'Ήταν λεία και λεπτή σα φυλλαράκι από χορτάρι και μοσχοβόλαγε σαν αρωματοπωλείο. Ανακάθισα, έσκυψα πάνω από τα πόδια της και φίλησα το μέσα μέρος των μηρών, στο σημείο όπου το δέρμα των γυναικών είναι απαλό σαν τα φτερά του πουλιού. Έσφιξε τα πόδια της, έπειτα τα ξανάνοιξε σχεδόν αμέσως κι άρχισα πάλι λίγο πιο ψηλά. Οι γυαλιστερές και κατσαρές της τρίχες μου χάιδευαν το μάγουλο, και απαλά, άρχησα να τη γλείφω. Το πράμα της έκαιγε κι ήταν υγρό, σφιχτό κάτω απ’ τη γλώσσα μου, ήθελα να τη δαγκώσω, αλλά ανασηκώθηκα. Ανακάθισε μ’ ένα τίναγμα κι άρπαξε το κεφάλι μου για να το ξαναβάλει εκεί που ήταν.'

  'Πιστεύω ότι θα προτιμήσω να πηδήξω εσένα, είπα. Μ’ αρέσει καλύτερα η μυρωδιά σου κι έχεις περισσότερες τρίχες.'

  'Άνοιξε πάλι τα μάτια. Ξημέρωνε, και τα είδα να λάμπουν απ’ τα δάκρυα και την οργή, έσκυψα πάνω της, νομίζω ότι τη μύριζα σα ζώο κι άρχισε να τζιρίζει. Τη δάγκωσα δυνατά ανάμεσα στους μηρούς. Το στόμα ήταν γεμάτο από τις μαύρες σκληρές τρίχες της.'

  'Θυμήθηκα την Τζίκυ και τη φορά που την είχα πηδήξει μέσα στο νερό, και πόσο διάφανο ήταν το ποτάμι εκείνη τη μέρα. Η Τζίκυ, νέα γυμνή, με δέρμα λείο και απαλό, ίδια με μωρό, κι αυτό ξαφνικά μ’ έκανε να σκεφτώ τη Λου και τις μαύρες της τρίχες, πυκνές και κατσαρές, και τη γεύση που ένιωσα δαγκώνοντάς τη, μια γεύση γλυκιά και λίγο αλμυρή, και ζεστή, με τη μυρωδιά του αρώματος των μπουτιών της, κι οι φωνές της αντήχησαν πάλι στ’ αυτιά μου.'

  'Μικρούλες δεκαπεντάρες, δεκαεξάρες, με μυτερά στήθια κάτω από τσιτωμένα πουλόβερ, επίτηδες το κάνουν, οι βρώμες το ξέρουν καλά. Και τα σοσόνια... Ζωηρά κίτρινα ή ζωηρά πράσινα σοσόνια, με χαμηλοτάκουνα παπούτσια· και φαρδιές φούστες και στρογγυλά γόνατα· και πάντα καθισμένες κατάχαμα με τα πόδια ανοιχτά για να φαίνεται η άσπρη κιλότα.'


Μπορίς Βιάν, Θα Φτύσω στους Τάφους Σας, μτφρ. Πέτρος Κωστόπουλος, εκδ. Γράμματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου