'Ἡ ἐξέλιξη τῆς συνείδησης, ἀπὸ τὶς κινήσεις τῶν μονοκύτταρων ὀργανισμῶν μέχρι τὴν ἀνθρώπινη γλώσσα, ἔχει τὸ σωματικὸ ἀντίστοιχό της στὴν ἐξέλιξη του νευρικοῦ συστήματος τῶν οργανισμών, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀσχοληθοῦμε ἀκολουθώντας τὴν ἐπιταγὴ τοῦ Μπερξὸν νὰ φωτίζουμε τὴ γνωσιολογία καὶ τὴ θεωρία τῆς ζωῆς ἀμοιβαία. Τὸ νευρικὸ σύστημα, ποὺ στὴν ἀνοδικὴ σειρὰ τῶν σπονδυλωτῶν φθάνει στὸ ἀπόγειό του μὲ τὸν ἰσχυρὸ ἐγκέφαλο, δὲν εἶναι μόνο ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν μηχανισμὸς τῆς συνείδησης· σύμφωνα μὲ τὸν Μπερξόν, εἶναι ὁ σημαντικότερος μηχανισμὸς τὴς ζωῆς στὴν ἀνοδικὴ σειρὰ τῶν ζὠων, τὸ ὄργανο ποὺ ἡ συντήρηση του ἀπαιτεῖ μεγάλο μέρος τῶν ἐνεργειακών ἀποθεμάτων τοῦ ὀργανισμοῦ. Κατὰ τὸν Μπερξόν, τὸ ἔμβιο ὄν μοιάζει μὲ ἕνα δοχεῖο τὸ ὁποῖο διακόπτει ἐν μέρει καὶ προσωρινὰ τὴν ἀδιάκοπη ἀπόδοση ἐνέργειας τοῦ ἥλιου σὲ διάφορα σημεῖα πάνω στὴ γῆ, προκειμένου νὰ ἀποθηκεύσει μέσα του ὁρισμένα ἀποθέματα δύναμης ἀπὸ τὴ μὴ ἀναλωμένη ἐνέργεια, γιὰ νὰ τὴν ἀπελευθερώσει στὴν ἡθελημένη στιγμὴ, στὸν ἡθελημένο τόπο ὡς κίνηση. Ἐδῶ ὁ Μπερξόν περιγράφει χωρὶς ἀμφιβολία τὴ διαδικασία τὴν ὁποία ἡ βιοφυσικὴ χαρακτηρίζει ὡς μιὰ ἰδιότητα τοῦ ἔμβιου ὄντος νὰ «μειώνει τὴν ἐντροπία». Σὲ αὐτὴν τὸ φυτὸ τονίζει κυρίως τὴ διάσταση τῆς ἀποθήκευσης, τὸ ζῶο τὴν πτυχὴ τῆς ἀπελευθέρωσης ἐνέργειας. Κάθε ζωντανὸ κύτταρο ξοδεύει ἀκατάπαυστα ἐνέργεια γιὰ νὰ διατηρηθεῖ σὲ ἰσσοροπία, ἀλλά, ἐνῶ τὸ φυτὸ ἐξαντλεῖται σχεδὸν πλήρως σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο διατήρησης, τὸ ζώο ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐνέργειά του καὶ γιὰ μετακινήσεις.
   Μιὰ σημαντικὴ προϋπόθεση στὴ σκέψη τοῦ Μπερξὸν εἶναι ὁτι ἡ ἐλεύθερη μετακίνηση καὶ ἡ συνειδητότητα ἐμφανίζονται σὲ ἀμοιβαία συσχέτιση. Οἱ ζωικοὶ ὀργανισμοὶ χωρὶς διαφοροποιημένο νευρικὸ σύστημα, λόγου χάριν τὰ μονοκύτταρα, μποροῦν βέβαια νὰ κινηθοῦν, ἀλλὰ οἱ κινήσεις τους δὲν εἶναι εὔστοχες καὶ τοὺς λείπει ἡ σαφὴς διάρθρωση, γι᾽αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ συνειδητότητά τους εἶναι ἀναλογα ἀόριστη καὶ ἀνακριβής. Μεγαλύτερη εὐστοχία καὶ βεβαίοτητα στὴν κίνηση παρατηρεῖται μόνο σὲ ὁργανισμοὺς μὲ ἀναπτυγμένο νευρικὸ σύστημα. Γιὰ τὴν ἐκτέλεση μιᾶς πραγματικῆς ἀνακλαστικῆς κίνησης ἀπαιτεῖται ἕνας ὁλόκληρος μηχανισμὸς δομημένος στὸν νωτιαῖο μυελὸ ἤ στὸν προμήκη μυελό· γιὰ τὴ θεληματικὴ ἐπιλογὴ μεταξὺ πολλῶν μέτρων μὲ καθορισμένο περίγραμμα ἀπαιτοῦνται ἐγκεφαλικὰ κέντρα. Ὅπως βλέπουμε, ὅσο πιὸ ἀναπτυγμένο εἶναι τὸ νευρικὸ σύστημα, τόσο πιὸ ἐλεύθερα μπορεῖ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἐπιλέγει τὸν χρόνο καὶ τὴν κατεύθυνση πρὸς τὴν ὁποία μετατρέπει τὴ συγκεντρωμένη ἐνέργεια «ἐν εἴδη ἔκρηξης» σὲ πράξεις. Ἔτσι λοιπὸν εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὴ βιολογικὴ θεμελίωση τῆς ἐλευθερίας νὰ διακρίνουμε ὅτι τὰ ἔμβια ὄντα ἔχουν τὴ δύναμη νὰ σπάσουν τὸν εὐθύγραμμο καθορισμὸ ἐκ μέρους τῆς ἀνόργανης φύσης, ἀκινητοποιώντας κατ᾽ ἀρχὰς μέσα τους τὴ ροὴ τῶν ποσοτήτων ἐνέργειας, γιὰ νὰ τὴ διοχετεύσουν σὲ ἐπιλεγμένες πράξεις. Οἱ ὀργανισμοὶ εἶναι λοιπὸν ἀληθινὰ κέντρα ἀκαθοριστίας στὸ σύμπαν· παρακάμπτουν τὴν ἐντροπία. Ὅσο πιὸ ἀνεπτυγμένο εἶναι τὸ νευρικό τους σύστημα, τόσο λιγότερο καθορίζονται ἀπὸ μηχανικὲς αἰτίες καὶ τόσο μεγαλύτερες εἶναι οἱ δυνατότητές τους γιὰ ἐλευθερία.
   [...]
   Ἤδη ὁ Courier εἴχε πεῖ: «Τὸ νευρικὸ σύστημα εἶναι κατὰ βάθος ὁλόκληρο τὸ ζῶο. Ὅλα τὰ ἄλλα συστήματα ὑπάρχουν μόνο γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετοῦν». Ὁ Μπερξὸν ἐπιχειρεῖ νὰ στηρίξει αὐτὴ τὴ θέση μὲ μιὰ ἀνἀλυση τῆς κατανομῆς τῆς ἐνέργειας στὴν ἑσωτερικὴ ἐνεργειακὴ οἱκονομία τῶν ἀνώτερων θηλαστικῶν. Δείχνει ὅτι τὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα, προπάντων ὁ ἐγκέφαλος, καταναλώνει τὴ μερίδα τοῦ λέοντος ὅσον ἀφορᾶ τὸ γλυκογόνο, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ ἄλλα ὄργανα καταστρέφονται τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ὡστόσο ὁ ἐγκέφαλος λιμοκτονούντων ζώων καὶ ἀνθρώπων παραμένει μέχρι τὸ τέλος σχεδὸν ἄθικτος. Καὶ πραγματικὰ οἱ νεότερες ἔρευνες σὲ ἀνθρώπους ποὺ νηστεύουν ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ τὰ συμπεράσματα. Σὲ κανονικὲς περιπτώσεις ὁ ἐγκέφαλος καταναλώνει περίπου τὰ δύο τρίτα τοῦ γλυκογόνου ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ σῶμα (γιὰ τὴν καύση του χρειάζεται 45% τοῦ διαθέσιμου ὀξυγόνου). Τὸ γλυκογόνο παράγεται προπάντων στὸ ἧπαρ. Ἄν τὰ ἀποθέματα γλυκογόνου ἐξαντληθοῦν, τὸ ἧπαρ ἀρχίζει νὰ τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν πρωτεΐνη τῶν μυῶν· ἄν συνεχιστεῖ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν τροφή, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἧπαρ παράγει γλυκογόνο καὶ ὁ νεφρός, άντλώντας πρόσθετες ποσότητες ἀπὸ τοὺς ἱστοὺς τοῦ σῶματος. Ἄν αὐτὰ τὰ δυὸ ὄργανα δὲν μποροῦν νὰ προμηθεύσουν ἀρκετὸ γλυκογόνο, τότε ὁ ἐγκέφαλος ἀναπροσαρμόζει τὴ δίαιτά του καταναλώνοντας ἀντ᾽αὐτοῦ ὀξέα, τὰ ὁποῖα ἀντλεῖ ἀπευθεῖας ἀπὸ τοὺς ἱστοὺς τοῦ λίπους. Σὲ περιπτώσεις παρατεταμένης ἀποχῆς ἀπὸ τὴν τροφὴ τὸ σῶμα χάνει κατ᾽ ἀρχὰς ἕνα τρίτο καὶ στὴ συνέχεια σχεδὸν τὸ μισὸ ἀπὸ τὸ βάρος του, λὲς καὶ ὑπάρχει μόνο «γιὰ νὰ καθαρίζει καὶ νὰ προστατεύει» τὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα, «νὰ τοῦ ἐξασφαλίζει σταθερὲς συνθῆκες ζωῆς καὶ νὰ τοῦ προμηθεύει... ποσότητες δυνητικῆς ἐνέργειας μετατρέψιμης σὲ μετακινήσεις...» Ὅταν λοιπὸν τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσπάσει ἐνέργεια ἀπὸ τὸ περιβάλλον, μετατρέπεται τὸ ἴδιο σὲ περιβάλλον γιὰ τὸν ἐγκέφαλο καὶ θυσιάζεται γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἐγκέφαλος νὰ συνεχίσει τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἐντροπίας μέχρι τὸ τέλος, στὴ θέση ὁλόκληρου τοῦ ὀργανισμοῦ.'

  'Μὲ τὸν Weber, τὸν Fencher καὶ τὸν Helmholtz ἄρχισε κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἐκείνη ἡ ἐξέλιξη ποὺ βρῆκε τὴ συνεπῆ προέκτασή της στὴ βιοκυβερνητικὴ τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ κατ᾽ ἀρχὰς θεωρητικὴ ποσοτικοποίηση τῶν ψυχικῶν καὶ βιολογικῶν φαινομένων δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν κατασκευή, μεταξὺ ἄλλων, τεχνικῶν ὀργάνων βιοανάδρασης στὶς μέρες μας, τὰ ὁποία ἐπιτρέπουν τὴ διεύθυνση τῆς δραστηριότητας τῶν κυμάτων τοῦ ἐγκεφάλου καὶ μὲ τὴ βοήθεια ἡκεκτρονικῶν μέσων προσδίδουν μεγαλύτερη παραστατικότητα στὸ ἁπλοϊκό-ὑλιστικὸ ὄνειρο ἑνὸς homme machine (ἀνθρώπου ὡς μηχανῆς) τοῦ 18ου αἰώνα. Ἡ κυβερνητικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνάδρασης ἔκανε τὴν ἀδέξια μηχανικὴ τοῦ La Mettrie νὰ μοιάζει περισσότερο μὲ τὸ ἔμβιο ὄν· τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὶς νέες θεωρίες τῆς πλαστικότητας τοῦ ἐγκεφάλου σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς παλαιότερες θεωρίες τῆς στατιστικῆς ἐντόπισης τῶν λειτουργιῶν τῆς συνείδησης. Καὶ ὅμως στὴ βάση τόσο τῶν νέων ὅσο καὶ τῶν παλαιότερων φυσικοεπιστημονικῶν θεωριῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο βρίσκεται ἡ ἰδέα τῆς ὁμοιογενοῦς ποσότητας, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας ἡ νεκρὴ φύση τέθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν πολιτιστικῶν συμφερόντων  τῆς ἐξουσίας. Ὁ τελευταῖος νεωτερισμὸς τῆς ποσοτικῆς-φυσικοεπιστημονικῆς σκέψης εἶναι ἡ μεταφορὰ τῆς ἰδέας μιᾶς ἱσσοροπίας τῶν (ἐν)ντάσεων ἀπὸ τὴ φυσικὴ στὴ βιολογία καὶ ἡ ἀπόπειρα ἀναγωγῆς τοῦ τόνου (ἀπὸ τὸ τείνειν) τοῦ νευρικοῦ συστήματος, ὁ ὁποῖος χωρὶς ἀμφιβολία περικλείει τὸ ὁλοκληρωτικὸ μυστικὸ τῆς ζωτικότητας τοῦ ὀργανισμοῦ, σὲ ποσοτικὸ μέγεθος. Παντοῦ καταβάλλονται προσπάθειες ἀπομίμησης τῆς ζωῆς μὲ τὴ βοήθεια χιλιάδων ψευδομορφώσεων τῆς οἰκουμενικῆς μηχανικῆς καὶ ὑπερνίκησης τῆς ἀντίστασής της ἀπέναντι στὸν αἰτιοκρατικό, ἀντικειμενικοποιητικὸ καὶ ποσοτικὸ τρόπο θεώρησης: δὲν θὰ ἐπιτύχουν!'


Κωσταντίνος Π. Ρωμανός, Απολιθωμένη Ζωή: Η Κυριαρχία της Ποσότητας στη Μηχανιστική Κοσμοθεώρηση, εκδ. Gutenberg

Η ΕΝΟΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

   Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε πολύ λίγο στον ενδιάμεσο κρίκο που συνδέει την αποπλάνηση και τη θηλυκότητα, στον ενορμητικό εκείνο φορέα που τις κάνει να ενώνονται, δηλαδή την παθητικότητα.
   Ας επανέλθουμε για λίγο στην ανάλυση του Ανθρώπου με τους λύκους. Ο Φρόυντ κατασκευάζει την εξής αλληλουχία: αποπλάνηση –> παθητικός σκοπός –> γυναικεία θέση. Στο σύμπλεγμα των νημάτων της επιχειρηματολογίας, που ορισμένες φορές είναι αξεδιάλυτο, μπορούμε να απομονώσουμε χονδρικά δύο εκδοχές αυτής της αλληλουχίας:
   Η πρώτη έχει να κάνει με την αποπλάνηση που διαπράττει η αδελφή του (η οποία αρπάζει το μέλος του νεαρού αδελφού της) εξαναγκάζοντας το υποκείμενο σε μια παθητική στάση: παθητικότητα η οποία τον καλεί να υιοθετήσει τη γυναικεία θέση κατά την αναζωπύρωση, εξαιτίας της περίστασης, της πρωταρχικής σκηνής.
   Η δεύτερη εκδοχή, η οποία υπόκειται λιγότερο στα γεγονότα, μεταθέτει την αποπλάνηση –και την παθητικότητα του σαγηνευμένου παιδιού που συνεπάγεται– προς την καθαυτό πρωταρχική σκηνή. Στο βάθος, όλη η παθητικότητα βρίσκεται ήδη στην υποχρεωτική θέση του θεατή της συνουσίας των γονιών: παθητικότητα ενός παιδιού που κατακλύζεται από μια δομημένη ενήλικη σεξουαλικότητα, η οποία εισβάλλει χωρίς καμία επιφύλαξη στον κόσμο του. Ο Φρόυντ προσθέτει: «Η αντίδραση ενός παιδιού ηλικίας 1½ χρονών, τη στιγμή που παρακολουθεί τη συνουσία, ήταν ήδη, κυρίως, μια παθητική αντίδραση» – η παραγωγή κοπράνων. Η διευκρίνηση είναι σημαντική, μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε τη δική μας επιχειρηματολογία: την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού «διαδέχεται» μια ερωτογενής παθητική συμμετοχή στη σκηνή. Η δεύτερη αυτή παθητικότητα δεν έχει την απόλυτη αξία της πρώτης, είναι «επικρατέστερη». Στο βαθμό που δεν είναι ποτέ εύκολο να διακρίνουμε, στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων, τι είναι καθαρά παθητικό και τι είναι ήδη επανάκτηση, ενεργητική­ κυριαρχία του σεναρίου. Τα κόπρανα διαφεύγουν ή εκπέμπονται; Η περίπτωση του πρωκτικού αυνανισμού είναι χαρακτηριστική, τη στιγμή που το παιδί είναι ταυτόχρονα διεγερτικά κόπρανα και διεγερμένη μεμβράνη, τη στιγμή που μέσα στην ίδια πράξη βιώνει την εμπειρία της παθητικότητας και της αποστασιοποίησής της.
   Το να καθορίσομε την ενορμητική παθητικότητα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η πρωτογενής παθητικότα, εκείνη η οποία χαρακτηρίζει τη γενικότερη κατάσταση σαγήνης, είναι ένα σχεδόν εμπορικό δεδομένο, το οποίο συνδέει το αβοήθητο νεογέννητο (που δηλώνει η έννοια Hilfosigkeit) και τον ενήλικο που το φροντίζει και το αγαπά. Ο Ζαν Λαπλάνς επικαλείται τους φιλοσόφους και την κλασική αντιπαράθεση ανάμεσα στη δράση και το πάθος για να προσδιορίσει αυτή την κατάσταση, και όχι την ψυχαναλυτική εμπειρία.
   Η παθητικότητα που προσπαθούμε εμείς να αποσαφηνίσουμε από την πλευρά μας, η οποία συνδέεται με τη θηλυκότητα (της γυναίκας ή του άνδρα), τοποθετείται απόλυτα από την πλευρά ενός ίδιου υποκειμένου – παρόλο που σκηνοθετείται στη σεξουαλική ζωή με έναν σύντροφο. Επειδή προϋποθέτει από τη φύση της έναν δράστη (του οποίου την πράξη κάποιος υφίσταται), η παθητικότητα επιβάλλει ένα είδος διχασμού σε δύο άτομα που βρίσκονται στην ίδια ψυχική σκηνή: τον δράστη και τον παθόντα. Η γυναίκα του φαντασιώνεται μια (σεξουαλική) επίθεση είναι ταυτόχρονα η επιτιθέμενη και η δημιουργός της φαντασίωσης. Ο Φρόυντ, για να παρακάμψει αυτή τη δυσκολία, είχε προτείνει την έννοια του ενορμητικού παθητικού σκοπού, διευκρινίζοντας ότι ένα «μεγάλο μέρος ενέργειας ίσως να είναι απαραίτητο ώστε να επιβληθεί ένας παθητικός σκοπός».
   Η δική μας προσέγγιση μας οδηγεί στο να αποκαταστήσουμε το ζεύγος θηλυκότητα/παθητικότητα με ένα είδος αναγκαιότητας – κάτι που, αναμφισβήτητα, δεν θα αρέσει σε όλους. Το να αποκαταστήσουμε είναι πράγματι η σωστή έννοια· δεν πρέπει άλλωστε να «αναγνωρίσουμε» στον Φρόυντ ότι διαχώρισε τη θηλυκότητα από την παθητικότητα; Αν σταθούμε πιο προσεκτικά σε αυτό τον διχασμό, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά τις Νέες Διαλέξεις του 1932, θα αντιληφθούμε ότι οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη θεωρία του πρωταρχικού ανδρισμού του παιδιού και σε μια ταύτιση, η οποία έμμεσα διατηρείται ανάμεσα στο ενεργητικό και στο ανδρικό: αν το κοριτσάκι είναι ένας μικρός άνδρας, θα πρέπει, συνεπώς, να είναι το ίδιο ενεργητική όσο και το αγόρι.
   Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε και να διαφοροποιήσουμε κάποια σημεία, αλλιώς θα προσπεράσουμε το πιο σημαντικό. Μέσα στην ίδια τη λέξη «παθητικότητα» ενσωματώνονται συνήθως διάφορες έννοιες, χωρίς μεγάλη σχέση μεταξύ τους. Ο Φρόυντ είναι ο πρώτος που ενέχεται στη δημιουργία αυτής της σύγχυσης.
   Αν πράγματι υποστηρίζουμε ότι οι επιθυμίες του κοριτσιού απέναντι στα πρώτα αντικείμενα δεν είναι, περισσότερο απ’ ό,τι στο αγόρι, απαλλαγμένες από κάποιες «ενεργητικές ώσεις», ότι «οι επιθετικές παρορμήσεις των κοριτσιών δεν υστερούν διόλου σε πλούτο ούτε σε βία», σε σχέση με τις παρορμήσεις των αγοριών, τότε συμφωνούμε. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να επεκταθούν και στους ενηλίκους των δύο φύλων, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής «δραστηριότητας». Δεν είναι μόνο η θηλυκή αράχνη πιο ενεργητική από την αρσενική κατά το ζευγάρωμα – ποια είναι άραγε η συνεισφορά του άγχους ευνουχισμού για τον Φρόυντ όταν επιλέγει αυτό το παράδειγμα, όπου ενώνονται ζωολογία και παραδοσιακός συμβολισμός; Ο Αριστοφάνης είχε γράψει πριν από πολλούς αιώνες ότι «στις γυναίκες αρέσει να καβαλάνε».
   Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, αν το κορίτσι δεν υστερεί σε δραστηριότητα σε σχέση με το αγόρι, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ένας μικρός άνδρας. Αυτό σημαίνει αντίθετα ότι η ταύτιση με τον ενεργητικό πόλο της επιτρέπει, όπως και στο αγόρι, να ελέγχει, να συνδέει αυτό που υπερβαίνει την παθητική στάση, αυτό που κατακλύζει τις δυνατότητες απαρτίωσης του εγώ. Πρόκειται για ένα πλεόνασμα, το οποίο γεννιέται από την συγκυρία της ενορμητικής παθητικότητας και της συνθήκης στην οποία βρίσκεται το κορίτσι ως «αποπλανημένη».
   Πριν προσδιορίσουμε πιο συγκεκριμένα την ενορμητική παθητικότητα, ας πούμε, καταρχάς, τι δεν είναι.
   Όταν η «παθητικότητα» συνδυάζεται με τη «θηλυκότητα», τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται σύμφωνα με τη φαλλοκεντρική αντίληψη του Φρόυντ. «Η ατροφία του πέους [δηλαδή της κλειτορίδας που δεν θέλει να μεγαλώσει] ευνοεί τη μεταλλαγή των άμεσα σεξουαλικών τάσεων σε τάσεις τρυφερές, ανεσταλμένες ως προς τον σκοπό». Η συγκεκριμένη παθητικότητα είναι μια «μετ-ευνουχιστική» κατάθλιψη· ευνουχισμένος και παθητικός είναι συνώνυμα. Η παθητικότητα αυτή περιγράφει τη στάση ενός κοριτσιού (μιας γυναίκας) η οποία δεν μπορεί να συνέλθει, επειδή δεν είναι ο «μικρός άνδρας» που νόμιζε ότι ήταν – έχοντας διαβάσει Φρόυντ… ή, αν μιλήσουμε πιο σοβαρά, επειδή η ιστορία της τής χάραξε αυτή τη μοίρα. Πρόκειται για μια παθητικότητα του τύπου «προς τι;», συνώνυμο της αδράνειας, την οποία δύσκολα διαχωρίζουμε από την ψυχρότητα. Απόδειξη είναι μια παρατήρηση της Χέλεν Ντόυτς: «Η απουσία αυθόρμητης κολπικής δραστηριότητας αποτελεί τη βάση –από την άποψη της φυσιολογίας– της γυναικείας παθητικότητας». Η φεμινιστική ψυχαναλυτική κριτική εναντιώθηκε σε αυτού του είδους την παθητικότητα, που αποτελεί άρνηση της δραστηριότητας και, συγχρόνως, αποσιώπηση του σεξουαλικού· αυτός είναι και ο λόγος που αγνόησε την άλλη διάσταση του θέματος.
   Αυτή την άλλη όψη τη συναντάμε μέσα από τις πρώτες διατυπώσεις του Φρόυντ, το 1896, όταν αυτός προσπαθεί να διευκρινίσει τη διαφορά ανάμεσα στην υστερία και στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Στο βάθος της υστερικής αιτιολογίας, γράφει ο Φρόυντ, βρίσκουμε ένα συμβάν σεξουαλικής παθητικότητας, «μια εμπειρία που έχει βιωθεί με αδιαφορία ή με κάποια οργή ή με τρόμο». Αυτή η έντρομη παθητικότητα απηχεί την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού-θεατή, το οποίο κατακλύζεται από το πλεόνασμα διέγερσης της φαντασίωσης της πρωταρχικής σκηνής· γενικότερα, έχει να κάνει με την πρωτογενή παθητικότητα, την παθητικότητα του «τρυφερού» παιδιού που το «πάθος» του ενήλικου το καθιστά πρόωρα «απολαυστικό» ή «μιαρό».
   «Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης», συνεχίζει ο Φρόυντ, «πρόκειται, αντίθετα, για ένα συμβάν που έχει προκαλέσει ευχαρίστηση, για μια σεξουαλική επίθεση που προέρχεται από την επιθυμία (στην περίπτωση του αγοριού) ή για μια συμμετοχή με οργασμό κατά τη σεξουαλική πράξη (στην περίπτωση του κοριτσιού). Υπάρχουν λοιπόν δύο διαδρομές: η μία οδηγεί από την έντρομη παθητικότητα σε μια έμπρακτη ενεργητικότητα, μεταξύ επιθυμίας και ευχαρίστησης· αυτή τη διαδρομή ο Φρόυντ την αποκαλεί αρσενική. Η άλλη οδηγεί από την ίδια έντρομη παθητικότητα σε μια «συμμετοχή με οργασμό»: δεν ξεφεύγουμε από τη στοιχειώδη παθητικότητα, ωστόσο διολισθαίνουμε από τον τρόμο στη λιποθυμία.
   Η αρσενική οδός χαρακτηρίζεται από μια διπλή μετατροπή: από μια πρωτογενή παθητικότητα σε ενεργητικότητα, από τον τρόμο στην ευχαρίστηση. Η γυναικεία οδός παραμένει στο πεδίο της παθητικότητας, στο πεδίο της σαγηνευτικής εισβολής του σεξουαλικού, ωστόσο περνά από τον τρόμο στον οργασμό – προς την υπερχείλιση της ευχαρίστησης.
   Στην ίδια γραμμή αυτών των διακρίσεων, προτείνουμε, για την ενορμητική παθητικότητα, την εξής διατύπωση: να απολαμβάνετε αυτό που (σας) συμβαίνει, να συμμετέχετε με ηδονή σε αυτό που διεισδύει, εισβάλλει (μέσα σας) – αποδεικνύει τον μύχιο δεσμό ανάμεσα στην παθητικότητα και το μέσα. Αν την εξετάσουμε προσεκτικά, αυτή η διατύπωση (να απολαμβάνετε αυτό που [σας] συμβαίνει) προσεγγίζει την ταυτολογία, ωστόσο μια ταυτολογία που δεν είναι κενή. Πράγματι, όποιες κι αν είναι οι υπερβολές δραστηριότητας που έχουν εκτυλιχθεί προηγουμένως κατά τη σεξουαλική πράξη, ο καθένας μας είναι παθητικός μπροστά στην ηδονή, μπροστά στον οργασμό, παρασυρμένος έστω και μια στιγμή από τον μικρό αυτό θάνατο.
   Οι αναστροφές προς το αντίθετο, κάτι που επιδέχεται η ενόρμηση, από δραστηριότητα σε παθητικότητα και αντιστρόφως, δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας συμμετρίας των δύο αυτών θέσεων. Η κινητικότητα της σεξουαλικής ζωής επικαλύπτει μια παλαιά τάξη, σύμφωνα με την οποία η παθητικότητα αποτελούσε τον πρώτο αρχαϊκό όρο, και η δραστηριότητα μια διεργασία αποστασιοποίησης από αυτή την πυρηνική παθητικότητα. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά μέσα από το παράδειγμα του Φρόυντ για το παιδί που παίζει με την «κουβαρίστρα».
   Η παθητικότητα, ως ενορμητικός σκοπός, «παίρνει τη σκυτάλη» της παθητικότητας του εγώ μπροστά στην ενορμητική επίθεση, η οποία «διαδέχεται» την τραυματική παθητικότητα του νεογέννητου απέναντι στον ενήλικο κόσμο. Αυτή είναι πράγματι η συνιστώσα που δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί κανείς, και η οποία τροφοδοτεί, τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα, την άρνηση της θηλυκότητας. Φόρος τιμής στη διαύγεια των Ρωμαίων, για τους οποίους η παθητικότητα στον έρωτα σήμαινε την απουσία αιδούς.'


Ζακ Αντρέ, Η Θηλυκή Καταγωγή της Σεξουαλικότητας, μτφρ. Σοφία Λεωνίδη, εκδ. Ίκαρος

  'Στη μαρξιστική οπτική, όπως κι αν περιγράφουμε αυτήν την ιστορική στιγμή όπου το «περίβλημα αυτό σπάει», η πολιτική θα είναι ένα συστατικό στοιχείο της. Το Μανιφέστο έχει διαβαστεί, πρωτίστως, ως ένα κείμενο ιστορικού αναπόφευκτου, και, πράγματι, η δύναμή του πηγάζει, σε μεγάλο βαθμό, από την πίστη που προσφέρει στους αναγνώστες του ότι ο καπιταλισμός ήταν αναπόφευκτα προορισμένος να θαφτεί από τους νεκροθάφτες του, και ότι τώρα –και όχι σε κάποια προηγούμενη περίοδο στην ιστορία– οι συνθήκες για χειραφέτηση είχαν δημιουργηθεί. Εντούτοις, σε αντίθεση με διαδεδομένες παραδοχές –καθ’ όσον πιστεύει ότι η ιστορική αλλαγή προχωράει μέσω των ανθρώπων που φτιάχνουν την δική τους ιστορία– δεν είναι ένα ντετερμινιστικό κείμενο. Οι τάφοι πρέπει να σκαφτούν από ή μέσω της ανθρώπινης δράσης.
   Μια ντετερμινιστική ανάγνωση του επιχειρήματος είναι, πράγματι, δυνατή. Έχει προταθεί ότι ο Ένγκελς έτεινε προς αυτό πιο φυσικά απ’ ό,τι ο Μαρξ, με σημαντικές επιπτώσεις για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και του μαρξιστικού εργατικού κινήματος μετά τον θάνατο του Μαρξ. Ωστόσο, παρά το ότι τα πρώιμα σχέδια του Ένγκελς έχουν χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη, δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να διαβαστεί στο ίδιο το Μανιφέστο. Όταν αφήνει το πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και υπεισέρχεται στο παρόν, είναι ένα κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων παρά πιθανοτήτων, πόσο μάλλον βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο «τώρα» και στον απρόβλεπτο χρόνο, όπου, «στην πορεία της ανάπτυξης», θα υπάρχει «μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων», βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης.
   Η ιστορική αλλαγή μέσω της κοινωνικής πράξης, μέσω της συλλογικής δράσης, βρίσκεται στον πυρήνα του. Το Μανιφέστο βλέπει την ανάπτυξη του προλεταριάτου σαν την «οργάνωση των προλετάριων σε μια τάξη, και επομένως σε ένα πολιτικό κόμμα». Η «κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» («η κατάκτηση της δημοκρατίας») είναι «το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση», και το μέλλον της κοινωνίας εξαρτάται από τις επακόλουθες δράσεις του νέου καθεστώτος (πώς «το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία»). Η αφοσίωση στην πολιτική είναι αυτό που, ιστορικά, διέκρινε τον μαρξικό σοσιαλισμό από τους αναρχικούς, και τους διαδόχους αυτών των σοσιαλιστών, των οποίων το Μανιφέστο συγκεκριμένα καταδικάζει την απόρριψη κάθε πολιτικής δράσης. Ακόμη και πριν τον Λένιν η μαρξική θεωρία δεν ήταν απλώς για το «τι η ιστορία μας δείχνει ότι θα συμβεί», αλλά επίσης και για το «τι πρέπει να γίνει». Αναντίρρητα, η σοβιετική εμπειρία του 2ού αιώνα μας έχει διδάξει ότι μπορεί να είναι καλύτερο να μην κάνουμε «αυτό που πρέπει να γίνει» εντός ιστορικών συνθηκών που καθιστούν την επιτυχία, στην κυριολεξία, απρόσιτη. Αλλά αυτό το μάθημα μπορεί, επίσης, να το έχουμε μάθει αναλογιζόμενοι τις συνεπαγωγές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
   Αλλά τότε, το Μανιφέστο –και αυτή δεν είναι η τελευταία από τις αξιοσημείωτες ιδιότητές του– είναι ένα κείμενο που προεικόνισε την αποτυχία. Ήλπισε ότι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας», αλλά «από κοινού καταστροφή». Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας άλλος μαρξιστής το παρέφρασε ως την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την βαρβαρότητα. Ποιο από τα δύο θα επικρατήσει είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αφήσουμε τον 21ο αιώνα να το απαντήσει.'
Eric Hobsbawm
Έρικ Χομπσμπάουμ, Εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Κυρίαρχο γνώρισμα της εποχής της ρήξης, της εποχής που το «περίβλημα σπάει», όπως το θέλει το Μανιφέστο, θα είναι η πολιτική. Γιατί το Μανιφέστο δεν πρέπει να διαβαστεί σαν κείμενο ντετερμινιστικής έμπνευσης, αλλά σαν κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων και όχι ιστορικών βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο τώρα και στον απρόβλεπτο χρόνο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων  βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης. Στο σημείο αυτό μπορεί να εντοπιστεί και ένα είδος κρυφής αρετής του Μανιφέστου, που ανατρέπει τη συνήθως άκρατη αισιοδοξία των μαρξιστών. Η ελπίδα πως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι ο επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας συνοδεύεται από την υπαρκτή λύση της καταστροφής των τάξεων που αντιμάχονται η μία την άλλη.'

