί ασαφές.

Άμα το χέρι μου δεν ήταν παρά μία
προέκταση ενός εξωτερικού που μέσα προσεγγίζει
για να εργαστεί με κοινά μέσα ώστε εμένα να αλλάξει;

Όλα τα πράγματα είναι ύλη, κι όμως μοιάζουν
συλλαβόντα σ’ ενός ονείρου την ανυπομονησία,
εγκλωβισμένα μες στην αμηχανία που εκφράζουν.

*

Πρόζα 31 (Η Λογική των Αντιφάσεων) - Michael Palmer


Ένα λογικό αξίωμα λένε πως είναι μία κενή
ή βάσιμη εισήγηση διότι τίποτα δεν γίνεται να
προστεθεί στις λογικές βάσεις του επιχειρήματος
το οποίο διέπει. Αυτό οδηγεί στη λογική των
αντιφάσεων. Είναι ανακόλουθο να πούμε πως
μία πρόταση είναι απίθανη διότι είναι
αυτό-αντικρουόμενη. (Είναι επίσης αμφίσημη).
Η ερμηνεία του πιθανού δοθείσα σε μία
καθορισμένη κατάσταση πληροφόρησης (πραγματική ή
υποτιθέμενη) που δεν γνωρίζουμε πως δεν είναι αληθής,
άλλο ένα ανακόλουθο αποκρύπτει.



από το Η Μεταμοντέρνα Αμερικανική Ποίηση, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι

* * *

  'Οι ποιητές μαθαίνουν στους αναγνώστες να βλέπουν και να ζουν τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους από εκείνους που οι τελευταίοι έχουν συνηθίσει. Ο μεταμοντερνισμός διερεύνησε, όπως και ο μοντερνισμός, τη σχέση της γλώσσας με την ταυτότητα της ποίησης και τη διαχείριση των εννοιών. Ανήγαγε όμως τις αιτιώδεις διαδικασίες σε ποιητική μορφή που δεν χρειαζόταν περιεχόμενο για να υπάρξει αλλά μόνο κάποιου είδους αισθητική ενσωμάτωση.
   Η πεποίθηση της «ασυνέχειας» μεταξύ ποιητικού υποκειμένου και αντικειμένου ήταν απολύτως λογικό να δημιουργήσει το αίσθημα του κατακερματισμού, εφόσον στην καθημερινή ζωή οι διακρίσεις και οι ασταμάτητες κατανομές δημιούργησαν περαιτέρω ρήξη με την πραγματικότητα. Αυτή είναι μια αλήθεια. Αναρωτιέται όμως κανείς για ποιο λόγο, για ποια γραφή, είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί τη ζωή μέσω κάποιας αναξιόπιστης προβολής κατά την οποία η ζωή και το πνεύμα παύουν να επινοούν τον εαυτό τους στο αεικίνητο σημείο συμβολής ζωής και θανάτου, δηλαδή στην ποίηση.
   Οι αυτοτελείς μετατοπίσεις σφυρηλατούν εντέλει μία διαδοχικότητα που μονίμως χρήζει διαδοχής. Γιατί δεν διαθέτει περιεχόμενο, ή, το περιεχόμενο που διαθέτει, δεν είναι αρκετό για ποίηση. Η ποίηση συμβαίνει εκ νέου, ώστε το περιεχόμενο να είναι αναντικατάστατο, ειδικά όταν αρνείται να υπάρξει ως τέτοιο· όταν επιλέγει να απουσιάζει, ώστε η μόνη εγκυρότητα που απομένει να είναι η δημιουργία του.
   Μια υπεραπλούστευση του παραπάνω, που βοηθά στη διάκριση μεταξύ συντονισμού και στόχου: η ειρωνεία μπορεί να είναι μέρος της ποίησης μόνον όταν βρίσκεται σε σημείο ρήξης, ή όταν αποτελεί η ίδια σημείο ρήξης. Όταν η ειρωνεία εμφανίζεται ως επιθυμία για απόκλιση από την κανονικότητα, έχουμε επιθυμία απόκλισης από την κανονικότητα, δεν έχουμε ποιητική ειρωνεία. Μα θα υποκριθώ πως δεν έγραψα την προηγούμενη φράση, πως δεν βρίσκομαι εδώ, ώστε να διαβαστεί απρόσκοπτα.
   Σημαντικοί, μοντερνιστές ή μεταμοντερνιστές, ήταν οι ποιητές που διέθεταν μοναδική, ιδιόμορφη γραφή, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντικό ποιητή του απώτερου παρελθόντος και θα συμβεί παρομοίως στο απώτερο μέλλον. Δεν καθιστά το λογοτεχνικό κίνημα σημαντικό έναν ποιητή. Ο ποιητής, από τη στιγμή που δημιουργεί, είναι ήδη πιο ελεύθερος και αποριοθετημένος. Το ποίημα δεν σηματοδοτεί τη ρητή επιδίωξη της αναπαράστασης της ιδέας ενός ποιήματος, ή την ιδέα του ποιήματος. Είναι ποίημα. Εφήμερη ενσάρκωση του διαχρονικού.'

Γιάννης Λειβαδάς, από την Εισαγωγή της έκδοσης

Ἡ  πίπα  τοῦ  Στάλιν

Ὁ Στάλιν δέχεται στὸ γραφεῖο του μιὰ ἀντιπροσωπεία βιομηχανικῶν ἐργατῶν ἀπὸ τὰ Οὐράλια. Μόλις φεύγουν, ψάχνει τὴν πίπα του νὰ καπνίσει – πουθενᾶ  ἡ πίπα. Φωνάζει τὸν Μπέρια:
   — Λαβρέντι, ἦταν ἐδῶ οἱ ἐργάτες ἀπὸ τὰ Οὐράλια, μόλις ἔφυγαν καὶ δὲν μπορῶ νὰ βρῶ τὴν πίπα μου...
   Ὁ Μπέρια ἀμέσως τρέχει πίσω ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπεία. Ὁ Στάλιν ψαχουλεύει λίγο ἀκόμα στὸ γραφεῖο του, ἀνοίγει ἕνα συρτάρι, σηκώνει κάτι χαρτιὰ καὶ βρίσκει ἀπὸ κάτω τὴν πίπα. Παίρνει τηλέφωνο:
   — Λαβρέντι, ἄκυρο, τὴ βρῆκα τελικὰ τὴν πίπα. Στὸ συρτάρι ἦταν.
   — Ἄ ναί; Γιατὶ ἐδῶ ἔχουν ἤδη ὅλοι ὁμολογήσει.

*

Ἐδῶ Ράδιο Ἀρμενία

Οἱ ἀκροατὲς μᾶς ρωτοῦν: «Γιατί οἱ ἀστυνομικκοὶ κυκλοφοροῦν πάντοτε σὲ τριάδες;»
Ἐμεῖς ἀπαντᾶμε: «Ὁ ἕνας ξέρει νὰ γράφει. Ὁ ἄλλος ξέρει νὰ διαβάζει. Ὁ τρίτος παρακολουθεῖ αὐτοὺς τοὺς δύο ἐπικίνδυνους διανοούμενους».

*

Τὰ κρεπωλεῖα στὴν Πολωνία

   — Γιατί στὴν Πολωνία τὰ κρεοπωλεῖα πρέπει ὑποχρεωτικὰ νὰ ἀπέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον πέντε χιλιόμετρα;
   — Γιὰ νὰ μὴν μπερδεύονται οἱ οὐρές.

*

Καὶ πάλι περὶ κομμουνισμοῦ

   — Μπαμπά, τί εἲναι κομμουνισμός;
   — Λοιπόν, κοίτα νὰ δεῖς: ἢταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Λένιν... Δηλαδή, βασικά, Οὐλιάνοφ τὸν ἔλεγαν ἀλλά... Τέλος πάντων, αὐτὸς ἔκανε μιὰ ἐπανάσταση σὲ μιὰ πόλη, τὸ Λένιγκραντ... Δηλαδὴ τὴν Πετρούπολη. Ἡ ἐπανάσταση ξεκίνησε τὸν Ὀκτώβριο καί... Βέβαια, κανονικὰ ἦταν Νοέμβριος, τέλος πάντων. Μετὰ ὁ Στάλιν, ποὺ τὸ πραγματικό του ὄνομα εἶναι Τζουγκασβίλι...
   — Μπαμπά, ὅλα αὐτὰ δὲν βγάζουν νόημα.
   — Ἔ, τώρα κατάλαβες τί εἶναι κομμουνισμός.




από το Η Πίπα του Στάλιν και Άλλα (Αντι)σοβιετικά Ανέκδοτα, εκδ. Κίχλη

* * *

  'Ἡ ἔννοια «ἀντικαθεστωτικός» εἶναι μονοσήμαντη, ἑτεροπροσδιοριζόμενη καὶ ἀνεπαρκής, ἄν τὴ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴ «σύντομη ἱστορία τοῦ 20οῦ αἰώνα» ἀπλουστευτικά, ὡς σύγκρουση τῶν δυνάμεων τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ. Ἀντίθετα, τὴν ἔκταση καὶ τὴ σημασία τοῦ φαινομένου τῶν ἀντισοβιετικῶν ἀνεκδότων μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε μόνον ἄν λάβουμε ὑπόψη ὅτι μεταξύ τῶν φορέων τῶν ἀνεκδότων αὐτῶν ὑπῆρχαν καὶ πολλοὶ τῶν φορέων τῶν ἀνεκδότων αὐτῶν ὑπῆρχαν καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ εἲτε εἶχαν πιστέψει στὸ ὅραμα μιᾶς κομμουνιστικῆς κοινωνίας μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία εἴτε εἶδαν τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση καὶ τὸν ἐρχομὸ τῶν μπολσεβίκων στὴν ἐξουσία μὲ συμπάθεια ἤ ἀνοχὴ χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ εἶναι κομμουνιστές (ὁ Μαντελστάμ, π.χ. ἦταν ἕνας ἀπὸ αὐτούς). Σίγουρα πάντως ὑπῆρχαν μεγάλες μάζες Ρώσων ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα δυσφοροῦσαν μὲ τὸ ἀναχρονιστικό, ἀναποτελεσματικὸ καὶ καταπιεστικὸ τσαρικὸ καθεστώς· μέρος αὐτῶν τῶν μαζῶν ἐξάλλου ἀποτέλεσε τὸ ἐπαναστατικὸ ὑποκείμενο τῆς περιόδου 1905-1917.
   Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶδαν πολὺ σύντομα μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τὸ καθεστὼς τῶν μπολσεβίκων νὰ ἔρχεται ἀντιμέτωπο μὲ τὴν ἀνάγκη διακυβέρνησης μιᾶς πολυπληθοῦς αὐτοκρατορίας ὑπὸ κατάρρευση καὶ σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση, μὲ ἄμεση συνέπεια νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας μέρες οἱ ἐκπτώσεις ἀπὸ τὸ κομμουνιστικὸ ἰδεῶδες, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν ὁδικὸ χάρτη τοῦ μαρξισμοῦ῏λενινισμοῦ· εἶδαν τοὺς μπολσεβίκους νὰ ὀργανώνουν σῶμα μυστικῆς ἀστυνομίας στὰ πρότυπα τῆς διαβόητης τσαρικῆς Ὀχράνα μόλις ἕξι ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν ἀνάρρησή τους στὴν ἐξουσία· εἶδαν μυστικοὺς πράκτορες, ποὺ δὲν ὑπόκεινταν σὲ κανέναν θεσμικὸ ἤ κομματικὸ ἔλεγχο, παρὰ λογοδοτοῦσαν ἀπευθείας στὴν ὀλιγομελὴ ἡγεσία τοῦ Κόμματος, νὰ συλλαμβάνουν χωρὶς νόμιμες διαδικασίες καὶ νὰ ὑποβάλλουν σὲ συστηματικὰ βασανιστήρια ποικίλους «ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ»· εἶδαν ἕναν ἄχρωμο ἀλλὰ πονηρὸ καὶ κυνικὸ Γεωργιανὸ νὰ χειρίζεται ἐπιδέξια τὶς ἐσωκομματικὲς ἀντιθέσεις καὶ νὰ ἀποκτᾶ ἀπόλυτη ἐξουσία μέσα σὲ λίγα χρόνια στὸ Κόμμα καὶ στὴ χώρα, εἰς βάρος σημαντικῶν διανοούμενων μπολσεβίκων, πολὺ ἀνώτερών του σὲ ἰδεολογικὸ καὶ πνευματικὸ ἐπίπεδο, τοὺς ὁποίους τύλιξε σὲ μιὰ κόλα χαρτί, χωρὶς νὰ παραβεῖ τυπικὰ τὶς κομματικὲς διαδικασίες· εἶδαν τοὺς καλύτερους συγγραφεῖς καὶ καλλιτέχνες τῆς χώρας νὰ διώκονται ἤ νὰ ἐξαναγκάζονται σὲ σιωπὴ ἀπὸ δοτὲς ἡγεσίες γραφειοκρατικῶν συνδικαλιστικῶν ὀργάνων καὶ ἀπὸ βολονταριστὲς «πολιτιστικοὺς ἐπαναστάτες»·  εἶδαν μιὰ βιομηχανία παραγωγῆς «ἐχθρῶν τοῦ λαοῦ» μὲ ψευδεῖς κατηγορίες, μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν τρομοκράτηση τῶν στελεχῶν τοῦ Κόμματος καὶ τῶν ἁπλῶν πολιτῶν· εἶδαν τὸν προλεταριακὸ διεθνισμὸ νὰ ἐγκαταλείπεται χάριν τοῦ ἰδεολογήματος τοῦ «σοσιαλισμοῦ σὲ μιὰ χώρα»· εἶδαν παλαίμαχους μπολσεβίκους, μπαρουτοκαπνισμένους ἐπαναστάτες καὶ συνειδητοὺς κομμουνιστὲς νὰ ὁμολογοῦν ἐγκλήματα ποὺ δὲν εἶχαν διαπράξει ὕστερα ἀπὸ ψυχολογικοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ βάναυσα βασανιστήρια· εἶδαν τεράστιες μάζες ἀγροτῶν νὰ καταδικάζονται οὐσιαστικὰ σὲ θάνατο διὰ τοῦ λιμοῦ στὰ χρόνια τῆς βίαιης κολεκτιβοποίησης· εἶδαν, γιὰ νὰ δανειστοῦμε τοὺς στίχους τοῦ Μαγιακόφσκι ἀπὸ τὸ ἡμιτελὲς ποίημα στὸ σημείωμα αὐτοκτονίας του, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1930, «τὴ βάρκα τοῦ ἔρωτα νὰ συντρίβεται στὴν ἀδυσώπητη καθημερινότητα».'

Γιώργος Τσακνιάς, από την Εισαγωγή της έκδοσης