'Καὶ ἐὰν τὸ ἐπινόημα δὲν εἶναι ἐκτεθειμένο στὴ σκόπιμη παρανόησή του, ἐὰν τὸ νόημα δὲν παρανοεῖται γιὰ νὰ ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἐπανέλθει ὡς ἀνοίκειο, τότε δὲν φοβίζει καὸ δὲν ἐλεεῖ, δὲν περατώνει τὸ ἔργο μὲ τὸ νόημα τοῦ παρανοήματος, τὸ νόημα δηλαδὴ τῆς μιμήσεως καὶ ὄχι τῆς πράξεως.
   «Τὸ νόημα ἐπανέρχεται ὡς ἀνοίκειο», δηλαδὴ τὸ νόημα παραπέμπει στὸ φαντασμαγορικὸ νόημα ἀντί῏γραφο, ἤ μᾶλλον ἀντί-λογο τοῦ ἑαυτοῦ του. Παραπέμπει —ἤ, μᾶλλον, μεταθέτει— πρὸς τὸ νόημα-φάντασμα, τὸ ὁποῖο δὲν διαχωρίζεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, παρὰ μόνο ἀπὸ ἕνα πέπλο, μία αὐλαία θεατρική. Ὅταν ἡ αὐλαία σηκωθεῖ, ὅταν τὸ προανάκρουσμα —ὁ ὕμνος—ἠχήσει στὴν αἴθουσα, ὅταν ὁ ὑμένας διαρραγεῖ, ὑποδεικνύοντας τὴ «σύγχυση μεταξὺ τῶν δύο» νοημάτων, ὅταν ὑπὸ αὐτὴ τὴ σύγχυση τὸ νόημα λειτουργεῖ ὡς τὸ εἴδωλό του καί, ἐπὶ πλέον, ὅταν καταργεῖ τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸ χωρίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, τότε καὶ ἡ σκηνή —τὸ βῆμα τοῦ ὁμιλητῆ, ἡ σελίδα τοῦ συγγραφέα— θὰ ἀναδιπλασιαστεῖ. Ἡ μίμησις θὰ ὀργανώσει τὴν ἐννόηση ὡς δράμα καὶ ὁ μίμος, περισσότερο ὡς μαλλαρμικὸς Pierrot παρὰ ὡς ἠθοποιός, θὰ ὁδηγήσει τὸν θεατὴ ποὺ δὲν τὸν ἀκούει στὴ «σελίδα ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα γραφτεῖ».
   Τὸ ἀντιλαμβάνεσθε: Ἡ μεταφορὰ ἤ μᾶλλον ἡ ἔννοια τῆς μεταφορᾶς ὑπενθυμίζει στὴν ἐπιστημολογία ὅτι οἱ διακριτές της ἔννοιες τελεσφοροῦν ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ παρακάμπτουν τὴ μεταφορικὴ διαδικασία, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι συγχρόνως δὲν θὰ ὁλοκληρώνονται παρὰ μόνο ὅταν διανύουν ὑποχρεωτικὰ αὐτὴ τὴν παράκαμψη, ὥστε ἡ ἐπιστημολογικὴ κάθαρση νὰ τελειοῦται ἀπὸ τὴν «ἀλληγορικὴ ἐξιστόρηση τῆς ἴδιας τῆς τροπολογικῆς ἀπορίας» ἐπὶ σκηνῆς ἤ ἐπὶ τῆς ἀμμοδόχου. Ἡ ἀλληγορικὴ ἐξιστόρηση —τὸ δράμα— ἐπιβάλλει στὴν ἐπιστημολογία τὴν ἀλληγορία. Ἡ ἔννοια τῆς ἀλήθειας ἐδῶ δὲν θὰ στηρίζεται στὴν ἀντιστοιχία καὶ στὸ ἐπαληθευτικὸ κριτήριο τοῦ νοἠματος, ἀλλὰ θὰ ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν αἰφνίδια ἄνοδο τῆς αὐλαίας, μὲ ἕνα «clin de l’ymen», ὅπως τὸ κλείσιμο τοῦ ματιοῦ. Ἀναλογισθεῖτε πρὸς στιγμὴν τὶς συνέπειες: Ἡ ἔννοια τῆς ἀλήθειας καταργεῖται ὡς ἐπουσιώδης καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντιστοιχία γλώσσας καὶ πραγματικότητας, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἐπαληθεύει τὶς ἀποφάνσεις της, δὲν τὴν ἀπασχολεῖ ὅσο τὴν ἀπασχολοῦν οἱ ἀποφάνσεις καθ’ ἑαυτές, ὑποχρεούται νὰ ἀλληγορεῖ, δηλαδὴ νὰ κλείνει τὸ μάτι ἤ νὰ κλείνει τὰ μάτια, νὰ εἰρωνεύεται ἤ νὰ τυφλώνει.'


Γιώργος Βέλτσος, Autodafé: Για την Παρανόηση, την Παρανάγνωση και την Παρατυπία, εκδ. Πλέθρον