Γεράσιμος Βώκος, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

  'Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό,τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι το υπέρτατο μυστήριο αυτού εδώ του κόσμου. Είναι μια φεγγοβολή που αποζητάει την προσοχή, αλλά δεν της παρέχει κανένα κίνητρο για να διαρκέσει. Η ομορφιά πάντα υπόσχεται και δεν δίνει ποτέ τίποτε· προκαλεί πείνα, αλλά δεν έχει τροφή για το μέρος της ψυχής που προσπαθεί εδώ κάτω να χορτάσει· έχει τροφή μόνο για το μέρος της ψυχής που ατενίζει. Προκαλεί την επιθυμία, και μας κάνει να νιώθουμε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει στην ομορφιά τίποτε επιθυμητό, διότι αυτό που επιθυμούμε πάνω από όλα είναι να μην αλλάξει τίποτε σε αυτήν. Αν δεν αναζητούμε τεχνάσματα για να βγούμε από τον γλυκό βασανισμό που μας επιβάλλει η ομορφιά, η επιθυμία μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε αγάπη, και αρχίζει να διαμορφώνεται η ικανότητα για ανιδιοτελή και καθαρή προσοχή.
   Όσο αποκρουστική είναι η δυστυχία, τόσο ύψιστα ωραία είναι η αληθινή έκφρασή της. Μπορούμε να φέρουμε ως παραδείγματα, ακόμη και από τους πρόσφατους αιώνες, τη Φαίδρα, το Σχολείο γυναικών, τον Ληρ, τα ποιήματα του Βιγιόν, μα πολύ περισσότερο ακόμη τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή· και πολύ περισσότερο ακόμη και την Ιλιάδα, το Βιβλίο του Ιώβ, ορισμένα δημώδη ποιήματα· και πολύ περισσότερο ακόμη τις αφηγήσεις του Πάθους στα Ευαγγέλια. Η φεγγοβολή της ομορφιάς απλώνεται πάνω στη δυστυχία με το φως του πνεύματος της δικαιοσύνης και της αγάπης, του μόνου πνεύματος που επιτρέπει στην ανθρώπινη σκέψη να κοιτάξει και να αναπαραστήσει τη δυστυχία όπως είναι.
   Κάθε φορά επίσης που ένα θραύσμα άφατης αλήθειας περνάει σε λέξεις οι οποίες, χωρίς να μπορούν να συμπεριλάβουν την αλήθεια που τις ενέπνευσε, συνδέονται μαζί της, μέσω της διάταξής τους, με μια τόσο τέλεια αντιστοιχία, ώστε να στηρίζουν κάθε πνεύμα που επιθυμεί να την ξαναβρεί, κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, ένα φέγγος ομορφιάς εκχύνεται πάνω στις λέξεις.
   Ό,τι προέρχεται από την καθαρή αγάπη φωτίζεται από το  φέγγος της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι αισθητή, αν και με πολύ συγκεχυμένο τρόπο και ανάμεικτα με πολλές ψεύτικες απομιμήσεις, μέσα στο κελί όπου κάθε ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται αρχικά φυλακισμένη. Η μόνη βοήθεια στην οποία μπορούν η αλήθεια και η δικαιοσύνη να ελπίζουν για την κομμένη γλώσσα είναι δική της. Η ομορφιά δεν έχει λόγια· δεν μιλάει· δεν λέει τίποτε. Έχει όμως φωνή να καλέσει. Καλεί και δείχνει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια που είναι χωρίς φωνή. Όπως ένα σκυλί γαβγίζει για να έρθουν οι άνθρωποι στο αφεντικό του, που κείτεται άψυχο στο χιόνι.'
Simone Weil
Σιμόν Βέιλ, Το Πρόσωπο και το Ιερό, μτφρ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Πόλις

* * *

  '[...] η ακραία σκέψη της Βέιλ θέτει υπό δοκιμασία τη δική μας σκέψη, τις βεβαιότητες και τις ασφάλειές μας, αποκαλύπτει τις βολές, τις συμβατικότητες και τα ψέματά μας. Πιο συγκεκριμένα, όταν έχουμε να κάνουμε με τα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν είναι κύριοι της ζωής τους και της μοίρας τους, τότε, έχοντας υπόψιν τη Βέιλ, δεν θα μας είναι εύκολο να ρητορεύουμε ανέξοδα περί των απαράγραπτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ίσως –λέω ίσως– προσπαθήσουμε να ακούσουμε τον αλάλητο στεναγμό τους, τη βουβή διαμαρτυρία τους. Διαφορετικά γινόμαστε αναίσθητοι και αναιδείς. Να μιλάς στον άνθρωπο που ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει για το ιερό δικαίωματά του να επιλέγει την εργασία του, σημαίνει ότι σου λείπει η αιδώς. Ποιο είναι το πρόσωπο και τα δικαιώματα των κρατουμένων στο Άουσβιτς ή στο Γκουλάγκ; Τι νόημα έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από αλτσχάιμερ; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε πλήθος άλλες, χρειάζεται εκείνη η προσοχή, για την οποία μιλάει η Βέιλ, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την αγάπη, για να μπορέσεις να ακούσεις ένα μικρό απόηχο από τη βουβή κραυγή τους. Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδύνατου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. Όσα είπαν και έγραψαν δεν τα εφάρμοσε ποτέ κανείς στην ολότητά τους, κανείς δεν τα ακολούθησε μέχρι την άκρα συνέπειά τους. Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνα όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης.'

Σταύρος Ζουμπουλάκης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Βουβή Κραυγή των Σκλάβων και η Μωρία της Αγάπης'

  'Κάθε αίσθημα ντροπής βασίζεται στον αυτο-διαχωρισμό του ατόμου. Παράγεται όταν συμβαίνει μια έμφαση στο εγώ, μια επιταγή της συνείδησης που ασκεί ένας κοινωνικός κύκλος σε ένα πρόσωπο, η οποία παράληλα γίνεται αισθητή σαν να είναι κάπως απρεπής. Γι’ αυτόν τον λόγο, συνεσταλμένες και αδύναμες προσωπικότητες τείνουν να έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην ντροπή. Μόλις γίνουν κάπως το κέντρο της γενικής προσοχής, μόλις υπερτονισθεί ξαφνικά η παρουσία τους, εμφανίζεται σ’ αυτές μια αμήχανη ταλάντωση μεταξύ της έμφασης και της υποχώρησης της αίσθησης του εγώ. (Η εντελώς εσωτερική ντροπή για κάτι που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κοινωνική καταγραφή του, ή η ντροπή που βρίσκεται σαφώς ετκός της κυρίως κοινωνικής ντροπής, φανερώνει μέσω σχετικά εύκολα αναγνωρίσιμων συναισθηματικών κινήτρων και συμβολισμών την ίδια τυπικά βασική δομή). Επειδή αυτή η αυτο-ανύψωση από μια συλλογικότητα, ως πηγή του αισθήματος της ντροπής, είναι τελικά ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο πράγμα από το οποίο αφορμάται, σε πολλές περιπτώσεις κάποιος ντρέπεται ακόμη και για κάτι καλό και ευγενές. Όταν στην «κοινωνία», υπό τη στενότερη έννοια της λέξης, η κοινοτοπία ταυτίζεται με τους καλούς τρόπους, τότε αυτό δεν θα ήταν απλώς συνέπεια αμοιβαίου σεβασμού, βάσει του οποίου θα θεωρείτο έλλειψη τακτ να ξεχωρίσει κανείς μέσα από μια ατομική και ιδιότυπη έκφραση, την οποία δεν μπορεί ο καθένας να μιμηθεί, αλλά οφείλεται και σε έναν φόβο για εκείνο το αίσθημα ντροπής με το οποίο το άτομο επιβάλλει στον εαυτό του μια τιμωρία για την αυτοεξύψωσή του πάνω από τρόπους και πρακτικές που είναι ομοιόμορφα και εξίσου προσβάσιμα σε όλους. Όμως η μόδα προσφέρει, εξαιτίας της ιδιαίτερης εσωτερικής δομής της, έναν αυτο-διαχωρισμό, η οποίος γίνεται ταυτόχρονα αισθητός ως κάτι το πρέπον. Ακόμη και ένας ακραίος τρόπος εμφάνισης ή έκφρασης, στον βαθμό που παραμένει στη μόδα, προστατεύεται από εκείνα τα ενοχλητικά αντανακλαστικά, τα οποία ενεργοποιούνται στο άτομο, όταν γίνεται το αντικείμενο της προσοχής των άλλων.
   Όλες οι δράσεις της μάζας χαρακτηρίζονται από την απώλεια του αισθήματος της ντροπής. Ως μέλος της μάζας, το άτομο μπορεί να συμμετάσχει σε αναρίθμητα πράγματα, για τα οποία όμως θα του εγείρονταν ανυπέρβλητες αντιστάσεις, αν αυτά του ζητούνταν, όταν θα ήταν μοναχό του. Αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα κοινωνικοψυχολογικά φαινόμενα, στο οποίο αναφέρεται αυτός ο χαρακτήρας των δράσεων της μάζας, πως ορισμένες μόδες οδηγούν σε απρέπειες τις οποίες ένα άτομο, αν του τις επέβαλλαν, θα τις απέρριπτε με αγανάκτηση. Ωστόσο, ως επιταγή της μόδας θα τις υπάκουε χωρις αντιρρήσεις. Αφού λοιπόν η μόδα ανήκει στη δράση της μάζας, το αίσθημα ντροπής διαλύεται σ’ αυτήν όπως ακριβώς το αίσθυμα ευθύνης στους συμμέτοχους σε μαζικά εγκλήματα, τα οποία συχνά ένα μόνο άτομο, αν βρισκόταν μόνο του ενώπιον της τέλεσής τους, θα δείλιαζε να διαπράξει. Μόλις σε μια κατάσταση το στοιχείο της προσωπικότητας καταστεί επικρατέστερο απ’ ό,τι η κοινωνική διάσταση που σχετίζεται με τη μόδα, τότε αρχίζει να επιδρά και το αίσθημα της ντροπής: πολλές γυναίκες θα ένιωθαν αμηχανία να εμφανιστούν στο σαλόνι τους μπροστά σε έναν μόνο ξένο άντρα με ντεκολτέ που φορούν μπροστά σε τριάντα ή εκατό άνδρες σε έναν κοινωνικό κύκλο όπου αυτό είναι της μόδας.'
George Simmel
Τζορτζ Σίμελ, Η Μόδα, μτφρ. Κωσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον

  'Κι αυτό το δωμάτιο ήταν κι αυτό χωρίς διέξοδο, ήταν το αιώνιο όπου έμενε αυτός που από χρόνια δεν είχε μόνιμη κατοικία κι είχε το μέρος του σ’ αυτή την ιδανική φυλακή που τον περιέθαλπε κάθε βράδυ. Το υπογάστριό του ήταν εκεί, βαθουλωμένο σαν ένα μικρότερο κουτί σ’ ένα μεγαλύτερο. Ένα ποτήρι, ένα παράθυρι, μια πόρτα. Η πόρτα και το παράθυρο δεν ανοίγουν πουθενά. Το τζάμι δεν άνοιγε παρά στον εαυτό του.
   Κυκλωμένος, απομονωμένος, στο τελευταίο στάδιο της αποχώρησής του ήταν ακόμα δεμένος με μερικά αντικείμενα. Έλειπαν όλα εκείνα που εξαφανίζονταν μόλις τα άφηνε, και ποτέ βεβαίως νωρίτερα, αυτά τα αντικείμενα του έδιναν την ψευδαίσθηση πως ακόμα αγγίζει κάτι έξω από τον ευατό του. Έτσι ο Αλέν ξέπεσε σε μια φτηνή ειδωλολατρία· όλο και περισσότερο βρισκόταν κάτω από την εξάρτηση παράξενων αντικειμένων που επέλεγε η μικρή σαρδόνια φαντασία του. Για τον πρωτόγονο (και για το παιδί) τα αντικείμενα παιχνιδίζουν· ένα δένδρο, μία πέτρα είναι πιο απτά από το κορμί μιας ερωμένης και τα ονομάζουν θεούς γιατί κάνουν το αίμα τους να σφυροκοπάει. Αλλά για τη φαντασία του Αλέν τα αντικείμενα δεν ήταν σημεία εκκίνησης, ήταν εκεί όπου επέστρεφε εξαντλημένη μετά από ένα σύντομο ταξίδι μέσα απ’ τον κόσμο. Φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική ή ήθος, κάθε σύστημα του φαινόταν μια αδύνατη μπλόφα. Επίσης, μη θέλοντας να κρατηθεί από καμιά ιδέα ο κόσμος, καταντούσε τόσο ασταθής, δεν του πρόσφερε κανένα στήριγμα. Μόνο τα στερεά κρατούσαν γι’ αυτόν κάποιο σχήμα.
   Κι εκεί βρισκόταν η αυταπάτη του. Δεν έβλεπε πως αυτά που έδιναν ακόμα στα μάτια του μια παρωδία σχήματος ήταν τα απομεινάρια ιδεών που είχε δεχθεί παρά τη θέλησή του και την παιδεία του και από τα οποία ανάπλαθε ασυνείδητα αυτά τα υλικά κομμάτια. Θα γελούσε κατάμουτρα σε όποιον τον διαβεβαίωνε πως υπήρχε μία μυστική σχέση που την αγνοούσε ή που είχε γεννηθεί κατά λάθος απ’ αυτόν ανάμεσα στην ιδέα της δικαιοσύνης και στην αγάπη για τη συμμετρία που διατηρούσε το δωμάτιό του τόσο καλά τακτοποιημένο. Προσποιόταν ότι αγνοεί την ιδέα της αλήθειας, αλλά εκστασιαζόταν μπροστά σ’ ένα σωρό από σπιρτόκουτα. Για τον πρωτόγονο, ένα αντικείμενο είναι η τροφή που θα φάει, αυτό που τον κάνει να τρέχουν τα σάλια του· για τον παρακμιακό είναι ένα περίττωμα στο οποίο θα αφιερώσει μια λατρία κοπροφαγική.'

Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, μτφρ. Χριστιάνα Καραμανίδου, εκδ. Εξάντας

  'Μερικές φορές φαίνεται ότι αυτό που μας συμβαίνει είναι γραμμένο σε εφημερίδα που κυκλοφόρησε εδώ και καιρό· ότι είναι ένα κακό όνειρο που έχουμε δει. Έτσι, μόλις έξι μήνες αργότερα, έξι μήνες μετά το Άνσλους, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, βρισκόμαστε στο Μόναχο για την περίφημη Συμφωνία. Και σαν να μπορούσαν έτσι να σταματήσουν οι ορέξεις του Χίτλερ, ξεπουλάνε την Τσεχοσλοβακία. Οι γαλλικές και αγγλικές αντιπροσωπείες πηγαίνουν στη Γερμανία. Τυγχάνουν καλής υποδοχής. Στο μεγάλο χωλ, ο πολυέλαιος κουδουνίζει, τα κρεμαστά κρύσταλλα, σαν καμπανάκια που τα πηγαινοφέρνει ο αέρας, παίζουν την αιθέρια παρτιτούρα τους πάνω από τους μπαμπούλες. Οι ομάδες του Νταλαντιέ και του Τσάμπερλεν προσπαθούν, μέσω μιας γκροτέσκας αναμέτρησης, να αποσπάσουν από τον Χίτλερ γελοίες υποχωρήσεις.
   Συχνά ψέγουμε την Ιστορία, ισχυριζόμαστε ότι βάζει τους υπαίτιους των δοκιμασιών μας να παίρνουν πόζα. Δεν θα μας έδειχνε ποτέ το λιγδιάρικο στρίφωμα, το κιτρινισμένο τραπεζομάντιλο, το απόκομμα του μπλοκ επιταγών, τον λεκέ από τον καφέ. Θα μας έδειχνε την καλή πλευρά των γεγονότων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε καλά τη φωτογραφία στην οποία βλέπουμε τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, στο Μόναχο, ακριβώς πριν υπογράψουν, δίπλα στον Χίτλερ και στον Μουσολίνι, οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας και της Γαλλίας φαίνεται να έχουν χάσει την υπερβολική σιγουριά τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπογράφουν. Αφου πρώτα έχουν διασχίσει τους δρόμους του Μονάχου υπό τις ζητωκραυγές ενός τεράστιου πλήθους, που τους υποδεχόταν με ναζιστικούς χαιρετισμούς, υπογράφουν. Και τους βλέπουμε, τον έναν, τον Νταλαντιέ, με το καπέλο στο κεφάλι, κάπως αμήχανο, να κουνάει χαζοχαρούμενα το χέρι, τον άλλο, τον Τσάμπερλεν, με το hat στο χέρι, να χαμογελάει πλατιά. Αυτός ο ακαταπόνητος ειρηνοποιός, όπως το αποκαλούν στον Τύπο της εποχής, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του μεγάρου, απαθανατισμένος μια για πάντα ασπρόμαυρα, ανάμεσα σε δύο σειρές στρατιώτες ναζί.
   Τη στιγμή εκείνη ο σχολιαστής, έμπλεος έμπνευσης, λέει με έρρινη φωνή ότι οι τέσσερις ηγέτες, ο Νταλαντιέ, ο Τσάμπερλεν, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρακινούμενοι από την κοινή βούληση για ειρήνη, ποζάρουν για τις επόμενες γενιές. Η Ιστοτία επιστρέφει αυτά τα σχόλια μαζί με όλη τους την αξιοθρήνητη ασημαντότητα και καθιστά εκ προοιμίου θλιβερά αναξιόπιστες όλες τις μελλοντικές ειδήσεις. Είπαν πως στο Μόναχο γεννήθηκαν τεράστιες ελπίδες. Όσοι τα λένε αυτά αγνοούν το νόημα των λέξεων. Μιλούν τη γλώσσα του παραδείσου, όπου, όπως λένε, όλες οι λέξεις είναι ισάξιες. Λίγο αργότερα, ο Εντουάρ Νταλαντιέ, έπειτα από μερικές νότες μουσικής, μιλάει στο Radio Paris, σε μήκος κύματος δεκαέξι χιλιάδων εκατό σαράντα οκτώ μετρών στα μακρά. Είναι πεπεισμένος ότι έσωσε την ειρήνη στην Ευρώπη, αυτός τουλάχιστον μας λέει. Δεν το πιστεύει καθόλου. «Αχ! Και να ήξεραν οι βλαμμένοι!» λένε ότι ψυθυρίζει κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, μπροστά στο πλήθος που τον ζητωκραυγάζει. Σε αυτόν τον αχταρμά της αθλιότητας, όπου προετοιμάζεται ήδη το έδαφος για τα χειρότερα δεινά, επικρατεί ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα. Τα τεχνάσματα ισοπεδώνουν την πραγματικότητα· και οι δηλώσεις των αρχηγών των κρατών μας θα παρασυρθούν σε λίγο σαν τσίγκινη στέγη σε ανοιξιάτικη θύελλα.'
Éric Vuillard
Έρικ Βιιγιάρ, Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις

  'Στον κοινωνικό έλεγχο της σεξουαλικότητας, υπάρχει μια λογική εντελώς ρασιοναλιστική: αρχικά, επειδή η σεξουαλικότητα είναι βασικός δίαυλος της επικοινωνίας, και ως εκ τούτου, πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο ακριβώς όπως και οι υπόλοιποι· κατόπιν, επειδή η καταστολή της σεξουαλικότητας, και η έλλειψη ικανοποίησης που επιφέρει, είναι μια εξαιρετική μηχανή παραγωγής και κατανάλωσης.
   Η αγορά της έλλειψης ικανοποίησης εν γένει, αντιπροσωπεύει, από μόνη της, ένα πολύ σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Ο αμερικάνος οικονομολόγος Paul Zane Pilzer υπολογίζει ότι η βιομηχανία που ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη ζήτηση είναι επί του παρόντος η τρίτη κατά σειρά, έπειτα από αυτή της αυτοκινητοβιομηχανίας και εκείνη της πληροφορικής τεχνολογίας: μόνο στις Η.Π.Α. ο τομέας αυτός προσκομίζει χιλιάδες δισεκατομύρια ετησίως. Η πορνογραφία, άλλοτε απαγορευμένη, τώρα πια δεν είναι. Γιατί; Διότι, για την σύχγρονη ηθική, ανήθικος είναι μόνον αυτός που δεν παράγει κέρδος, για παράδειγμα μια σεξουαλικότητα ελεύθερη και ανυπόκριτη.
   Αυτή δεν είναι η περίπτωση της πορνογραφικής βιομηχανίας, που ανανεώνει τη ζήτηση της αγοράς ανανεώνοντας τις ίδιες τις αιτίες της έλλειψης ικανοποίησης; Επομένως η καταστολή της σεξουαλικότητας είναι αναγκαία, επειδή αυτή η ίδια είναι που παράγει την έλλειψη ικανοποίησης, στην οποία η αγορά ανταποκρίνεται προσφέροντας φτηνιάρικα εμπορεύματα – εικόνες, με ένα διόλου ευκαταφρόνητο κέρδος. Η φαντασία των σύγχρονών μας, που εξαντλείται επειδή δεν εξασκείται πια στο πεδίο ενός ερωτισμού που βιωνόταν πραγματικά σε πρώτο πρόσωπο, απαιτεί από την πορνογραφία να γίνεται ολοένα και πιο αποκρουστική προκειμένου να ξυπνήσουν και να διεγερθούν οι αποκοιμισμένες αισθήσεις τους. Ακόμα και η πιο ελεύθερη και ανέξοδη απ’ όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, η μαλακία, δεν ξεφεύγει πια από τους νόμους της αγοράς. Αντιλαμβάνεστε; Σήμερα κάποιος πληρώνει ακόμα και για να μαλακιστεί! Και ακόμα και σ’ ένα τέτοιο τομέα, αυτόν της απόλαυσης, η παθητικότητα του καταναλωτή ανέλαβε τη δραστηριότητα του παραγωγού. Μέσα στις συνθήκες που ο άνθρωπος έχει διαμορφώσει, η υποβάθμιση του ερωτισμού, είναι απολύτως απαραίτητη ώστε να προωθηθεί ένα υποκατάστατο βιομηχανικά παραγόμενο και εμπορικά ελκυστικό.'

  'Αποκαλούμε «προλετάριους» τους φτωχούς, εφόσον κανείς δεν έχει ακόμα τολμήσει να τους απομακρύνει από τους απογόνους τους, καθοριστικό και μοναδικό αγαθό στην κατοχή τους. Σήμερα που η οικονομία της καταναγκαστικής εργασίας τους αφαίρεσε τις ίδιες τις συνθήκες της βιολογικής αναπαραγωγής τους (το να κάνεις παιδιά κοστίζει ακριβά), δεν είναι τίποτα παραπάνω από «φτωχοί». Στις λεγόμενες «αναπτυγμένες χώρες», χειραφετούμαστε από το φύλο, στην πραγματικότητα, για να αντιμετωπίσουμε, επίσης, τη σημαντική υπερπαραγωγή από φτωχούς, όρος αναγκαίος για την διατήρηση της κυριαρχίας πάνω στην κοινωνία, καθώς, όπως και όλα τα υπόλοιπα, αυτή η υπερπαραγωγή είναι τεχνητά εξασφαλισμένη. Εισάγουμε τέτοιους σε εκατομμύρια. Διαφορετικά θα τους αναζητήσουμε αλλού, με την «αποκέντρωση» των εταιριών. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να παράγουμε, δια της σεξουαλικής οδού, τόσα πολλά χέρια όσα προηγουμένως στις αγροτικές κοινωνίες ή στις απαρχές της εκβιομηχάνισης. Μάλλον το αντίθετο: αυτοί οι φτωχοί είναι τόσο πολυάριθμοι που το κύριο πρόβλημα εφεξής είναι να τους εξαφανίσουν από το οπτικό πεδίο. Είναι το επαίσχυντο μέρος του κοινωνικού σώματος, που γεννά μέσ’ τον πόνο τον κόσμο μας, και τον καθιστά λειτουργικό. Αυτός ο κόσμος που ντρέπεται να είναι ο αιμομικτικός γιος της φτώχιας, και κατηγορεί τη μητέρα του ότι είναι το απόβλητό της.'

  'Είναι η ίδια κτηνώδης άγνοια που έκανε τις φεμινίστριες να γράφουν στους τοίχους του Μιλάνου: «Η μήτρα είναι δίκή μου και είμαι εγώ που τη διαχειρίζομαι». Cazo! Σα να επρόκειτο για τη διαχείριση μιας μπουτίκ. Ένας πλακατζής έγραψε από κάτω: «Το καυλί μου είναι δικό μου και το διαχειρίζεται όποιος θέλει». Η φυσική κατοχή του ίδιου του σώματος εκπίπτει σε ιδιοκτησία, και ως εκ τούτου ιδιωτικοποιήθηκε, έγινε χυδαίο αντικείμενο του ιδιωτικού δικαίου.
   Οι φεμινίστριες είναι μια ενοχλητική παρωδία των γυναικών, ενόσω οι άνδρες του σήμερα είναι μια καρικατούρα του ανθρώπου, και ο πόλεμός τους είναι ένα γελοίο ψυχόδραμα μεταξύ σκλάβων: διότι δεν μπορούν παρά να αποκαλεστούν καρικατούρες και παρωδίες των όντων που διατηρούν μονάχα την όψη αυτού που υποτίθεται ότι είναι, έχοντας απολέσει όλα τα υπόλοιπα γνωρίσματά τους. Αναπόφευκτα συμπεραίνουμε ότι η κοινωνία της εμφάνισης έχει κάνει και τους άνδρες και τις γυναίκες εμφανίσεις ανρδών και γυναικών. «Ο άνθρωπος είναι αυτό που τρώει» όπως μας λέει ο Δημόκριτος, και συνεπώς οι σύγχρονοί μας, που διατρέφονται με εικόνες, έχουν καταστεί εικόνες ανδρών και γυναικών.'

   'Σε ένα ιταλικό λύκειο, στη Ρώμη, πραγματοποιήθηκε, μεταξύ των μαθητών, έρευνα, ανόητη όπως και οι υπόλοιπες, ρωτώντας τους, αν έπρεπε να επιλέξουν, αν θα προτιμούσαν να είναι πλούσιοι και ανάπηροι ή υγιείς αλλά φτωχοί. Η πλειονότητα προτιμούσε να είναι πλούσια και ανάπηρη, και μια τέτοια αισχρή απάντηση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη φτωχοί και ανάπηροι. Είναι άχρηστο να διαμαρτύρονται για το εκπαιδευτικό σύστημα όταν παράγει τέτοια τερατουργήματα. Τα λυκειόπαιδα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ό,τι τους ζητάνε και τους προετοιμάζουν να είναι: δουλοπάροικοι. Η κατάργηση της δουλείας, έλεγε ο Leopardi, προήλθε από την κατάργηση της ελευθερίας.'


Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Μουνάκι: Χθες και Σήμερα, μτφρ. Τηλέμαχος Δουφεξής-Αντωνόπουλος, εκδ. Bibliothèque du temps perdu

  'Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι (καὶ ἴσως αὐτοὶ μόνο) ἔχουν στ’ ἀλήθεια τὸ χάρισμα τῆς καθολικότητας, αὐτοὶ μόνο εἶναι πραγματικοὶ πολίτες καὶ ἐκφραστὲς τοῦ κόσμου ὅλου. Αὐτοὶ ποὺ εἶναι στὰ πάντα ἀνοιχτοὶ καὶ δὲν ἀποκλείουν τίποτα· ποὺ δὲν κάνουν διακρίσεις στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν ἀποδέχονται στὸ σύνολο τῶν μορφῶν καὶ τῶν πτυχῶν του. Ὁλόκληρη ἡ γκάμα τῶν φωτεινῶν καὶ σκοτεινῶν συναισθημάτων, ὅλα τὰ ἄσπρα καὶ τὰ μαῦρα πλῆκτρα περιμένουν ὑπάκουα τὸ ἄγγιγμα τῶν δικῶν τους χεριῶν. Ἕνας Χαῖντελ μπορεῖ νὰ συνθέσει εὔθυμες ὄπερες καὶ θαυμάσιες ἄριες, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἔργο τραγικὸ σὰν τὸ Μεσσία. Ἕνας Οὐίτμαν μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀνάσα νὰ τραγουδήσει τὸ γυναικεῖο κορμὶ καὶ τοὺς οὐρανοξύστες τοῦ Μπρόντουεϋ. Ἕνας Μπαλζάκ εἲναι σὲ θέση νᾶ περιγράψει τὸ ἴδιο καλὰ τὴ μοίρα μιᾶς ἐπαρχιώτισσας γεροντοκόρης, τὴ μάχη στὸν ποταμὸ Μπερεζίνα καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἀρωματοπώλη. Μόνο αὐτοὶ ποὺ διαθέτουν τὴν ἰσσοροπημένη δύναμη, τὴν ὑπομονετική, σταθερή, ἀνεπηρέαστη ἀπὸ παροδικὲς διαθέσεις κι ἀνεμπόδιστη δημιουργικότητα... αὐτοὶ μόνο μποροῦν νὰ δώσουν ἕνα orbis pictus, τὴν κοσμικὴ καὶ κοσμοπολίτικη καλλιτεχνικὴ ἀπεικόνιση τοὺ κόσμου. Αὐτὴν τὴν πληθωριστικὴ καὶ πηγαία δημιουργικὴ δύναμη διαθέτει κατὰ τὴ γνώμη μου ὁ Μαζερέελ – καὶ μάλιστα περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωγράφους καὶ γλύπτες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ὅλα ὅσα ὐπάρχουν καὶ χαρακτηρίζουν τὸν σημερινὸ κόσμο γίνονται μοτίβα στὰ σχέδια καὶ στὰ χαρακτικά του : εἶναι τέτοιος ὁ ὄγκος τοῦ ἔργου τοῦ ἀκούραστου δημιουργοῦ, ὥστε ἀποτυπώνονται σὲ αὐτὸ ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ οἱ ἐκδοχὲς τοῦ κόσμου μας· καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ διαβάσουμε στὰ ἔργα του ὁλόκληρη τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν μορφῶν τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως στὰ εἰκονογραφήμματα τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων διαβάζουμε ὁλόκληρο τὸν δικό τους ἀρχαῖο κόσμο. Ἄν χάνονταν τὰ πάντα –βιβλία, μνημεῖα, φωτογραφίες καὶ καταγραφὲς– καὶ ἄν μᾶς ἔμεναν μόνο τὰ χαρακτικά ποὺ ὁ Μαζερέελ φιλοτέχνησε μέσα σὲ μόλις δέκα χρόνια, θὰ ἤταν ἀρκετᾶ γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν σημερινὸ κόσμο : θὰ ἔβλεπε σὲ τί σπίτια ζούσαμε, τί ροῦχα φορούσαμε· καὶ θὰ καταλάβαινε τὴ φρίκη τοῦ πολέμου στὸ μέτωπο καὶ στὰ μετόπισθεν, μὲ ὅλες τὶς διαβολικὲς μηχανές του καὶ τὶς γκροτέσκες μορφές του· θὰ καταλάβαινε τὰ χρηματιστήρια καὶ τὰ πανύψηλα κτίρια καὶ τὶς μόδες καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ναί, τοὺς τύπους τοὺς ἴδιους καὶ πιὸ πέρα ἀκόμα, τὸ ἐπικίνδυνο πνεῦμα, τὴ μεγαλοφυΐα, τὴν ψυχὴ τῆς ἐποχής μας – ὅλα αὐτὰ κοιτάζοντας ἀπλῶς τὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ χαράκτη. Κι ἀφήνοντας πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος τὴν ποιοτική διάσταση τῆς τέχνης του, ρωτῶ : Ποιός καλλιτέχνης ἐκτὸς ἀπ’ τον ἴδιο, τὸν Βενιαμὶν τῆς γραφιστικῆς, μπορεῖ νὰ περηφανευτεῖ γιὰ τόσο καὶ τέτοιο μνημειῶδες κατόρθωμα ; Ποιός ἀπ’ ὅλους τοὺς συγχρόνους του ἔχει κατορθώσει κάτι ἐφάμιλλο σὲ ποσότητα καὶ σὲ ποικιλία ; Οὔτε ἡ ἐργατικότητα οὔτε ἡ τεχνικὴ ἀρκοῦν ἀπὸ μόνες τους. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι ἀνώτερο, κάτι ποὺ θὰ συνδέει καὶ θὰ ἑνώνει τὰ πάντα ἑντός του· αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ εὐρύτητα τοῦ βλέμματος καὶ τοῦ πνεύματος ποὺ ἀνοίγεται καὶ ἀντικρίζει τὸν κόσμον ὅλον, χωρὶς νὰ χάνει στιγμὴ τὸν ἔρωτα τῆς λεπτομέρειας. Ὁ Μαζερέελ εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ ἐκρηκτικοῦ, τοῦ παρορμητικοῦ καλλιτέχνη. Τὸ πνεῦμα του, ἡ δημιουργικότητά του εἶναι ὅπως ἐκείνη τοῦ Μπαλζάκ, ὅπως ἐκείνη τοῦ Οὐώλτ Οὐίτμαν, στραμμένη πρὸς τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἀγαπᾶ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλες τὶς γλῶσσες, ὅλες τὶς ἐποχές, τὸ ἀρχαῖο καὶ τὸ νέο, τὰ ὄνειρα τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τὴν πραγματικότητα τῶν μηχανῶν. Δὲν ξέρω τίποτα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ ποὺ ἑτοῦτος ὁ παθιασμένος φίλος τοῦ κόσμου νὰ τὸ μισεῖ. Μόνο ὅσα στέκονται ἐχθρικὰ ἀπέναντι στὸν κόσμο, ὅλους τοὺς θεσμοὺς δηλαδὴ ποὺ σκοπὸ ἔχουν νὰ νεκρώσουν τὴν τρομερή, σφύζουσα, ὁλοζώντανη πληθώρα τῆς ὕπαρξης· νὰ τὴν παγώσουν, νὰ τὴν ἀκινητοποιήσουν, νὰ τὴν ἀπαλείψουν· καὶ νὰ χαλιναγωγησουν, νὰ περιορίσουν, νὰ ὑποτάξουν τὴν πάλλουσα ζωή. Εἶνα ἐχθρὸς τοῦ κράτους, ὅπου τὸ κράτος εὐνοεῖ τὴ βία καὶ τὸ ἄδικο. Εἶναι ἔχθρὸς τῆς «κοινωνίας» τῆς συντηρητικῆς καὶ δεσποτικῆς, ποῦ θέλει μόνο νὰ διατηρήσει τὴν ἐξουσία της. Καὶ χωρὶς νὰ πολιτεύται, χωρὶς νὰ στρατεύεται σὲ κανένα κόμμα (ὅλα τὰ ἀπεχθάνεται, ἀφοῦ ὅλα περιορίζουν καὶ ψαλιδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία), ἀγωνίζεται σταθερὰ καὶ ἀνυποχώρητα μὲ τὸ μέρος τῶν ἀδυνάτων, τῶν καταπιεσμένων καὶ τῶν ἀδικημένων. Στὰ «εἰκονομυθιστορήματά» του, Τὰ πάθη ἑνὸς ἀνθρώπου, Ἰδέα, Ὁ ἥλιος, στὴ φανταστικὴ αὐτοβιογραφία του, καρφώνει μὲ τὶς γκροτέσκες καρικατοῦρες του στὸν τοῖχο ὅλους τοὺς ἔχθροὺς τῆς ἐλευθερίας : τοὺς πολεμοκάπηλους, τοὺς κερδοσκόπους, τοὺς δικαστές, τοὺς ἀστυνομικούς, ὅλους τοὺς ἐκπροσώπους μιᾶς ἠθικῆς τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Ἡ ἀγάπη του ἀπέναντι στὸν κόσμο δὲν ἀνέχεται τίποτα ἀπ’ ὅσα βιάζουν τὸν κόσμο, δὲν ἐπιτρέπει καμία ἐπιμέρους ὁμάδα ἀπ’ αὐτὲς ποὺ σπᾶνε τὴν ἱερὴ ἑνότητα τοῦ κόσμου. Τὸ πνεῦμα του ἑστιάζει πάντα στὸ σύνολο, στὸ ὅλο : σὰν τὸν Οὐῶλτ Οὐίτμαν στὶς χιλιάδες στροφές του, θέλει νὰ διαλύσει τὸν κόσμο σὲ εἰκόνες, νὰ τὸν ἀναπαραστήσει μὲ τοὺς ἄπειρους μαιάνδρους του καὶ τὶς ἀμέτρητες ἰδιαιτερότητές του, χωρὶς ὡστόσο νὰ χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του τὴ βαθύτερη καὶ οὐσιαστική του ἑνότητα.'
Frans Masereel
Στέφαν Τσβάιχ, από τον πρόλογο 'Φρανς Μαζερέελ: Ο Άνθρωπος και ο Καλλιτέχνης' σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου της έκδοσης Πόλη: Μυθιστόρημα σε 100 Ξυλογραφίες, εκδ. Άγρα

ΤΟ ΚΟΛΕΓΙΟ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Τον άλλο χρόνο το γρασίδι του τάφου θα μας σκεπάσει.
Τώρα, στεκόμαστε γελώντας·
κοιτώντας τα κορίτσια που περνούν·
στοιχηματίζοντας σε κοιμισιάρικα άλογα·
πίνοντας φτηνό τζιν.
Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε· πουθενά να πάμε· κανέναν.

Πέρσι ήταν ένας χρόνος πριν· τίποτα περισσότερο.
Δεν ήμασταν νεώτεροι· ούτε πιο γέροι τώρα.

Τα καταφέραμε να ’χουμε τη μορφή των νέων·
δε νιώθουμε τίποτα πίσω απ’ τις φάτσες μας, έτσι κι αλλιώς.

Πιθανότατα δε θα ’μαστε εντελώς νεκροί όταν πεθάνουμε.
Ποτέ δεν υπήρξαμε κάτι εντελώς· ούτε καν στρατιώτες.

Μας έχουνε προσβάλει, αδερφέ μου, είμαστε τα χαμένα παιδιά.
Υπνοβάτες σε μια μαύρη και τρομερή χώρα,
όπου η μοναξιά είναι ένα βρόμικο
μαχαίρι στο λαρύγγι μας.

Τα κρύα άστρα μας κοιτάνε, φίλε μου,
τα κρύα άστρα κι οι πουτάνες.

*

ΑΠΠΙΑ ΟΔΟΣ


Η δύναμη!
Μονάχα η δύναμη.
Ένας δρόμος δεν είναι τίποτα. Ένας λαός δεν είναι τίποτα.
Θα θυμάσαι εκείνους τους έξι χιλιάδες
στρατιώτες της Σπάρτης που καρφώθηκαν σε στύλους
και σταυρώθηκαν
πάνω σ’ αυτό το μεγαλειώδες πέτρινο δάπεδο.
Αλλά δεν θα θυμάσαι τις σκιές
που έριχναν... ή τις κραυγές τους!
Όμως κι εγώ θυμάμαι αυτον τον δρόμο.
Αυτές τις πέτρες.
Οι λεγεωνάριοι του Μάριου, του Σύλλα,
του Λούκουλου, του Κράσσου – «η Ρωμαϊκή
Ισχύς»... Σκέφτομαι τις πέτρες,
από που ήρθανε, ποιος λείανε
τις άκρες τους. Αναρωτιέμαι ποιος άντρας
στάθηκε στις ερημιές της Ρώμης
κι έσκυψε ν’ αγγίξει τις πέτρες.
Ήταν ένας άντρας ισχυρός.

*

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ


Το περιστέρι περπατά με πόδια που κολλάνε
πάνω στις πράσινες κορώνες της αμυγδαλιάς
τα φτερά του πασαλείβουν τη ζέστη
σα μέλι
που στάζει τεμπέλικα μες στη σκιά...

Όποιος στεκόταν σ’ αυτό το περιβόλι
τόσο γεμάτο ησυχία και ύπνο
δύσκολα θα ’βλεπε τον λόφο εκεί δίπλα
με τα τρία παράξενα ξύλινα μπράτσα του
υψωμένα πάνω από ένα πλήθος ακίνητων ανθρώπων
– πάνω από τα κράνη των στρατιωτών του Πιλάτου
που λάμπουνε στον ήλιο σαν ασημένια δόντια.



Κένεθ Πάτσεν, Ας Αφήσουμε την Τρέλα, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδ. Γαβριηλίδης

* * *

  'Ο Κέννεθ Πάτσεν υπήρξε ποιητής έντονα πολεμικός όσο ήταν, αλλού, θωπευτικά τρυφερός, με πολιτική ταυτότηα μάλλον μαρξιστική (στον αντίποδα του Έζρα Πάουντ, διατηρώντας όμως την εκλεκτική του αισθητική συγγένεια με τα Cantos), ο οποίος, ωστόσο, απαρνήθηκε τον χαρακτηρισμό του ως «προλεταριακού ποιητή» (proletarian poet) και ασπάστηκε απολύτως την ταυτότητα του ειρηνιστή. Ήταν ένας από εκείνους που αντιτάχθηκαν στην συμμετοχή των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· αυτή η αντιμιλιταριστική στάση κόστισε στην ποίησή του την απήχηση που θα της άξιζε. Ο Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς και ο Χένρι Μίλλερ, ο οποίος έγραψε το εκτενές δοκίμιο με τίτλο «Πάτσεν: Άνδρας της Οργής και του Φωτός» (Patchen: Man of Anger and Light), ήταν από τους ελάχιστους που υπερασπίστηκαν το αντιπολεμικό του μοντερνιστικό μυθιστόρημα «Το Ημερολόγιο του Φεγγαρόφωτος της Αλβιόνας» (The Journal of Albion Moonlight, 1941). Η αντίθεση του Πάτσεν στον πόλεμο, αλλά και απέναντι στον βιασμό της φύσης από τον ανθρώπινο εγωκεντρισμό, μας θυμίζει ευθέως έναν άλλο ποιητή της Καλιφόρνια, λίγο προγενέστερο του Πάτσεν, αλλά εξίσου παραμελημένο από την ιστορία της λογοτεχνίας: τον σημαντικό Ρόμπινσον Τζέφερς [...]. Ο Πάτσεν διαθέτει επιπροσθέτως μια ανθρωπιστική πλευρά, έναν συμπονετικό τόνο, που ο Τζέφερς έχει υποκαταστήσει με την θεωρία του «απανθρωπισμού».'

Μαρία Γιαγιάννου, από το επίμετρο της έκδοσης '«Η 23η Οδός Πηγαίνει στον Παράδεισο»'

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΝΕΓΡΟΥ


Ριγμένος πάνω σε μαξιλάρια με αίμα μαύρο
ξάπλωνε ο ξανθός λαιμός μίας λευκής γυναίκας.
Ο ήλιος έδινε λάμψη στα μαλιά της
κι έγλειφε από πάνω ως κάτω τους λευκούς μηρούς της,
και γονάτιζε γύρω από τα πια μαυρισμένα στήθη της,
τα ακόμη ανέγγιχτα από βίτσια κι από γέννες.
Δίπλα της ένας νέγρος: η οπλή ενός αλόγου
του είχε σπάσει μέτωπο και μάτια. Με τα δυο δάχτυλα
από το βρώμικο αριστερό του πόδι
τρυπούσε το μικρό λευκό αυτί της.
Μα εκείνη αναπαυόταν και κοιμόταν σαν ερωμένη:
σ’ ένα άγγιγμα ευτυχίας πρώτου έρωτα
και σαν λιγάκι πριν την απογείωση
σε ουράνια ταξίδια του ζεστού νεανικού αίματός της.
Μέχρι που
βύθισα το νυστέρι στο λευκό λαιμό της
και μια ποδιά ολοπόρφυρη από νεκρό αίμα
την κάλυψε ως τους γοφούς.



Γκόντφριντ Μπεν, Morgue και Άλλα Ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliothèque

  'Πολλοί στη θέση του θα προτιμούσαν το λουλουδένιο μονοπάτι της νωχέλειας από τα απόκρημνα ύψη του καθήκοντος· αλλά ο Λόρδος Άρθουρ ήταν πολύ ευσυνείδητος για να βάλει την ευχαρίστηση πάνω απ’ τις αρχές του. Υπήρχε κάτι περισσότερο από απλό πάθος στην αγάπη του· και η Σύμπιλ ήταν γι’ αυτόν το σύμβολο όλων εκείνων που είναι καλά και ευγενή. Για μια στιγμή ένιωσε μια φυσική αποστροφή ενάντια σ’ αυτό που έπρεπε να κάνει αλλά γρήγορα το ξεπέρασε. Η καρδιά του του είπε πως δεν ήταν αμαρτία, αλλά μια θυσία. Το λογικό του του υπενθύμισε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Είχε να διαλέξει ανάμεσα στο να ζει για τον εαυτό του και στο να ζει για τους άλλους, και αν και το καθήκον που του επιβλήθηκε ήταν αναμφίβολα τρομερό όμως ήξερε ότι δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εγωισμό να θριαμβεύσει πάνω στην αγάπη. Αργά ή γρήγορα όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για το ίδιο ζήτημα –σε όλους μας το ίδιο πρόβλημα μπαίνει για λύση. Στον Λόρδο Άρθουρ μπήκε νωρίς στη ζωή του –πριν ο χαρακτήρας του καταστραφεί από τον υστερόβουλο κυνισμό της μέσης ηλικίας, ή η καρδιά του διαφθαρεί από το ρηχό, μοντέρνο εγωισμό του καιρού μας και δεν είχε κανένα ενδοιασμό στο να κάνει το καθήκον του. Ευτυχώς όμως, γι’ αυτόν, δεν ήταν απλός ονειροπόλος ούτε επιπόλαιος ερασιτέχνης. Αν ήταν κάτι απ’ αυτά, θα δίσταζε, σαν τον Άμλετ, και θα άφηνε την αναποφασιστικότητα να βλάψει το σκοπό του. Αλλά ήταν βασικά πρακτικός. Η ζωή γι’ αυτόν σήμαινε περισσότερο δράση παρά σκέψη. Κάτεχε το πιο σπάνιο απ’ όλα τα πράγματα, τον κοινό νου.'

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ: Μια Μελέτη Καθήκοντος, μτφρ. Δάφνη Ανδρέου, εκδ. Στοχαστής

  'Τα ολοκαυτώματα –προσφορές στη φωτιά– των αρχαίων Εβραίων αποτελούνταν από αμέτρητα μη ανθρώπινα ζώα, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις θρησκευτικές θυσίες ζώων που γίνονταν σε όλο τον αρχαίο κόσμο από τους Έλληνες, τους ινδουιστές, τους μουσουλμάνους, τους ιθαγενείς Αμερικάνους και από άλλους πολιτισμούς. Ωστόσο, δεν πρέπει να κρίνουμε τη μοίρα εκείνων των ζώων με βάση τα δεδομένα του σημερινού κόσμου, όπου η θανάτωση ζώων για ανθρώπινη κατανάλωση αυξάνεται σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα. Δεν πρέπει να αναλογιζόμαστε την εμπειρία των ζώων κατά τη μετατροπή τους σε «προσφορές στη φωτιά», σε κρέας, σε συμβολισμούς και σε άλλες μορφές που εκμηδενίζουν τη ζωή τους, την προσωπικότητά τους, τα συναισθήματά τους και την ταυτότητα που επιλέγουμε να τους δώσουμε.
   Η έκθεση “Holocaust on Your Plate” αποκαθιστά αυτό στο οποίο η φεμινίστρια συγγραφέας Κάρολ Άνταμς, αναφέρεται στο βιβλίο της, The Sexual Politics of Meat, ως το «απόν αναφερόμενο» [absent referent]. Το απόν αναφερόμενο είναι ένα άτομο ή μια ομάδα, που η μοίρα του «μετατρέπεται σε μεταφορά για την ύπαρξη ή τη μοίρα κάποιου άλλου», χωρίς να αναγνωρίζεται το ίδιο το αναφερόμενο. Σύμφωνα με την Άνταμς, «μεταφορικά, το απόν αναφερόμενο μπορεί να είναι οτιδήποτε μέσα σε μια διαφορετική ιεραρχία νοημάτων». Ο βιασμός των γυναικών ως ο «βιασμός» της γης, με τέτοιο τρόπο που οι γυναίκες εξαλείφονται. Όπως εξηγεί η Άνταμς: «Το απόν αναφερόμενο βρίσκεται και δεν βρίσκεται εκεί. Είναι παρόν συμπερασματικά, όμως η νοηματοδότησή του αντανακλάται μόνο σ’ αυτό στο οποίο αναφέρεται, καθώς η αρχική, κυριολεκτική, εμπειρία που συντελεί στο νόημα δεν βρίσκεται εκεί. Αποτυγχάνουμε ν’ αναγνωρίσουμε σε αυτό το απόν αναφερόμενο την ίδια του την ύπαρξη».
   Όταν έχουν το ρόλο του απόντος αναφερόμενου, τα μη ανθρώπινα ζώα γίνονται μεταφορά για την περιγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας, την ίδια στιγμή που «η αρχική καταπίεση των ζώων, που προσδίδει την ισχύ στη μεταφορά», παραγνωρίζεται. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν οι άνθρωποι λένε: «Μας μεταχειρίζονται σαν ζώα». Το νόημα της μοίρας των ζώων, για τα ίδια τα ζώα, για καθέναν και καθεμία τους, απορροφάται από μια ανθρωποκεντρική ιεραρχία, στην οποία τα ζώα δεν υπολογίζονται, ούτε καν υπάρχουν, πέραν από το πώς τα χρησιμοποιούν ή τα έχουν χρησιμοποιήσει οι άνθρωποι. Η χρήση τους από εμάς γίνεται η οντολογία τους (αυτό είναι τα ζώα) και η τελεολογία τους (γι’ αυτό δημιουργήθηκαν τα ζώα).
   Αυτή η διαδικασία «απόκρυψης του προσώπου του άλλου», όπως την περιγράφει ο Μάξουελ Σνούρερ στο δοκίμιό του “At the Gates of Hell”, είναι «ζωτική για την υποβίβαση έμβιων όντων σε αντικείμενα πάνω στα οποία μπορεί να γίνει σωρεία φρικαλεοτήτων». Και αυτό δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο είδος. Ο Σνούρερ εξηγεί τη διαδικασία απόκρυψης του προσώπου του άλλου από τον θύτη, προκειμένου να αθωώσει τον εαυτό του: «Στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, ήταν απαραίτητο να συντηρηθεί μια πολύπλοκη υποδομή, που επέτρεπε σε κάθε συμμετέχοντα να συγκαλύπτει την ευθύνη του. Στην περίπτωση των ζώων, όπως σημειώνει η Άνταμς, είναι αναγκαίο να αποκρύπτονται καλά οι πράξεις θανάτωσης, υποδούλωσης και βασανισμού των ζώων, έτσι ώστε ο καταναλωτής να βλέπει μόνο το τελικό “προϊόν”. Και για τα δύο συστήματα καταπίεσης, είναι κρίσιμης σημασίας η διαδικασία να είναι όσο το δυνατόν πιο κατατετμημένη. Ο λόγος για την απόκρυψη των δεινών είναι τόσο προφανής όσο και κεκαλυμμένος – στη θέα τρομερών πράξεων μπορεί να γεννηθεί συμπάθεια και συμπόνια, και συχνά εκκλήσεις για λύση.»'

Κάρεν Ντείβις, Η Ιστορία Δύο Ολοκαυτωμάτων, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή