Δροσερή αύρα —
Ενός ονείρου
το μακρύ πέρασμα.

*

Στον ίδιο ρυθμό
οι ψαλμοί
και το χαλάζι.

*

Το γέρικο σκυλί ξέρει
τον δρόμο
για τους τάφους.

*

Μόνο όταν γράφεις
για σένα
είναι τέχνη.


Κομπάγια Ίσα, Διακόσια Εξήντα Επτά Χάικου, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι

* * *

  'Στο χάικου το διανοητικό στοιχείο είναι τόσο απόλυτα συγχωνευμένο με το διαισθητικό που καμία πιθανή ανάλυση δεν θα μπορούσε να τα διαχωρίσει. Ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει το χάικου άκοπα, δίχως την παραμικρή προσπάθεια, μόνο με το διανοητικό ένστικτο. Ουσιαστικά πρόκειται για την αντίληψη ενός γεγονότος που δημιουργεί ακαριαία εσωτερική δράση, περιεχόμενο, μέσω της συνειδητοποίησης της δικής μας ένωσης μαζί του. Η όλη διαδικασία καταλήγει στην ικανοποίηση της επανένωσης του εαυτού μας με τα πράγματα, με το Όλον. Η εμπειρία ενός χάικου αφορά το άφατο του κενού και τον υπερβατικό χώρο που μας παραχωρεί να γεμίσουμε μέσα του. Τα πράγματα είναι των εαυτών τους σύμβολα και όλα τα σύμβολα συνιστούν το Ένα.'

  'Η αυτόδηλη αρχή που διέπει ολικά το χάικου, είναι το ζεν, εντός και εκτός βουδισμού. Κατά τη ζενική αντίληψη, η αξία και αλήθεια κάθε πράγματος βρίσκεται στο κενό του — όπως ακριβώς η χρηστικότητα ενός δοχείου. Χωρίς το ζεν δεν θα μπορούσε να υπάρξει το χάικου. Το χάικου είναι η απόλυτη καλλιτεχνική έκφραση του ζεν, γιατί συλλαμβάνει το ακαριαίο, το παροδικό, τη μοναδική στιγμή της σύγκρουσής του με το αιώνιο.'


Γιάννης Λειβαδάς, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

  'Πολλοί στη θέση του θα προτιμούσαν το λουλουδένιο μονοπάτι της νωχέλειας από τα απόκρημνα ύψη του καθήκοντος· αλλά ο Λόρδος Άρθουρ ήταν πολύ ευσυνείδητος για να βάλει την ευχαρίστηση πάνω απ’ τις αρχές του. Υπήρχε κάτι περισσότερο από απλό πάθος στην αγάπη του· και η Σύμπιλ ήταν γι’ αυτόν το σύμβολο όλων εκείνων που είναι καλά και ευγενή. Για μια στιγμή ένιωσε μια φυσική αποστροφή ενάντια σ’ αυτό που έπρεπε να κάνει αλλά γρήγορα το ξεπέρασε. Η καρδιά του του είπε πως δεν ήταν αμαρτία, αλλά μια θυσία. Το λογικό του του υπενθύμισε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Είχε να διαλέξει ανάμεσα στο να ζει για τον εαυτό του και στο να ζει για τους άλλους, και αν και το καθήκον που του επιβλήθηκε ήταν αναμφίβολα τρομερό όμως ήξερε ότι δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εγωισμό να θριαμβεύσει πάνω στην αγάπη. Αργά ή γρήγορα όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για το ίδιο ζήτημα –σε όλους μας το ίδιο πρόβλημα μπαίνει για λύση. Στον Λόρδο Άρθουρ μπήκε νωρίς στη ζωή του –πριν ο χαρακτήρας του καταστραφεί από τον υστερόβουλο κυνισμό της μέσης ηλικίας, ή η καρδιά του διαφθαρεί από το ρηχό, μοντέρνο εγωισμό του καιρού μας και δεν είχε κανένα ενδοιασμό στο να κάνει το καθήκον του. Ευτυχώς όμως, γι’ αυτόν, δεν ήταν απλός ονειροπόλος ούτε επιπόλαιος ερασιτέχνης. Αν ήταν κάτι απ’ αυτά, θα δίσταζε, σαν τον Άμλετ, και θα άφηνε την αναποφασιστικότητα να βλάψει το σκοπό του. Αλλά ήταν βασικά πρακτικός. Η ζωή γι’ αυτόν σήμαινε περισσότερο δράση παρά σκέψη. Κάτεχε το πιο σπάνιο απ’ όλα τα πράγματα, τον κοινό νου.'

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ: Μια Μελέτη Καθήκοντος, μτφρ. Δάφνη Ανδρέου, εκδ. Στοχαστής

  'Τα ολοκαυτώματα –προσφορές στη φωτιά– των αρχαίων Εβραίων αποτελούνταν από αμέτρητα μη ανθρώπινα ζώα, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις θρησκευτικές θυσίες ζώων που γίνονταν σε όλο τον αρχαίο κόσμο από τους Έλληνες, τους ινδουιστές, τους μουσουλμάνους, τους ιθαγενείς Αμερικάνους και από άλλους πολιτισμούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να κρίνουμε τη μοίρα εκείνων των ζώων με βάση τα δεδομένα του σημερινού κόσμου, όπου η θανάτωση ζώων για ανθρώπινη κατανάλωση αυξάνεται σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα. Δεν πρέπει να αναλογιζόμαστε την εμπειρία των ζώων κατά τη μετατροπή τους σε «προσφορές στη φωτιά», σε κρέας, σε συμβολισμούς και σε άλλες μορφές που εκμηδενίζουν τη ζωή τους, την προσωπικότητά τους, τα συναισθήματά τους και την ταυτότητα που επιλέγουμε να τους δώσουμε.
   Η έκθεση “Holocaust on Your Plate” αποκαθιστά αυτό στο οποίο η φεμινίστρια συγγραφέας Κάρολ Άνταμς, αναφέρεται στο βιβλίο της, The Sexual Politics of Meat, ως το «απόν αναφερόμενο» [absent referent]. Το απόν αναφερόμενο είναι ένα άτομο ή μια ομάδα, που η μοίρα του «μετατρέπεται σε μεταφορά για την ύπαρξη ή τη μοίρα κάποιου άλλου», χωρίς να αναγνωρίζεται το ίδιο το αναφερόμενο. Σύμφωνα με την Άνταμς, «μεταφορικά, το απόν αναφερόμενο μπορεί να είναι οτιδήποτε μέσα σε μια διαφορετική ιεραρχία νοημάτων». Ο βιασμός των γυναικών ως ο «βιασμός» της γης, με τέτοιο τρόπο που οι γυναίκες εξαλείφονται. Όπως εξηγεί η Άνταμς: «Το απόν αναφερόμενο βρίσκεται και δεν βρίσκεται εκεί. Είναι παρόν συμπερασματικά, όμως η νοηματοδότησή του αντανακλάται μόνο σ’ αυτό στο οποίο αναφέρεται, καθώς η αρχική, κυριολεκτική, εμπειρία που συντελεί στο νόημα δεν βρίσκεται εκεί. Αποτυγχάνουμε ν’ αναγνωρίσουμε σε αυτό το απόν αναφερόμενο την ίδια του την ύπαρξη».
   Όταν έχουν το ρόλο του απόντος αναφερόμενου, τα μη ανθρώπινα ζώα γίνονται μεταφορά για την περιγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας, την ίδια στιγμή που «η αρχική καταπίεση των ζώων, που προσδίδει την ισχύ στη μεταφορά», παραγνωρίζεται. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν οι άνθρωποι λένε: «Μας μεταχειρίζονται σαν ζώα». Το νόημα της μοίρας των ζώων, για τα ίδια τα ζώα, για καθέναν και καθεμία τους, απορροφάται από μια ανθρωποκεντρική ιεραρχία, στην οποία τα ζώα δεν υπολογίζονται, ούτε καν υπάρχουν, πέραν από το πώς τα χρησιμοποιούν ή τα έχουν χρησιμοποιήσει οι άνθρωποι. Η χρήση τους από εμάς γίνεται η οντολογία τους (αυτό είναι τα ζώα) και η τελεολογία τους (γι’ αυτό δημιουργήθηκαν τα ζώα).
   Αυτή η διαδικασία «απόκρυψης του προσώπου του άλλου», όπως την περιγράφει ο Μάξουελ Σνούρερ στο δοκίμιό του “At the Gates of Hell”, είναι «ζωτική για την υποβίβαση έμβιων όντων σε αντικείμενα πάνω στα οποία μπορεί να γίνει σωρεία φρικαλεοτήτων». Και αυτό δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο είδος. Ο Σνούρερ εξηγεί τη διαδικασία απόκρυψης του προσώπου του άλλου από τον θύτη, προκειμένου να αθωώσει τον εαυτό του: «Στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, ήταν απαραίτητο να συντηρηθεί μια πολύπλοκη υποδομή, που επέτρεπε σε κάθε συμμετέχοντα να συγκαλύπτει την ευθύνη του. Στην περίπτωση των ζώων, όπως σημειώνει η Άνταμς, είναι αναγκαίο να αποκρύπτονται καλά οι πράξεις θανάτωσης, υποδούλωσης και βασανισμού των ζώων, έτσι ώστε ο καταναλωτής να βλέπει μόνο το τελικό “προϊόν”. Και για τα δύο συστήματα καταπίεσης, είναι κρίσιμης σημασίας η διαδικασία να είναι όσο το δυνατόν πιο κατατετμημένη. Ο λόγος για την απόκρυψη των δεινών είναι τόσο προφανής όσο και κεκαλυμμένος – στη θέα τρομερών πράξεων μπορεί να γεννηθεί συμπάθεια και συμπόνια, και συχνά εκκλήσεις για λύση.»'

Κάρεν Ντείβις, Η Ιστορία Δύο Ολοκαυτωμάτων, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

  'Οι ριζοσπαστικοί δημοκράτες ρίχνουν φως στους εσωτερικούς αποκλεισμούς που απαιτούνται για την κατασκευή οποιουδήποτε δημοκρατικού σώματος, μέσα στο οποίο εκείνοι που αποκλείονται δεν υπολογίζονται ως υποκείμενα της κοινότητας. Κάθε κοινότητα που επαγγέλεται την ένταξη, υποστηρίζει η Μουφ, αναγκαστικά βασίζεται σε μια «προκήρυξη του συγκεκριμένου και σε μια άρνηση της εξειδίκευσης». Η δημιουργία μιας δημοκρατικής ένωσης απαιτεί, όπως υποστηρίζει η ίδια, ένα συστατικό εξωτερικό πεδίο [constitutive outside], το οποίο σχηματίζει τα όρια της κοινότητας των υποκειμένων. Ομοίως, ο Ρανσιέρ εξηγεί πως «η καταμέτρηση των “μερών μιας κοινότητας» θα είναι πάντα «μια ψευδής καταμέτρηση, μια διπλή καταμέτρηση ή μια εσφαλμένη καταμέτρηση», δεδομένης της αναπόφευκτης ύπαρξης ενός υπολοίπου, ενός μέρους της κοινότητας το οποίο είναι αποκλεισμένο και κατά συνέπεια δεν έχει κανέναν ρόλο σε αυτή. Από τη στιγμή που καμία κοινότητα δεν μπορεί να «πραγματοποιήσει κάποια ξεκάθαρη συνένωση», εξηγεί η Μουφ, «σημασία έχει η δυνατότητα χάραξης μιας διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε εκείνους που ανήκουν στον δήμο [...] και σε εκείνους που, στον πολιτικό τομέα, δεν μπορούν να έχουν τα ίδια δικαιώματα γιατί δεν αποτελούν μέρος του δήμου». Αντί να προσποιούνται μια συμπίμπτουσα ενταξιμότητα [overlapping inclusivity], οι ριζοσπαστικοί δημοκράτες υποστηρίζουν ότι η πολιτική θεωρεία πρέπει να αναγνωρίζει το αναπόφευκτο εξωτερικό πεδίο, την εσφαλμένη μέτρηση, που υπολείπεται οποιουδήποτε πολιτικού καθεστώτος.
   Ο Ρανσιέρ και η Μουφ καταδεικνύουν ότι κάθε απόφαση εντός πολιτικού πλαισίου αναγκαστικά θα δημιουργήσει μια αποκλεισμένη ομάδα και θα την αφήσει εκτός υπολογισμού, εξασφαλίζοντας έτσι το αναπόφευκτο της σύγκρουσης. Για τη Μουφ, η απόφαση για τη δημιουργία οποιασδήποτε «μορφής ενότητας» θα έχει ως αποτέλεσμα την «εγκαθίδρυση ενός ορίου, με βάση το οποίο θα καθοριστούν οι δυνάμεις στις οποίες πρέπει να υπάρξει εναντίωση, θα καθοριστεί ο “εχθρός». Διαχωρίζοντας τους αποκλεισμένους υπόλοιπους, ο δήμος διέρχεται από «μια στιγμή κλεισίματος, η οποία», όπως υποστηρίζει η Μουφ, «απαιτείται από την ίδια διαδικασία συγκρότησης του λαού». Σε αντίθεση με το μη υπολογίσιμο εξωτερικό πεδίο, αυτή η στιγμή του προσωρινού κλεισίματος, η οποία συγκροτεί την κοινότητα, υπαγορεύει τις συζητήσεις, τις γνώσεις, τα σώματα και τα όντα του δήμου. Ενώ η Μουφ περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως τον σχηματισμό μιας συγκεκριμένης ηγεμονικής συνάρθωσης, ο Ρανσιέρ αναφέρεται σε αυτή ως λογική της αστυνομίας, που «διευθετεί εκείνη την απτή πραγματικότητα μέσα στην οποία κατανέμονται τα σώματα στην κοινότητα». Είτε αναφέρονται σε «συμβολική διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων» είτε σε «διάταξη σωμάτων που ορίζει την κατανομή των τρόπων πράξης, των τρόπων ύπαρξης και των τρόπων ομιλίας», τόσο η Μουφ όσο και ο Ρανσιέρ επισημαίνουν την ύστατη ενδεχομενικότητα και κατ επέκταση την αμφισβησιμότητα του καθενός και όλων των πολιτικών καθεστώτων, μια και κάθε διάταξη ή διευθέτηση μπορει να ρυθμιστεί και να διευθετηθεί εκ νέου. Παρόλο που δεν επιθυμώ να υποβαθμίσω τις διαφορές ανάμεσα στη Μουφ και στον Ρανσιέρ, η κοινή κριτική που ασκούν τόσο στην αναγκαιότητα του αποκλεισμού όσο και στη διαπερατότητα των συνόρων της κοινότητας, αποτελεί προειδοποίηση για την αυτοπεποίθηση οποιασδήποτε κοινότητας θεωρεί πως η ίδια δεν αποκλείει κανέναν. Η σκέψη τους μας υποδεικνύει ότι πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στους συνεχείς αγώνες που λαμβάνουν χώρα στις περιφέρειες των κοινοτήτων.
   Αυτό που θέλω να τονίσω στο παραπάνω αφήγημα δεν είναι η βία που ορίζει τον καταπιεστικό αποκλεισμό του συστατικού εξωτερικού πεδίου αλλά ο τρόπος με τον οποίο η αμφισβήτηση της πολιτικής κοινότητας και η είσοδος σε αυτή συνεπάγεται την αλλαγή της υποκειμενικότητας – τόσο για τους ενταγμένους όσο και για τους μέχρι τότε αποκλεισμένους. Για τη Μουφ, η αναδιαμόρφωση της πολιτικής κοινότητας προκύπτει όταν αποκλεισμένες ομάδες διαταράσσουν την κυρίαρχη ηγεμονία και (επανα)διατυπώνουν μια νέα «πολιτική ταυτότητα» για εκείνους που ανήκουν στην προσφάτως μετασχηματισμένη κοινότητα: η ένταξη «δεν είναι απλά ζήτημα εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας μεταξύ δεδομένων συμφερόντων αλλά ενός πραγματικού μετασχηματισμού των ίδιων των ταυτοτήτων αυτών των δυνάμεων». Από τη στιγμή που η πολιτική απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ένα θεμελιωδώς αμφισβητούμενο πεδίο, η κύρια λογική της δημοκρατίας αποτελείται από τη συγκρότηση των πολιτικών υποκειμένων και όχι από την έκφραση των συμφερόντων τους. Όπως η Μουφ, έτσι και ο Ρανσιέρ πιστεύει πως ο μετασχηματισμός της υποκειμενικότητας είναι η λογική των πολιτικών αγώνων που αμφισβητούν και επανακαθορίζουν τα εμπλεκόμενα μέρη στην κοινότητα: «Τα εμπλεκόμενα μέρη δεν υπάρχουν πριν από τη σύγκρουση στην οποία αναφέρονται και στην οποία υπολογίζονται ως μέρη». Για το ήδη ενταγμένο μέρος της κοινότητας (για εκείνους που υπολογίζονται), δεν υπάρχει κάποια πολιτική για τα αποκλεισμένα και τα μη υπολογίσιμα στοιχεία: «Δεν υπάρχει πολιτική σκηνή επειδή δεν υπάρχουν εμπλεκόμενα μέρη [...] Η πολιτική είναι πρωτίστως σύγκρουση επί της ύπαρξης μιας κοινής βάσης και επί της ύπαρξης και της κοινωνικής θέσης [status] εκείνων που βρίσκονται σε αυτή». Η πράξη της αμφισβήτησης είναι μια πράξη υποκειμενικότητας, η οποία διαρρηγνύει τα όρια του πολιτικού πεδίου. Αμφισβήτηση των ορίων της πολιτικής κοινότητας σημαίνει αμφισβήτηση του ποιος λογίζεται ως υποκείμενο αυτής της κοινότητας. Συνεπώς, αυτή η αμφισβήτηση είναι μια επιτελεστική πράξη, δεδομένου ότι δημιουργεί ταυτόχρονα τα μέρη που προκαλούν την πράξη της ρήξης. Έτσι λοιπόν δεν διακυβεύεται μόνο η ένταξη της αποκλεισμένης ομάδας αλλά και η επανυποκειμενοποίηση και η επανακωδικοποίηση καθαυτής της κοινότητας. Τόσο η Μουφ όσο και ο Ρανσιέρ, ταυτίζουν την κατάρριψη των ορίων της κοινότητας και την ένταξη των αποκλεισμένων υποκειμένων με μια διαδικασία υποκειμενοποίησης, η οποία δεν καθιστά απλά τις περιθωριοποιημένες ομάδες πολιτικά υποκείμενα της κοινότητας αλλά αναπλάθει και την υποκειμενικότητα ολόκληρης της κοινότητας.'

Aylon A. Cohen, Υποστηρίζουμε τα Ζώα που Σκοτώνουν τους Καταπιεστές τους: Η Πολιτική των Εξεγερμένων Ζώων, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

  'Αὐτὸ ἦταν λοιπὸν ὁ πόλεμος : ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς μέν, γιὰ τοὺς δὲ ἡ ὠμότητα τῆς δολοφονίας.
   Παρέμενε ἐντούτοις, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ τουφεκισμὸς τελοῦσε ἐν ἀναμονῇ, τὸ αἴσθημα ἐλαφρότητας ποὺ ἀδυνατῶ νὰ τὸ μεταφράσω : ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴ ζωή ; Τὸ  ἄπειρο ποὺ διανοίγεται ; Οὔτε εὐτυχία οὔτε δυστυχία. Οὔτε ἡ ἀπουσία τοῦ φόβου καὶ ἴσως, ἤδη, τὸ βῆμα πρὸς τὸ ἐπέκεινα. Τὸ ξέρω, φαντάζομαι πὼς αὐτὸ τὸ μὴ ἀναλύσιμο αἴσθημα τοῦ ἄλλαξε ὅ,τι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του. Ὡσὰν ὁ θάνατος ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἐφεξῆς νὰ μὴν μποροῦσε παρὰ νὰ προσκρούσει στὸ θάνατο ποὺ ἦταν μέσα του. « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρός ».'

Μορίς Μπλανσό, Η Στιγμή του Θανάτου μου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης, εκδ. Άγρα

* * *

  'Ἡ τελευταία φράση τῆς προτελευταίας παραγράφου : « Εἶμαι ζωντανός. Ὄχι, εἶσαι νεκρὸς » δείχνει ἀκριβῶς τὴν ἀδυνατότητα τοῦ ὑποκειμένου νὰ συλλάβει τὸ θάνατο ἔστω καὶ στιγμιαῖα μέσα στὸ παρόν. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πεῖς « εἲμαι νεκρός ». Στὸν ἄλλο ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου μπορεῖς νὰ πεῖς μόνο « εἶσαι νεκρὸς » – ἤ καλύτερα « εἶσαι ἤδη νεκρός » :
   « Πεθαίνεις θέλει νὰ πεῖ : νεκρός, αὐτὸ εἶσαι ἤδη, σὲ ἕνα ἀμνημόνευτο παρελθόν, ἀπὸ ἕναν θάνατο ποὺ δὲν ἦταν ὁ δικός σου, ποὺ συνεπῶς δὲν τὸν ἔχεις γνωρίσει οὔτε τὸν ἔχεις βιώσει, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ὁποίου πιστεύεις ὅτι καλεῖσαι νὰ ζήσεις, ἀναμένοντάς τον ἐφεξῆς ἀπὸ τὸ μέλλον, κατασκευάζοντας ἕνα μέλλον γιὰ νὰ τὸν καταστήσεις τελικὰ δυνατό, σὰν κάτι ποὺ θὰ λάβει χώρα καὶ θὰ ἀνήκει στὴν ἐμπειρία ».
   Ἄν ἀποδεχτοῦμε ὅτι « ἀρχίζουμε νὰ πεθαίνουμε μαζί μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ποὺ εἶναι ἡ ἔναρξη τῆς ζωής »,  τότε ὁ ἐσωτερικὸς θάνατος εἶναι πάντοτε ἤδη πίσω μας ὡς προεξόφληση γιὰ τὸν ἐπικείμενο ἐξωτρικὸ μελλοντικό μας θάνατο. Ἡ παροντικὴ σύλληψη τοῦ θανάτου εἶναι ἀνέφικτη, τὸ βλέμμα τοῦ θανάτου πάνω στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του εἶναι αὐταπάτη. Γιὰ τὸ ὑποκείμενο ὁ θάνατος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀνέφικτος ὡς δοκιμασμένη ἐμπειρία : « Ὁ ἀναγκαῖος ἀδύνατος θάνατος : γιατί αὐτὲς οἱ λέξεις –καὶ ἡ ἀδοκίμαστη ἐμπειρία στὴν ὁποία ἀναφέρονται– διαφεύγουν τὴν κατανόηση ; Γιατί αὐτὴ ἡ πρόσκρουση, αὐτὴ ἡ ἄρνηση ; » Κατὰ τὸν Μπλανσό, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κατανόηση κομίζει ἡ λογοτεχνία : « Γράφεις, σημαίνει νὰ μὴ θέτεις στὸ μέλλον τὸ θάνατο ποὺ ἔχει πάντοτε ἤδη παρέλθει, ἀλλὰ νὰ δέχεσαι νὰ τὸν ὑποστεῖς χωρὶς νὰ τὸν καθιστᾶς παρόντα καὶ χωρὶς νὰ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου παρόντα σ’ αὐτόν, νὰ γνωρίζεις ὅτι ὁ θάνατος ἔχει λάβει χώρα, μολονότι δὲν τὸν ἔχεις δοκιμάσει [ ... ] ». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ θέση ἐκφράζει ἄλλωστε ἡ ἀκόλουθη παράδοξη μπλανσοτικὴ ἀπόφανση : « Ὁ συγγραφέας, ἡ βιογραφία του : πέθανε, ἔζησε καὶ πέθανε ».'

Βαγγέλης Μπιτσιώρης, από το 'Επίμετρο του Μεταφραστή'

  'Ο άνθρωπος που έχει σεβασμό δεν θα το θεωρήσει καθήκον του να «διαπλάσει» τη νεολαία. Τουναντίον, εντοπίζει σε κάθε έμβιο ον, ιδίως στους ανθρώπους, και πρωτίστως στα παιδιά, κάτι το ιερό, το απροσδιόριστο, το απεριόριστο, κάτι το ξεχωριστό και το αλλόκοτα πολύτιμο, δηλαδή την αρχή βάσει της οποίας αναπτύσσεται η ζωή, μία ενσώματη μερική αποτύπωση του βωβού μόχθου του κόσμου. Διαπνέεται από μιαν ανεξήγητη ταπεινοφροσύνη ενώπιον ενός παιδιού· μια ταπεινοφροσύνη που ναι μεν δεν δικαιολογείται επαρκώς με βάση την οιαδήποτε λογική, ωστόσο καταφέρνει με κάποιον τρόπο να προσπελάζει τη σοφία περισσότερο απ ό,τι η συγκαταβατική αυτοπεποίθηση πολλών γονέων και δασκάλων. Αισθάνεται τη φυσική αδυναμία του παιδιού, την έφεσή του προς την εξάρτηση, την ευθύνη την οποία συνεπάγεται η εκδήλωση εμπιστοσύνης. Μέσω της φαντασίας του, είναι σε θέση να δει τη δυνητική εξέλιξη του παιδιού, προς το καλό ή προς το κακό· να δει το πώς οι παρορμήσεις του παιδιού ενδέχεται να ανατροφοδοτήσουν ή να τορπιλισθούν, το πώς οι ελπίδες του πρέπει να κατακρημνισθούν και η ζωή μέσα του να αποτελέσει τη δύναμή της, το πώς η εμπιστοσύνη του θα τραυματισθεί και οι άμεσες επιθυμίες του θα υποκατασταθούν από τη μελαγχολική διάθεση. Όλα τούτα γεμίζουν τον άνθρωπο ο οποίος έχει σεβασμό με τον διακαή πόθο να βοηθήσει το παιδί στη μάχη του, να το ενδυναμώσει και να το εξοπλίσει, όχι λόγω κάποιου εξωγενούς στόχου που τίθεται από το κράτος ή από οποιαδήποτε άλλη απρόσωπη εξουσία, αλλά για τους στόχους τους οποιους αναζητεί στα τυφλά το ίδιο το παιδικό πνεύμα. Όποιος νοιώθει τα παραπάνω, μπορεί να ασκεί την εξουσία του εκπαιδευτικού δίχως να καταπατεί την αρχή της ελευθερίας.
   Όταν το εκπαιδευτικό λειτούργημα επιτελείται από τις κρατικές υπηρεσίες, τις εκκλησίες, και τους σημαίνοντες θεσμούς οι οποίοι υπόκεινται σ αυτές, το πνεύμα του σεβασμού είναι απόν. Εκείνο που λαμβάνεται υπ όψιν στην εκπαιδευτική διαδικασία σπανίως είναι το αγόρι ή το κορίτσι, ο νεαρός άντρας ή η νεαρή γυναίκα, αλλά σχεδόν ανελλιπώς η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης, σε κάποια μορφή της. Όποτε όντως λαμβάνεται υπ όψιν το άτομο, αυτό γίνεται αποβλέποντας στην υλιστική επιτυχία να κερδίσει χρήματα ή να εξασφαλίσει μια καλή θέση. Η κεντρική ιδέα η οποία υποβάλλεται στο νεανικό μυαλό είναι να ακολουθήσει την πεπατημένη και να αποκτήσει την ικανότητα να τα βγάζει πέρα. Εξαίρεση αποτελεί μια ισχνή μειονότητα δασκάλων που διαθέτουν αρκετή ενεργό πίστη ούτως ώστε να αντιταχθούν στο σύστημα εντός του οποίου απαιτείται από αυτούς να εργασθούν. Η εκπαίδευση, σχεδόν εξ ολοκλήρου, έχει ένα πολιτικό κίνητρο: αποσκοπεί στο να ισχυροποιήσει κάποια εθνική, θρησκευτική ή κοινωνική ομάδα στον ανταγωνισμό της με άλλες ομάδες. Ως επί το πλείστον, αυτό είναι το κίνητρο που καθορίζει τα διδασκόμενα αντικείμενα, τη γνώση η οποία παρέχεται, και τη γνώση που αποκρύπτεται. Επιπροσθέτως, το ίδιο κίνητρο καθορίζει και τους τρόπους σκέψης που απαιτείται από τους μαθητές να υιοθετήσουν. Σχεδόν τίποτα δεν γίνεται με απώτερο σκοπό να υποθάλψει την εσωτερική ανάπτυξη του μυαλού και την καλλιέργεια του πνεύματος· για την ακρίβεια, σχεδόν όσοι έχουν εκπαιδευτεί περισσότερο να διάγουν έναν ατροφικό διανοητικό και πνευματικό βίο, στερούμενο παρορμήσεων, και διαθέτουν απλώς συγκεκριμένες μηχανικές δεξιότητες που υποκαθιστούν τον ζωηρό στοχασμό.'

*

  'Οι «καλοί τρόποι» είναι αρκετά συμβατοί με την επιδερμική ευρύτητα αντιλήψεων, με την προθυμία να ακούσεις όλες τις απόψεις, με ένα είδος αβρότητας προς τους αντιπάλους. Μολαταύτα δεν είναι συμβατοί με το ουσιωδώς ανοικτό μυαλό ή με κάποια βαθύτερη διάθεση να αναγνωρίσεις την αξία της αντίθετης άποψης. Στον πυρήνα των «καλών τρόπων» έγκειται η υπόθεση ότι το πλέον σημαντικό είναι να τηρείς μια στάση που αφενός ελαχιστοποιεί τις προστριβές μεταξύ ίσων, και αφερέρου προκαλεί, με διακριτικό τρόπο, στους κατώτερους μία χοντροκομμένη εικόνα για τον εαυτό τους. Ως πολιτικό όπλο για τη διατήρηση των προνομίων των πλουσίων εντός μιας ψευδο-αριστοκρατικής δημοκρατίας, οι «καλοί τρόποι» είναι αξεπέραστοι. Ως μέσο για την οικοδόμηση ενός ευμενούς κοινωνικού milieu για όσους συνθέτουν χρήματα αλλά όχι έντονες απόψεις ή ασυνήθιστες επιθυμίες, έχουν μια κάποια χρησιμότητα. Από κάθε άλλη άποψη, είναι απεχθείς.
   Τα δεινά των «καλών τρόπων» απορρέουν από δύο πηγές: την εδραία αυτοπεποίθηση της ορθότητάς τους, και την άποψη ότι θα έπρεπε να είναι πιο επιθυμητοί από τη διανοητική ή την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, τη ζωτική ενέργεια, ή από οιαδήποτε άλλη πηγή προόδους σε τούτο τον κόσμο. Η εδραία αυτοπεποίθηση, καθ εαυτή, αρκεί για να καταστρέψει όλη την πνευματική πρόοδο σ εκείνους που την έχουν επιτύχει· και όταν συνδυάζεται με την περιφρόνηση προς τον «γωνιώδη» και αμήχανο χαρακτήρα ο οποίος κατά κανόνα συνοδεύει όσους διαθέτουν υψηλή ευφυΐα, τότε καταστρέφει όλους όσοι έρχονται σε επαφή με αυτήν. Οι «καλοί τρόποι» είναι εκ φύσεως νεκροί, στατικοί, ανίκανοι για πρόοδο· και με τη στάση τους προς όσους δεν τους διαθέτουν, διαχέουν τον θάνατο σε πολλούς οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ζωντανοί.'


Μπέρτραντ Ράσελ, Η Εκπαίδευση ως Πολιτικός Θεσμός, μτφρ. Θωμάς Τσακαλάκης, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Αναμφίβολα ένεκα της μεγάλης μοναξιάς μου, ήμουν αρκετά σκυθρωπός, έχοντας συνάμα στη διάθεσή μου πολύ χρόνο για σκέψη, αλλά δίχως τις γνώσεις οι οποίες απαιτούντο για να εξασκήσω τη στοχαστική μου διάθεση επ αυτών. Επίσης, παρότι δεν είχα ακόμη τη σχετική επίγνωση, αντλούσα ευχαρίστηση από το να αποδεικνύω κάτι, φαινόμενο που διακρίνει τα μαθηματικά μυαλά. Όταν μεγάλωσα ανακάλυψα και άλλους οι οποίοι ένοιωθαν όπως εγώ. Ο φίλος μου G. H. Hardy, που ήταν καθηγητής θεωρητικών μαθηματικών, αισθανόταν την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Κάποτε μου εκμυστηρεύθηκε πως αν μπορούσε να αποδείξει πως θα πέθαινα σε πέντε λεπτά, ναι μεν θα λυπόταν για τον θάνατό μου, ωστόσο η χαρά του για το ότι βρήκε αυτήν την απόδειξη θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη στεναχώρια του. Όχι απλώς δεν προσβλήθηκα από αυτό, αλλά συμφώνησα απολύτως μαζί του.'

'Γιατί με Τράβηξε η Φιλοσοφία', από το επίμετρο της έκδοσης

Οι κρυψώνες

Οι κρυψώνες είναι αμέτρητες. Η σωτηρία μόνο μία.
Αλλά οι δυνατότητες της σωτηρίας
είναι και πάλι όσες και οι κρυψώνες.

*

Ο αληθινός δρόμος (Hommage-message à Pierre Boulez)

Ο αληθινός δρόμος περνά από ένα σκοινί
που δεν είναι τεντωμένο ψηλά αλλά ελάχιστα πάνω απ’ το έδαφος.
Μοιάζει μάλλον προορισμένο για να σκοντάφτεις παρά για να περπατάς πάνω του.

*

Έχω; Είμαι;

Δεν υπάρχει το «έχω», μόνο το «είμαι»: το «είμαι»
που λαχταρά ως και την ύστατη πνοή, ως και την ασφυξία.

*

In memoriam Joannis Pilinszky

Δεν μπορώ... στην πραγματικότητα να αφηγηθώ,
σχεδόν ούτε να μιλήσω.
Όταν αφηγούμαι, έχω συνήθως ένα αίσθημα σαν αυτό που έχουν τα μικρά παιδιά
όταν πρωτοδοκιμάζουν να περπατήσουν.


από το Θραύσματα από τον Κάφκα: Kafka-Fragmente, μτφρ. Λένια Ζαφειροπούλου, εκδ. Νεφέλη
Γκιόρκι Κούρταγκ  Φραντς Κάφκα
* * *

  'Ο Κούρταγκ αντιμετωπίζει τα αποσπάσματα των έργων του Κάφκα ως μουσική: οι συνθέσεις του συνοδεύουν και ακολουθούν την πολυσημία του συγγραφέα αναδεικνύοντας την αισθητηριακή πλευρά του ερμητικού και σχεδόν αδιαπέραστου καφικού σύμπαντος. Η φωνή και το βιολί δρουν συμπληρωματικά και αντιθετικά, ενεργοποιώντας τη ζωική δυναμική του έργου που πηγάζει από τη συνεχή και αδιάκοπη σύγκρουση και συμφιλίωση των αντιθέτων, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Η αρχιτεκτονική κυκλική ενότητα μεταξύ διασποράς και συνέχειας, φαντασίας και δομικής αναγκαιότητας, μέρους και όλου και η ταλάντευση του υποκειμένου μεταξύ προσωπικού και οικουμενικού, αποτυχίας και προσπάθειας, ενοχής και απόλαυσης, λακωνικότητας και συναισθηματικού ξεσπάσματος βρίσκουν τη θραυσματική τους ολοκλήρωση μέσα από τη μουσική αντίστηξη των δύο ηχητικών πηγών.
   Μέσα στον αντιφατικό κόσμο του ωριαίου Kafka-Fragmente, ο Κούρταγκ υποσκάπτει την έννοια της γραμμικότητας διατηρώντας την αυθυπαρξία των μικρών-θραυσμάτων, που ταυτόχρονα συνδέονται σε ένα αδιόρατο, απροσδιόριστο όλον. Δεν υπάρχει αναφορά σε αρχή, μέση, τέλος: μόνο επαναλαμβανόμενες διαδρομές στο άπειρο του χρόνου. Διαδρομές σε έναν ρντός του κειμένου προορισμό οπυ ο καθένας καλείται να επιλέξει ακόμα και όταν η εσωτερική ύφανση του κειμένου μοιάζει να απαγορεύει κάθε πρόσβαση. Ο προορισμός υπάρχει αλλά είναι απροσπέλαστος. Το μόνο που μένει είναι η πορεία, το συμβάν, η κενή γραμμή της ιστορίας. «Υπάρχει στόχος, αλλά όχι δρόμος προς αυτόν. Ό,τι ονομάζουμε δρόμο είναι δισταγμός» (3, 7).'

Μαρία Σικιτάνο, 'Σημείωμα για τον Συνθέτη και το Έργο'

ΤΟ ΤΖΗΝ ΣΟΡΤΣΑΚΙ


Σκοῦρο τὸ χρῶμα σου
καλοκαιρινό
Σοκολατένια ἀλλὰ σφιχτὰ μπουτάκια
καλοκαιρινά
Ἀνοιχτό γαλάζιο τὸ σκισμένο τζὴν σορτσάκι σου
Ποὺ ντύνει τόσο λίγο τὸ σφιχτὸ σπουδαῖο κωλαράκι
ἄσπρο

Γδύσου – γδύσου ἐπιτέλους γδύσου
Νὰ χαροῦμε μέχρι τέλους γδύσου
Γιατί χειμώνας ἔρχεται !

Ἄχ !



I. C. Mallagan, Ρούχα: Επιλογή από τη Συλλογή Clothes, μτφρ. Γιώργος Χατζημιχάλης, εκδ. Άγρα

Σκοτεινὸς πόρος
Τυφλὰ ζῶα
Ψἀχνουν περάσματα μήτρας.

(Γιὰ τὴν ἕκτη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας.)


Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εικοσιένα Χάικου: Αινιγματικά και Ερωτικά, εκδ. Άγρα

  'Στις μέρες μας με δυσκολία θα βλέπαμε το γάμο σαν το «κατάλοιπο» του κατακερματισμού των κοινωνικών ομάδων. Είναι αλήθεια πως εξακολουθούμε να παντρευόμαστε, αλλά και να χωρίζουμε, καθώς και να «συζούμε», ή να ενωνόμαστε με Pacs. Όμως μας αναγγέλουν, πως η οικογένεια, συρρικνωμένη ήδη στο ζευγάρι με τους απογόνους του, περιέρχεται τώρα στην καινούρια της μορφή, τη λεγόμενη μονογονεϊκή,  σε ποσοστό πάνω από σαράντα τοις εκατό των περιπτώσεων. Και βρισκόμαστε προφανώς στο ξεκίνημα.
   Ας έλθουμε στην ουσία του θέματος: μήπως έχουν αλλάξει οι στοιχειώδεις δομές της συγγένειας; Ο Λακάν αναφερόμενος στον Λεβί-Στρος, αρεσκόταν να υπενθυμίζει το νόμο που τις διέπει, εν αγνοία μάλιστα των πρωταγωνιστών, σύμφωνα με τον οποίον οι γυναίκες –και ας τους κακοφαίνεται, έλεγε διακινούνται μέσα στη γενεαλογία των ανδρών σαν αντικείμενα ανταλλαγής ή συμμαχίας. Πώς θα ήταν δυνατό να ισχύει κάτι τέτοιο σήμερα όταν το ιδεώδες της ισότητας έχει εισχωρήσει για τα καλά μέσα στο πραγματικό; Πώς το αντιλαμβανόμαστε; Μα, αν μη τι άλλο, κατάφερε να σαρώσει όλες τις ιεραρχίες των συμβολικά κατεστημένων θέσεων. Όπως γνωρίζουμε όμως, δεν επήλθε η βασιλεία της ισότητας, αλλά η ισοπέδωση των συμβολικών διαφορών που εφεξής επιτρέπει μόνο την ανισομέρεια των δεδομένων – πράγμα που αλλάζει τα πάντα. Ασφαλώς μαχόμαστε ενάντια σε αυτήν την ανισομέρεια εν ονόματι της διανεμητικής δικαιοσύνης, η οποία μονίμως λαθεύει όταν είναι να διανεμηθούν τα αγαθά και τα πραγματικά δικαιώματα, παρότι τώρα πλέον μόνον οι ανήλικοι και ορισμένοι ψυχικά ασθενείς στερούνται το δικαίωμα της ελεύθερης αυτοδιάθεσης.
   Βεβαίως ο καθένας εξακολουθεί, παρά το ισχύον δίκαιο, να βιώνει τη δοκιμασία των ορίων του ασυνειδήτου, αλλά η πραγματική διακίνηση των σωμάτων, από χώρα σε χώρα, από σπίτι σε σπίτι, από κρεβάτι σε κρεβάτι, υπόκυπτει, πλέον, σε άλλους περιορισμούς, πιο συνδυαστικούς ή πιο πραγματικούς από εκείνους που επέβαλλε το συμβολικό. Μιας και τα απρόοπτα της ζωής έχουν πια αντικαταστήσει τους ρυθμισμένους αυτοματισμούς του συμβολικού, τώρα πια κυβερνούν οι συνθήκες της γέννησης, η μοναδικότητα στις προτιμήσεις, τα απρόοπτα στην πολιτική, οι μεταβολές στην αγορά εργασίας, και όλα συνδυαζόμενα ορίζουν το τυχαίο της συνάντησης.
   Όλοι προσκυνητές του τυχαίου, λοιπόν! Η νέα θρησκεία διαθέτει ήδη τους δικούς της ιερείς, εξομολόγους και εμπόρους, όλους εκείνους τους «ισορροπιστές» με το ευαγγέλιο του «ίσως αύριο», με την άφεση αμαρτιών με ένα «στάθηκες άτυχος», με τη διαχείριση των πιθανοτήτων που μπορεί να προσφέρει τα πάντα: μια μητέρα, έναν πατέρα, ακόμη και μια ολόκληρη οικογένεια για το ορφανό, ένα παιδί σε όποιο χρώμα θέλετε, «μία φιλεναδίτσα» εξ Ανατολής, έναν σύντροφο για μία ζωή ή για μία στιγμή κτλ. Αναμφισβήτητα, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το καθεστώς του ξέφρενου ατομικισμού που οργιάζει στις μέρες μας, με φόντο διαλυμένους παλαιούς κοινωνικούς δεσμούς, σύντομα θα δημιουργήσει δικούς του κανόνες και πιθανότατα, όπως υποστηρίζουν οι οπτιμιστές, νέες αλληλεξαρτήσεις.
   Η ένωση δια του γάμου περιορίζεται πλέον στο ζευγάρι των συντρόφων. Δεν συνδέει δηλαδή δύο οικογένειες, με τα αγαθά τους, τις περιουσίες τους, την ιστορία τους, όπως συνέβαινε άλλοτε, αλλά δύο άτομα που ενώνονται για τις κοινές τους προτιμήσεις. Ως εκ τούτου, ο γάμος βρίσκεται περισσότερο εκτεθειμένος στους κινδύνους του έρωτα: όσο κι αν ευελπιστεί να διαρκέσει για πάντα, εντούτοις είναι γνωστό τοις πάσι πως πρόκειται για ευσεβή πόθο που κάποια στιγμή θα εξανεμιστεί. Το αποδεχόμαστε πλέον ανοιχτά σε σημείο που ετοιμάζουμε ταυτόχρονα συμβόλαια πράξης γάμου και λύσης γάμου, όπως συμβαίνει ήδη στις ΗΠΑ. Οι διασημότητες της σόου μπίζνες, για παράδειγμα, με τους αλλεπάλληλους δεσμούς και χωρισμούς τους, μέσω των ΜΜΕ συμβάλλουν αναμφισβήτηα στο να εξοικοιωθούμε με την ιδέα ενός ζευγαριού που έχει ημερομηνία λήξης. Γενικώς, οι πρόσκαιροι και πολλαπλοί δεσμοί της εποχής μας δείχνουν τελικά πόσο εύθραστη ήταν η περίφημη εκείνη συμβολική σύμβαση, εκείνο το ελκυστικό «είσαι η γυναίκα μου» του ερωτικού λόγου, που φαίνεται να στερείται της απαιτούμενης δύναμης για τη θεμελίωση δεσμών μεγάλης διαρεκίας μέσα στον πολιτισμό.
   Δεν είναι τυχαίο που η ψυχανάλυση ήρθε με τον Λακάν να καταδείξει το «δεν υπάρχει σχέση των φύλλων» σαν την τρύπα που βρίσκεται σε ότι πλέκεται από κοινωνικό δεσμό, την ίδια στιγμή που ο σύγχρονος πολιτισμός απογείωνε τον ατομικισμό στο ζενίθ του. Αυτή η χρονική σύμπτωση είναι από μόνη της ενδεικτική ενός πραγματικού. Φανερώνει πως το παραδοσιακό ζευγάρι, εκείνο που ενωνόταν μέσω του γάμου, για μια ζωή, και το οποίο βρισκόταν εγγεγραμμένο μέσα στο ασυνείδητο, όπως λέει ο Λακάν, υπό τη μορφή δύο συνοδοιπόρων σε κοινό ταξίδι, στο ταξίδι της ζωής, πως το παραδοσιακό αυτό ζευγάρι λοιπόν, ήταν άρρηκτα δεμένο, όχι λόγω των δεσμών του έρωτα και μόνον. Τι άραγε περιμένουμε από τους δεσμούς του έρωτα; Το θέμα πάντως είναι να δούμε μέχρι ποιου σημείου αυτοί οι δεσμοί συνάδουν με την πρακτική του γάμου.'


Κολέτ Σολέρ, Τι Έλεγε ο Λακάν για τις Γυναίκες: Μια Ψυχαναλυτική Μελέτη, μτφρ. Μαβίνα Πανταζάρα, εκδ. Ερατώ

  'Στη φιλοσοφία της κλασικής και της ύστερης Ελλάδας, η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου ήταν ξεκάθαρα ορισμένη. Αποτελούσε, πάνω απ’ όλα, αποτέλεσμα της φιλοσοφικής αναζήτησης της ουσίας της ανθρωπότητας. Οι Έλληνες άντρες όριζαν τον εαυτό τους βάσει της αντίθεσής τους με πολλούς άλλους ανθρώπους που στερούνταν πολιτικής ισχύος και θεωρούνταν «άλλοι» – τις γυναίκες, τους σκλάβους, τους αλλοδαπούς. Ο ορισμός ολόκληρου του ανθρώπινου γένους χρειαζόταν ένα πιο ευρύ σημείο αναφοράς: τα ζώα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που από τον 5ο αιώνα μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους που περιέχουν όλα τα ζώα εκτός από τους ανθρώπους. Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι η διάκριση μεταξύ ανθρώπων και ζώων ήταν επίσης αποτέλεσμα της επιστημονικής περιέργειας για την ποικιλομορφία των ειδών, όπως στην περίπτωση του Αριστοτέλη, ο οποίος μελέτησε πολλά είδη ζώων, εντοπίζοντας διαφορές όχι μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά αλλά και ανάμεσα σε συγκεκριμένα είδη ζώων. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Έλληνες συχνά χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα που προερχόταν από τα σωματικά –και όχι μόνο τα ψυχολογικά χαρακτηρηστικά των ανθρώπων όπως λ.χ. η διαφορά στην ανατομική δομή της ανθρώπινης γλώσσας (Αριστοτέλης) ή στην όρθια στάση (Ξενοφών).
   Είναι πιθανόν να υπήρχε ακόμα μια αιτία για τον ορισμό της διάκρισης ανθρώπου-ζώου. Με την ανάπτυξη της πόλης, την πρόοδο της εξειδίκευσης των επαγγελμάτων και τον διαχωρισμό των πολιτών τόσο από τα άγρια όσο και από τα εξημερωμένα ζώα, στα μάτια πολλών Ελλήνων στοχαστών η θανάτωση ζώων άρχισε να γίνεται όλο και λιγότερο φυσική. Από τη μία, κατέστη αναγκαίο να αποδειχτεί η ανθρώπινη υπεροχή απέναντι στα ζώα, ώστε να προκύψει από αυτό η επακόλουθη ηθική συναίνεση στη θανάτωση ζώων για τις ανάγκες των ανθρώπων. Από την άλλη, ωστόσο, είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση της αντίθετης οπτικής στην ελληνική σκέψη. Κάποιοι φιλόσοφοι, ειδικά ο Πλούταρχος και Πορφύριος, προσπάθησαν να καταδείξουν πως τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνταν για να αποδειχθεί η κατωτερότητα των ζώων απέναντι στους ανθρώπους μπορούσαν με ευκολία να αναιρεθούν. Συνεπώς, πρέπει να θυμόμαστε πως πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται από σύγχρονους ηθικιστές σε συζυτήσεις γύρω από τα δικαιώματα των ζώων, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι ακόμα και δύο χιλιάδων ετών.'

Katarzyna Kleczkowska, Αυτοί που δεν Μπορούν να Μιλήσουν: Τα Ζώα ως Άλλοι στην Αρχαία Ελληνική Σκέψη, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

'Όμως η αλλαγή δεν σταμάτησε εκεί. Η υγρασία εισώρησε βαθιά. Οι άνθρωποι ένιωσαν την παγωνιά στις καρδιές τους· την υγρασία στο μυαλό τους. Στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να διατηρήσουν τα αισθήματά τους σε κάποιο περιβάλλον ζεστασιάς, επινοούσαν το ένα πρόσχημα μετά το άλλο. Ο έρωτας, η γέννηση και ο θάνατος τυλίχτηκαν σε μια ποικιλία ωραίων φράσεων. Άντρες και γυναίκες ασκούνταν διαρκώς σε υπεκφυγές και αποκρύψεις. Κι έτσι όπως ο κισσός και τα αειθαλή δέντρα φούντωναν έξω στο υγρό έδαφος, έτσι άρχσε να αυξάνεται και η γονιμότητα μέσα στα σπίτια. Η ζωή μιας μέσης γυναίκας μετριόταν από τον αριθμό των παιδιών που έφερνε στον κόσμο. Παντευόταν στα δεκαεννέα και ως τα τριάντα είχε αποκτήσει δεκαπέντε ή δεκαωχτό παιδιά – γιατί τα δίδυμα έκαναν θραύση. Έτσι προέκυψε η Βρετανική Αυτοκρατορία και έτσι –γιατί η υγρασία δεν σταματάει, εισχωρει στα μελανοδοχεία όπως στις ξύλινες κατασκευές– οι προτάσεις μεγάλωσαν, τα επίθετα πολλαπλασιάστηκαν, τα λυρικά ποιήματα έγιναν έπη και οι μικρές ασημαντότητες που παλιά κάλυμπταν δοκίμια ενός μονόστηλου, τώρα ήταν εγκυκλοπαίδειες δέκα και δώδεκα τόμων. Ε ναι, οι καιροί είχαν αλλάξει.

Βέρες.
Ο Θεός να μας βοηθήσει, όλος ο κόσμος κλείστηκε σε μια χρυσή βέρα. Πήγαινα σε κάποιο δείπνο. Παντού βέρες. Πήγαινα στην εκκλησία. Γύρω σου έβλεπες μόνο βέρες. Έβγαινα έξω με την άμαξά μου. Σε κάθε χέρι έλαμπαν με μια θαμπή λάμψη βέρες χρυσές ή επίχρυσες, λεπτές, χοντρές, λείες και απέριττες. Τα κοσμηματοπωλεία γέμισαν με βέρες! Τα ζευγάρια βάδιζαν ενωμένα για πάντα στη μέση του δρόμου σέρνοντας τα βαριά βήματά τους. Το δεξί χέρι της γυναίκας ήταν μονίμως περασμένο κάτω από το ανδρικό μπράτσο και τα δάχτυλά της εγκλωβισμένα μέσα στα δικά του. Μόνο όταν τους άγγιζε η μουσούδα κάποιου αλόγου, αποφάσιζαν να σαλέψουν και τότε, σαν να αποτελούσαν έναν συμπαγή όγκο, προχωρούσαν βαρύθημα προς την άκρη του δρόμου. Αυτό δεν έμοιαζε να είναι έργο της Φύσης. Ήταν αλλόκοτο, αηδιαστικό· πράγματι, υπήρχε κάτι σ’ αυτή την παντοτινή ένωση των δύο σωμάτων, που ήταν αποκρουστικό για την αντίληψή μου περί κοσμιότητας αλλά και υγιεινής.

Όμως τόσο ακατάβλητη είναι η φύση του πνεύματος αυτής της εποχής, που τσακίζει όποιον προσπαθεί να αντισταθεί, πολύ περισσότερο απ’ αυτούς που υποτάσσονται. Ίσως, λοιπόν, να υπάρχει για κάθε άντρα και κάθε γυναίκα κάποιος που έχει οριστεί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Μπορεί να είναι παρήγορο να ξέρεις ότι μπορείς να γείρεις κάπου· ότι μπορείς να καθίσεις· ότι μπορείς να ξαπλώσεις· να μη σηκωθείς ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ πια.

Το πνεύμα του δέκατου ένατου αιώνα με συνέτριψε.'


Βιρτζίνια Γουλφ, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, διασ. Ιώ Βουλγαράκη, εκδ. Κάπα Εκδοτική

  'Η εργατική τάξη είναι η άρνηση και η κρίση του καπιταλισμού, και γι’ αυτόν το λόγο η άρνηση και η κρίση του ίδιου του εαυτού της. Το να αρνηθεί κανείς το κεφάλαιο σημαίνει να αρνηθεί αυτό που δημιουργεί το κεφάλαιο, ήτοι την αφηρημένη ή αλλοτριωμένη εργασία. Το να αρνηθεί κανείς την αφηρημένη εργασία σημαίνει να αγωνιστεί για την απελευθέρωση εκείνου το οποίο αρνείται κάθε μέρα η αφηρημένη εργασία, δηλαδή να αγωνιστεί για την απελευθερωση του επωφελούς ή δημιουργικού πράττειν, του πράττειν εκείνου που ωθεί προς την ίδια του την απελευθέρωση. Η ταξική πάλη δεν είναι απλά η πάλη της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο, αλλά σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο η πάλη του πράττειν ενάντια στην (αφηρημένη ή αλλοτριωμένη) εργασία και ως εκ τούτου ενάντια στο κεφάλαιο. Και αυτό σημαίνει την πάλη ενάντια σε ολόκληρο το οικοδόμημα της ταξικής διαστρωμάτωσης που έχει κατασκευαστεί στη βάση της αφηρημένης εργασίας· και αυτό σημαίνει την πάλη ενάντια στην ίδια την εργατική τάξη τόσο ως τάξη όσο και ως (αφηρημένα) εργατική.'

Τζον Χολογουέι, Γιατί ο Adorno; 2 Κείμενα για την Αρνητική Διαλεκτική και την Αρνητική Αυτονομία, μτφρ. Γιώργος Πέρτσας, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες

'ΒΟΓΚΛΕΡ Διαχειρίζομαι, ἐπικοινωνῶ, ὀργανώνω τὸ ἀνείπωτο, τὸ τρομερό, τὸ ἐπικίνδυνο. Δὲν παίρνω μέρος στὸ δράμα, τὸ ὑλοποιῶ. Ἀπεχθάνομαι τὸ αὐθόρμητο, τὸ ἀπερίσκεπτο, τὸ ἀνακριβές. Εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ σὲ κάνω νὰ σταθεροποιήσεις τὴν ἔμπνευσή σου ἔτσι ποὺ νὰ δώσει στὸ κοινὸ τὴν ἐντύπωση ἔμπνευσης. Δὲν ἔχω χῶρο γιὰ τὶς δικές μου περιπλοκές, παρά μόνο στὸ μέτρο ποὺ χρησιμεύουν σὰν κλειδιὰ γιὰ τὰ μυστικὰ τοῦ κειμένου ἤ σὰν ὤθηση γιὰ τὴ δημιουργικότητα τοῦ ἠθοποιοῦ. Μισὦ τὸ θόρυβο, τὴν ἐπιθετικότητα, τὰ ξεσπάσματα. Ἡ πρόβα μου εἶναι σὰν ἐγχείριση στὸ χειρουργεῖο. Ἐδῶ βασιλεύουν ἡ αὐτοπειθαρχία, ἡ καθαρότητα, τὸ φῶς καὶ ἡ ἡσυχία. Μιὰ πρόβα εἶναι μιὰ πολὺ αὐστηρὴ δουλειά, δὲν εἶναι ἀτομικὴ ψυχοθεραπεία γιὰ τοὺς σκηνοθέτες καὶ τοὺς ἠθοποιούς. Μόνο περιφρόνηση ἔχω γιὰ τὸν Βάλτερ, ποὺ ἔρχεται μεθυσμένος καὶ μᾶς ξερνάει τὰ προσωπικά του στὶς δέκα καὶ μισὴ τὸ πρωί. Ἀηδία μοῦ προξενεῖ ἡ Τερέζα, ποὺ τρέχει καὶ μὲ φιλάει μέσα σὲ ἕνα σύννεφο ἀπὸ ἱδρώτα καὶ κακόγουστο ἄρωμα. Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ ὑποβάλω σὲ βασανιστήρια τὸν Πάουλ, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ ψηλοτάκουνα παπούτσια ἐνῶ ξέρει ὅτι ὅλη μέρα θὰ πρέπει νὰ ἀνεβοκατεβαίνει σκάλεις στὴ σκηνή. Περιφρονῶ τὸ Βάνια ποὺ ἔρχεται τρέχοντας μὲ ἕνα λεπτὸ καθυστέρηση, μὲ τὰ μαλλιά του νὰ ἀκολουθοῦν, ἄπλυτος καὶ λαχανιασμένος, φορτωμένος τσάντες. Θέλω ἠσυχία, τάξη καὶ εὐγένεια. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος ποὺ ἔχουμε γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὸ χωρὶς ὅρια, τὶς δυσκολίες, τὸ σκοτάδι. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ λύσουμε τὰ αἰνίγματα καὶ νὰ μάθουμε τὸ μηχανισμὸ τῆς ἐπανάληψης. Μεριμνῶ γιὰ τὰ κείμενα καὶ τοὺς χρόνους τῆς πρόβας. Ἡ δική μου εὐθύνη εἶναι νὰ μὴν ἀφήσω τὴ δουλειά σας νὰ χάσει τὸ νόημά της. Τὸ θέμα δὲν εἶμαι ἐγώ, ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ παρατηρῶ, νὰ καταγράφω, καὶ νὰ ἐλέγχω. Προτείνω, βάζω σὲ πειρασμό, ἐνθαρρύνω ἤ ἀπορρίπτω. Δὲν εἶμαι αὐθόρμητος, παρορμητικός, μέρος τῆς δράσης. Φαίνεται μόνο σὰν νὰ εἶμαι. Ἄν γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο ἔβγαζα τῆ μάσκα μου καὶ ἔλεγα τί αἰσθάνθηκα ἤ τί σκέφτηκα, ὅλοι θὰ ἤσασταν ἔξαλλοι μαζί μου, θὰ θέλατε νὰ μὲ κάνετε κομμάτια καὶ νὰ μὲ πετάξετε ἀπὸ τὸ παράθυρο.
ΡΑΚΕΛ (εὐγενικά) Εἶσαι βλάκας. Τὸ θέατρο εἶναι σκατὰ καὶ βρομιὲς καὶ καψούρα καὶ θόρυβος, καὶ σύγχηση, μαζὶ μὲ τὴν πιὸ σκοτεινὴ κακία. Αὐτὰ τὰ κηρύγματα τῆς ἁγνότητας δὲν μὲ πείθουν. Εἶναι ψεύτικα καὶ πολὺ ὕποπτα. Σὰν καὶ σένα.'

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Μετά την Πρόβα, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλος, εκδ. Περισπωμένη

*

  'Ὡς δράμα τῆς νεύρωσης, τὸ σκανδιναβικὸ δράμα εἶναι ἡ κύρια ἴσως ἐκφανση τοῦ σκανδιναβικοῦ λουθηρανισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ λουθηρανισμοῦ ποὺ δὲν μετεξελίχθηκε οὔτε σὲ φιλελεύθερο ἀνθρωπιστικὸ προτεσταντισμό, οὔτε σὲ καλβινιστικὸ ἀντιανθρωπισμό, ἀλλὰ παρέμεινε καθηλωμένος στὴν πρώτη φάση τῆς πνευματικῆς ἐξέλιξης τοῦ Λουθήρου, τὴν πρὶν ἀπὸ τὴ συμφιλίωση, αὐτὴ στὴν ὁποία κορυφώθηκε ἱστορικὰ ἡ αὐγουστινικὴ συνειδητοποίηση τῆς πολυδιάσπασης τῆς βούλησης. Ἀλλὰ ἡ λουθηρανὴ ψυχὴ πρέπει ἐντέλει νὰ ἐπαναφέρει τὰ πάντα στὴν ἐσωτερικότητά της ποὺ σχεδὸν δὲν χρειάζεται νὰ ἐξωτερικευτεῖ, ἔτσι ποὺ καὶ ἡ ἀμαρτία (ἤ, ὅπως καὶ νά ᾽χει, αὐτό ποὺ ἄλλες ἐποχὲς ὀνόμαζαν ἔτσι, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλῶς τὸ πιὸ ἀθῶο προστάδιο τῆς ἁμαρτίας) συρρικνώνεται μέσα της σὲ λογισμό, γίνεται ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι μέσα στὸν ἀτάραχο βυθό τῆς συνείδησης. Ἡ συρρίκνωση τῆς ἁμαρτίας σὲ λογισμό — αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τοῦ Μετὰ τὴν πρόβα.
   Ὅπως ἡ ἀρχαία τραγωδία, ποὺ δραματοποιοῦσε τὴ συντριβή τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μοίρα του, χρειάστηκε πολλὰ ἔργα μέχρι νὰ ἀναλώσει τὸ διάπυρο ὑλικό της, ἀλλὰ χρειάστηκε καὶ τὰ λίγα ποὺ ἀσφάλιζαν τὴν παρακαταθήκη της δείχνοντας ὅτι ὁ σπαραγμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν ἀδικία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὅτι οἱ θεοὶ δὲν μποροῦν νὰ παρακολουθοῦν ἀδιάφορα ἀλλὰ ὅτι καὶ αὐτῶν ἡ συνείδηση πρέπει νὰ ὡριμάσει —χρειάστηκε δηλαδὴ τὶς Εὐμενίδες καὶ τὸν Οἰδίποδα ἐπὶ Κολωνῷ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις—, ἔτσι καὶ τὸ σκανδιναβικὸ θέατρο ποὺ ἀναλώθηκε στὴν περιγραφὴ τοῦ δράματος τῆς ἀνθρώπινης νεύρωσης χρειαζόταν ἕνα ἔργο στὸ ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη νεύρωση νὰ ἔχει ξεπεραστεῖ.
   Ἀλλἀ κάθε τέλος εἶναι ἀμφίσημο. Ἡ τραγωδία τῆς μοίρας τελείωσε μόνο γιὰ νὰ δώσει τὴ θέση της στὴν τραγωδία τῆς ἐλευθερίας. Καὶ τὸ δράμα τῆς νεύρωσης ἴσως τελείωσε γιὰ νὰ δώσει τὴ θέση του στὸ πνιγηρὸ πένθος τῆς ἀπονεύρωσης ὅλων τῶν διακυβευμάτων, ποὺ ἴσως κανεὶς δὲν ἀπέδωσε τόσο καλὰ ὅσο ὁ τελευταῖος προφήτης τῶν καιρών μας, ὁ Μπέκετ. Ὅταν τὰ ρυάκια τῶν λόγων εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νὰ στερεύουν ἕνα ἕνα καὶ ἡ ἔρημος νᾶ μεγαλώνει.'

Χρήστος Μαρσέλος, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

  'Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιες ώρες ήταν ωφέλιμες για τον Ζαν. Ίσως όχι τόσο όσο θα μπορούσαν να ’ναι για να του ξαναδώσουν, θυμίζοντάς του ότι ήταν ικανός για τέτοιες στιγμές, μια κάποια εμπιστοσύνη στον εαυτό του κατά τους μήνες της αδράνειας και της μετριότητας. Η μετριότητά του τον βάραινε υπερβολικά για κάτι τέτοιο. Κι αυτό που μια μέρα είχε κατορθώσει να βγει από μέσα του, πίστευε ότι είχε τελειώσει για πάντα, μην μπορώντας να βρει στον εαυτό του περισσότερη δύναμη απ’ αυτήν που περιέκλειε τώρα. Αυτές οι ώρες, όμως, δεν ήταν χαμένες για τον Ζαν. Κατεβαίνοντας ξανά, με τόσο μεγάλο πόθο για τα ηλιοβασιλέματα της Βρετάνης, στην κοιλάδα που βρισκόταν τόσο μακριά από τη θάλασσα και όπου οι χωρικοί δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους ούτε πανί ούτε κατάρτι, κατάλαβε ότι, αν οι έρωτές μας για πράγματα μοιάζουν με τους έρωτές μας για πρόσωπα ή για ματαιότητες, ως προς το ότι αυτά που αγαπήσαμε πρέπει να τα εγκαταλείψουμε με μια λύπη που δεν μπορεί να διαρκέσει, προκειμένου να αγαπήσουμε άλλα πράγματα και άλλα πρόσωπα, θα είχαμε άδικο αν πιστεύαμε ότι οι έρωτες για πράγματα έχουν μέσα τους το ίδιο κενό με τους έρωτες για πρόσωπα και ότι οι έρωτες για πράγματα δεν κρατούν τίποτε από τον εαυτό μας. Κατάλαβε ότι, αν και δεν ήθελε πια να ξαναρχίσει να αγαπάει τη δεσποινίδα Κοσισέφ, να μπει ξανά στον κόπο να επισκεφτεί τη δούκισσα του Ρεβεγιόν, θα ξανάρχιζε πάντα με την ίδια απόλαυση να κάνει βόλτες στη θάλασσα με τη βάρκα του Πιερ, να γράφει κάτω από τον ήλιο, παρόλο τον άνεμο, κοιτάζοντας τη θάλασσα, στη μικρή βεράντα όπου ο ήλιος φώτιζε τα φύλλα του αμπελιού που είχαν ήδη κοκκινίσει αλλά και αυτά που ήταν ακόμα πράσινα. Ίσως και να μην τα ξανάβλεπε ποτέ. Δεν είχε σημασία, η επιθυμία που αισθανόταν ακόμα γι’ αυτά τα πράγματα ήταν γι’ αυτόν ένα αρκετά καθαρό σημάδι ότι δεν τα είχε αγαπήσει μάταια, ότι είχε κρατήσει κάτι απ’ αυτά. Μια ηλιαχτίδα σαν αυτές που ένιωθε ξαφνικά εκεί πέρα, ένας αέρας που φύσαγε μια ηλιόλουστη μέρα δεν άγγιζαν μόνο τα μάτια του, δεν έμπαιναν μόνο στο στήθος του: γνώριζαν το δρόμο για την καρδιά του και της έφερναν αναμνήσεις. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τις στιγμές που σταματούσε να γράφει, για να κοιτάξει τη σκιά των φύλλων στο ηλιόλουστο τραπέζι και μπροστά στη θάλασσα, τότε που ξαπλωμένος στη βάρκα του κοίταζε τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, έδινε την καρδιά του σε κάτι βαθύτερο από τη ματαιότητα, διαρκέστερο από τον έρωτα. Δεν ήταν μόνο ο ουρανός που συχνά τον ξανάβλεπε σε άλλες, μακρινές περιοχές τόσο απέραντα γαλάζιο, τόσο βαθά απαλό, σαν ένα πιστό μάρτυρα που είχε δει τις χαρούμενες βόλτες του στη θάλασσα και που έμοιαζε να τους χαμογελά ακόμα. Δεν ήταν μόνο οι δειλές αχτίδες του ήλιου που εμφανίζονται πρώτη φορά ξανά όταν διαλύονται τα σύννεφα και τις οποίες έβλεπε να πασχίζουν να ξανοίξουν το χρώμα των φύλλων που δεν φώτιζαν ακόμα, δεν ήταν μόνο το αγνό, σιωπηλό χάδι του κρύου και τόσου γνώριμου ανέμου –πράγματα που είχαν μείνει απαράλλαχτα–, μέσα του ένιωθε ότι κάτι ακόμα, που είχε διαισθανθεί εκείνες τις ώρες μόνο, είχε μείνει απαράλλαχτο. Κι εκείνες τις στιγμές δεν αμφέβαλλε, ούτε ανησυχούσε ούτε λυπόταν. Και η βαθιά του ηρεμία, όπως ο γαλάζιος ουρανός πάνω από το κεφάλι του και τα χορτάρια που θρόιζαν στα πόδια του, έμοιαζε να κρύβει μια γαλήνη, μια σιωπηλή χαρά.'

Μαρσέλ Προυστ, Ζαν Σαντέιγ, μτφρ. Λητώ Ιωκειμίδου, εκδ. Γαβριηλίδης

  'ΜΠΛΟΧ: Μιλήσαμε πρίν γιά τήν ὁλότητα ἀπό τήν ὁποία έξαρτᾶται το κάθε τι. Γιατί ξυπνᾶ κανείς τό πρωί; Πῶς προέκυψε μια τέτοια ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακή κατάσταση ἀκριβῶς στα μέσα τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰώνα και ἔκανε τον Wilhelm Raabe να γράψει αὐτή τη φράση: Ὅταν ξυπνῶ τό πρωί, καθημερινή μου προσευχή εἶναι: χάρισέ μου σήμερα τήν αὐταπάτη μου, τήν καθημερινή μου ἀυταπάτη. Διότι οἱ αὐταπάτες εἶναι ἀναγκαῖες, ἔχουν γίνει ἀναγκαῖες για τη ζωή σ᾽ ἕναν κόσμο πλήρως στερημένο ἀπό μιάν οὐτοπική συνείδηση καί ἀπό μιάν οὐτοπική ἀναπαράσταση.
   ΑΝΤΟΡΝΟ: Τό ἴδιο θέμα ἐμφανίζεται ἐπίσης στό ἕργο τοῦ Μπωντλαίρ ὁ ὁποῖος ἐξυμνεῖ τό ψέμα μέ παρόμοιο τρόπο, και ὅμως πολύ λίγες παραλληλίες ὑπάρχουν ἀνάμεσα στον Μπωντλαίρ και στόν Raabe.
   ΜΠΛΟΧ: Δέν θά ὑπῆρχε Γαλλική Ἐπανάσταση, ὅπως εἶπε ὁ Μάρξ, χωρίς τίς ἡρωικές αὐταπάτες πού γεννοῦσε τό φυσικό δίκαιο. Βέβαια, οἱ αὐταπάτες αὐτές δεν πραγματοποιήθηκαν, και ὅ,τι πραγματοποιήθηκε ἀπ᾽ αὐτές, ἡ ἐλεύθερη ἀγορά τῆς ἀστικῆς τάξης, διόλου δέν εἶναι ὅ,τι ὀνειρεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι ἄν καί τό ἐπιθύμησαν, τό ἤλπισαν, τό ἐπιδίωξαν, ὡς οὐτοπία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τώρα, ἄν ἐπρόκειτο νά προκύψει ἕνας κόσμος ὁ ὁποίος εἲναι ἐντελῶς πιθανός θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι αὐτός ὁ κόσμος δέν ὑπάρχει – ἄν ἕνας τέτοιος κόσμος, στόν ὁποῖο ἡ πείνα καί οἱ ἄμεσες ἀνάγκες ἐξαφανίζονταν, ἀντίθετα ἀπό τόν θάνατο, ἄν αὐτός ὁ κόσμος τελικά θά μποροῦσε ἔστω καί «νά ἐπιτραπεῖ νά ἀναπνεύσει» καί νἀ ἀπελευθερωθεῖ, δέν θά προέκυπταν τελικά μόνο κοινοτοπίες καί μία γκρίζα πεζότητα καί πλήρης ἔλλειψη προσδοκιῶν καί προοπτικῶν σχετικά μέ τήν ὕπαρξη ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἀλλά θά ὑπῆρχε ἐπίσης ἐλευθερία ἀπό τό κέρδος ἀντί τῆς ἐλευθερίας τοῦ κέρδους, κι αὐτό θά δημιουργοῦσε κάποιο χῶρο γιά μιά γενική ἐνδεχόμενη ἀμφιβολία καί γιά ἕνα ἀποφασιστικό ἔναυσμα πρός τήν οὐτοπία ἐκείνη ἡ ὁποία εἶναι τό νόημα τῆς φρασούλας τοῦ Μπρέχτ: «Κάτι λείπει». Αὐτή ἡ φράση, πού εἶναι ἀπ᾽ τό Μαχάγκοννυ, εἶναι μιά ἀπό τίς πλέον βαθυστόχαστες φράσεις πού ἔχει γράψει ὁ Μπρεχτ, καί εἶναι ὅλες κι ὅλες δυό λέξεις. Τί εἶναι αὐτό τό «κάτι»; Ἄν δέν ἐπιτρέπεται νά ριχθεῖ μέσα σέ μιάν εἰκόνα, τότε θά τό ἀπεικόνιζα ὡς ἐν πορείᾳ πρός τό εἶναι (seiend).
   Ἀλλά δέν ἐπιτρέπεται νά τό ἐξαφανίσει κανείς σά νά μήν ὑπῆρχε πραγματικά ἔτσι ὥστε νά μποροῦσε νά πεῖ σχετικά μ᾽ αὐτό: «Πρόκειται γιά τό λουκάνικο». Κατά συνέπεια, ἄν ὅλα αὐτά εἶναι σωστά, πιστεύω ὅτι ἡ οὐτοπία δέν γίνεται νἀ ἐξαφανιστεῖ ἀπό τόν κόσμο εἰς πεῖσμα ὁποιουδήποτε πράγματος, ἀκόμη καί τῆς τεχνολογίας, τό ὁποῖο σίγουρα πρέπει νά ἀναδυθεῖ καί τό ὁποῖο θά βρίσκεται στήν εὐρεία περιοχή τῆς οὐτοπίας, θά ἀποτελεῖ μόνο μικρούς τομεῖς. Αὐτή εἶναι μιά γεωμετρική εἰκόνα, ἡ ὁποία δέν ἔχει θέση ἐδῶ, ὅμως μπορεῖ νά ἐξευρεθεῖ μιά ἄλλη εἰκόνα κατά τό παλιό λαϊκό ρητό «νηστικό ἀρκούδι δέν χορεύει». Οἱ ἄνθρωποι πρέπει πρῶτα νά γεμίσουν τό στομάχι τους κι ὕστερα μποροῦν νά χορέψουν.
   Αὐτό ἀποτελεῖ μιά condito sine qua non γιά νά μποροῦμε νἀ μιλοῦμε γιά τό κάτι ἄλλο χωρίς νά τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἐξαπάτηση. Μόνον ὅταν οἱ καλεσμένοι ἔχουν καθίσει στό τραπέζει μπορεῖ ὁ Μεσσίας νά ἔλθει, μπορεῖ ὁ Χριστός νά ἔλθει.
   Ἔτσι, ὁ μαρξισμός στό σύνολό του, ἀκόμη καί ὅταν ἔχει φθάσει τήν πλέον φωτισμένη του μορφή καί ἔχει ἐκπληρώσει ὅλες τίς προσδοκίες του, εἶναι μόνον ἕνας ὅρος γιά μιά ζωή ἐν έλευθερίᾳ, γιά μιά ζωή ἐν εὐτυχίᾳ, μιά ζωή πιθανῆς ἐκπλήρωσης, μιά ζωή μέ περιεχόμενο.'

Ερνστ Μπλοχ & Τέοντορ Αντόρνο, Κάτι Λείπει: Μία Συζήτηση για τις Αντιφάσεις της Ουτοπικής Επιθυμίας, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος