'ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΝΟΙΚΙΑΣΑ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ μεγαλοπρεπῆ σταθμὸ Lyon ἐκατοικοῦσα κλεισμένος. Ἤταν ἕνα πολὺ μεγάλο διαμέρισμα τῆς ἐποχῆς Haussmann. Ὑψηλὰ τζάμια περίτεχνων μαρμάρων καὶ οἱ ὠχροὶ καθρέφτες. Ἔφθαναν μέχρι τὴν ἀνάγλυφη ὀροφὴ ἔλαμπαν στὴν ὁμίχλη τῶν ἀπέραντων δωματίων. Τὸ παιδί μου ἦταν συνέχεια ἄρρωστο. Τρεῖς μέρες ἐκοιμόταν συνέχεια. Δάκρυζα κι ἔβλεπα συνέχεια τὸ ἀκίνητο καστανὸ κεφαλάκι του. Ξαφνικὰ βγῆκα στὸν διάδρομο. Ἐκεὶ ἀναγνώρισα καὶ μὲ περιμέναν. Βουβὲς κι ἀσάλευτες μέσα στὸ ἡμίφως. Ἐπάνω στὸ βαθυκόκκινο βελοῦδο ποὺ ἐσκέπαζε τὰ πάντα. Δύο μεγάλες βαλίτσες δεμένες καὶ δίπλα τους οἱ δύο γυναῖκες. Σὰν ἀκουμπισμένες πάνω σ’ ἕνα ἀκίνητο ταξίδι. Ἡ Κυρία Δ. καὶ ἡ κόρη της Εἰρήνη. Φαίνεται μὲ εἶχαν ἀκολουθήσει. Πρὶν δύο μέρες εἲχαν φθάσει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πέρασαν ἐκεῖ. Ὄρθιες στὸν διάδρομο. Ἕτρεμαν ἀπὸ τὴν κακουχία καὶ ἡ Κυρία Δ. λέει μὲ ψιθυριστὴ φωνὴ καὶ μ’ ἕναν λυγμὸ πῶς νὰ σοῦ ζητήσω συγγνώμη ἀλλὰ τί φταῖς ἐσύ. Ἐσύ. Ἐσύ φώναξε μὲ ξαφνικὴ ἀπόγνωση. Εἶμαι ἐξαιρετικά. Θυμωμένη φώναξε δυνατὰ τρέμω ὁλόκληρη ἀπὸ θυμὸ ἔχω μέρες. Νὰ γείρω τὸ κεφάλι μου ἀπὸ τὸν θυμό. Ποῦ μᾶς παρέσυρες δὲν θὰ σᾶς συγχωρήσω ποτὲ σὲ τὶ κόλαση ντροπῆς καὶ ἀπελπισίας μᾶς παρασύρατε ποῦ ξανακούστηκε μάνα καὶ κόρη. Ἐρωτευμένες μαζί σας ἄς πέθαινα κοίτα την! λυπήσου την! μάλωσέ την! πὲς της! τὴν ψυχή μου! τὴν ζωή μου! ἔδειχνε στάζοντας τὴν κόρη της. Νεαρὴ γυναίκα εἴκοσι χρονῶν ἀλλὰ θρήσκα. Κρατοῦσε ἀκόμα τὸ ἄσπρο της πρησμένο πρόσωπο τοῦ κοριτσιοῦ. Μὲ μιὰν ἐξιδανικευμένη ἐμπάθεια ταγμένη στὰ θεῖα. Πάντα ἐντυνόταν στὰ μαῦρα. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὴν εἲδα ἔσκυβε. Μὲ μιὰ λύπη καὶ μ’ ἕναν πένθιμο ἡρωισμό. Εἶπε μὲ ἄϋπνη κούραση βαρειὰ ἀπὸ χθὲς εἶμαι ἁγία. Ἦταν ἡ ὥρα ἕξι τὸ πρωὶ καὶ ἕνα φῶς βεράντας ἄναψε ἀπέναντι. Ἀπὸ τὸ σπίτι μας κι ἀπο ἐκείνη τὴν στιγμή κατάλαβα. Ὅτι εἶμαι ἁγία. Τώρα ἐκεῖ στὸν διάδρομο τὴν ἔβλεπα νὰ μὲ κοιτάζει. Νυσταγμένη ταλαντευόταν καὶ δὲν μὲ ἄφηνε ἀπὸ τὰ μάτια της. Σχεδὸν γυμνὴ ὅπως φανταζόταν πὼς ντύνονταν οἱ πόρνες. Ἕνα κοντὸ φόρεμα σὰν μαγιὸ ἀπὸ φανταχτερὸ πράσινο σατέν. Τὴν ἔσφιγγε καὶ πετάγονταν πρὸς τὰ ἔξω γυμνοὶ οἱ μαστοί της μὲ τὶς ρόδινες πλατειὲς θηλὲς κι ἀπὸ κάτω. Ἀπὸ μιὰν μπροστινὴ σχισμὴ ἐπρόβαλλε τὸ σκοτεινὸ αἰδοῖο της ἐγυάλιζε μέσα στὸ σούρουπο τοῦ διαδρόμου. Νεκρὸ σούροπο γιατὶ τὸ φῶς. Τελευταῖα τὸ φῶς μᾶς εἶχε παραδώσει. Ἐμᾶς μὴ μᾶς ὑπολογίζεις. Ἔτσι ποὺ τόσο σὲ ἀγαπᾶμε λέει ἡ Κυρία Δ. Τίποτα δὲν ὑπολογίσαμε κι ὅλα τὰ ἀφήσαμε. Τὴν οἰκογένειά μας κι ὅλους κι ὅλα τὰ ἀφήσαμε κι ἤρθαμε. Εἶσαι ἡ ζωὴ μας εἶπε μὲ μιὰν ὑπερβολικὴ καὶ προκλητικὴ ἀφοσίωση μὲ μιὰν ἀνεξικακία προκλητικὴ. Τὴν ραγισμένη ἀξιοπρέπεια τῶν ὑβρισμένων αἰσθημάτων. Ἔσπασε τὸ κλάμα ποὺ τόσον καιρὸ ἐκρατοῦσα μὴν κλαῖς μικρούλη λέει ἡ Εἰρήνη παιδικὰ καὶ μοῦ χάϊδευε τὸ κεφάλι. Τὴν τρυφερότητα τοῦ χαδιοῦ τὴν ἐσκλήρυνε ἡ ἀδεξιότητα τῆς κίνησής της. Ἄκαμπτο τὸ χέρι της κουνιόταν ἀπὸ τὸν ὦμο καὶ πηγαινοερχόταν ρυθμικὰ καὶ αὐστηρᾶ πάνω στὸ κεφάλι μου. Ἔτσι τὸ στοργικὸ της ἀκούμπημα ἔγινε μηχανικὸ κι ἀφηρημένο καὶ βάραινε ἐπάνω στὰ μαλλιά μου. Τί φοβερὰ πράγματα σὲ περιμένουν μικρούλη λέει ἡ Εἰρήνη. Εἶπε μὲ μιὰ συμπόνια προσποιητὴ καὶ ὄχι ἐπειδὴ εἶχε κακία γιὰ μένα. Ἀλλὰ εἶχε ὁριστικὰ χάσει κάθε φυσικότητα μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ προσποίηση ἦταν πια ὁ μοναδικός της τρόπος νὰ φέρεται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὡστόσο κάτι σὰν διασκέδαση παιγνίδιζε στὸ βάθος τῆς σκέψης της.'

Γιώργος Χειμωνάς, Αγάπη σαν Ακολασία, εκδ. Κριτική

  'Ο θάνατος είναι ένα αγγείο που το μεταφέρουν χέρια νεαρών κοριτσιών, μήτε άσχημων μήτε ωραίων, που περιδιαβαίνουν σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι, κάτω από το σκεπτικό και δύσπιστο βλέμμα εκείνου, που με χέρι σταθερό, αποδιώχνει αυτή την εικόνα.'

Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα Σιωπής στην Ταγγέρη, μτφρ. Λόισκα Αβαγιανού, εκδ. Αστάρτη
 
Frame grabs from Werner Herzog’s Cave of Forgotten Dreams (2010)

  'Η έννοια της πραγματικής αντίθεσης έχει χρήσιμη εφαρμογή και στην πρακτική φιλοσοφία. Το ελάττωμα (demetitum) δεν είναι απλώς και μόνο μια άρνηση, αλλά μια αρνητική αρετή (meritum negativum).  Το ελάττωμα λαμβάνει χώρα μόνο εφόσον υπάρχει σε ένα ον ένας εσωτερικός νόμος (είτε απλώς η συνείδηση, είτε η συνείδηση ενός θετικού νόμου) τον οποίον παραβιάζει. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι θετικός λόγος μιας αγαθής πράξης, και για τούτο η συνέπεια δεν μπορεί παρά να είναι μηδέν, αφού εκείνη που θα προέκυπτε μόνο από τη συνείδηση του νόμου έχει αρθεί. Πρόκειται επομένως για μια στέρηση, για μια πραγματική εντίθεση, και όχι απλώς για μια έλλειψη. Και τούτο δεν αφορά μόνο τα σφάλματα ενέργειας (demerita commisions), αλλά και τα σφάλματα παράλειψης (demetrita ommisionis). Το ζώο που στερείται Λόγου δεν αναπτύσσει καμία αρετή. Η παράλειψη όμως αυτή δεν αποτελεί ελάττωμα (demeritum). Διότι δεν υπάρχει καμία παραβίαση ενός εσωτερικού νόμου. Το ζώο δεν ωθείται σε αγαθές πράξεις από κάποιο εσωτερικό ηθικό αίσθημα, και επομένως το μηδέν, ή η παράλειψη, δεν προσδιορίζεται ως συνέπεια μιας αντίστασης στον ηθκό νόμο, ή μιας αντιρρόπησης. Πρόκειται λοιπόν για μια άρνηση, ελλείψει θετικού λόγου, και όχι για μια στέρηση. Αντίθετα, ο άνθρωπος που εγκαταλείπει έναν άλλον στην απελπισία του, καίτοι μπορούσε εύκολα να τον βοηθήσει, αφουγκράζεται μέσα του τον θετικό νόμο της φιλαλληλίας· και αυτός ο νόμος πρέπει να υπερισχύσει. Άρα χρειάζεται μια πραγματική εσωτερική ενέργεια βάσει κινήτρων, προκειμένου η παράλειψη να είναι δυνατή. Αυτό το μηδέν είναι η συνέπεια μιας πραγματικής αντίθεσης. Ορισμένοι άνθρωποι αισθάνονται πράγματι λύπη στην αρχή, όταν παραλείπουν να πράξουν το αγαθό, στο οποίο τείνουν από ένα ενδιάθετο θετικό κίνητρο· η συνήθεια όμως τα απαλύνει όλα και η υπόθεση περνά εν τέλει σχεδόν απαρατήρητη. Συνεπώς τα αμάρτηματα ενέργειας δεν διαφέρουν από ηθική άποψη από τα αμαρτήματα παράλειψης ως προς το είδος, αλλά μόνο ως προς το μέγεθος. Από φυσική άποψη, δηλαδή σύμφωνα με τις εξωτερικές συνέπειες, διαφέρουν ως προς το είδος. Όποιος δεν πορίζεται τίποτε, υφίσταται τη δοκιμασία της έλλειψης, όποιος πέφτει θύμα κλοπής, τη δοκιμασία της αποστέρησης. Σε ό,τι αφορά όμως την ηθική κατάσταση εκείνου που διαπράττει ένα αμαρτημα παράλειψης, το αμάρτημα ενέργειας απαιτεί απλώς έναν υψηλότερο βαθμό πράξης. Όπως το αντίβαρο του μοχλού εφαρμόζει μια πραγμαιτκή δύναμη απλώς για να κρατά το φορτίο ακίνητο, και αρκεί μια οποιαδήποτε αύξηση του βάρους για να το θέσει σε κίνηση από την άλλη πλευρά· έτσι και εκείνος που δεν πληρώνει τα χρέη του, θα καταφύγει σε ορισμένες περιπτώσεις στην απάτη για να αποκομίσει κέρδος, και εκείνος που δεν προσφέρει τη βοήθειά του όταν μπορεί, θα οδηγήσει τους άλλους στην καταστροφή, μόλις αυξηθούν τα κίνητρά του. Αγάπη και μη αγάπη: η μία είναι το αντιφατικώς αντίθετο της άλλης. Η μη αγάπη είναι μια αληθινή άρνηση· από την άποψη όμως της συνείδησης μιας υποχρέωσης να αγαπούμε, η άρνηση αυτή είναι δυνατή μόνο μέσω μιας πραγματικής αντίθεσης, επομένως μόνο ως στέρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, η μη αγάπη και το μίσος διαφέρουν μόνο ως προς τον βαθμό. Όλες οι παραλείψεις οι οποίες είναι ηθικές ατέλειες, αλλά όχι αμαρτήματα παράλειψης, είναι απλώς αρνήσεις μιας ορισμένης αρετής, και όχι στερήσεις ή ελαττώματα· όπως οι ατέλειες των αγίων και τα σφάλματα των ευγενικών ψυχών. Εκείνο που λείπει είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός τελειότητας· και η ατέλεια δεν αποτελεί μια εκδήλωση αντενέργειας.'

Ιμάνουελ Καντ, Η Έννοια του Αρνητικού Μεγέθους στη Φιλοσοφία, μτφρ. Χάρης Τασάκος, εκδ. Printa