Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ


Ξαπλωμένος στήν ἀγκαλιά τῆς Πλητῶς
Βυζαίνει τό γάλα  τῶν παιδικῶν του ὀνείρων.
Ἐκείνη τόν χαϊδεύει χαμηλά
Τρίβει μέ τρυφερότητα τήν κοιλιά του
Σκύβει ἀργά καί τή σκεπάζει.
Ὁ Ἄντρος ξαπλώνει προσεχτικά τήν
Ἀδελφή του ἀνάμεσα στά βράχια.      Λύνει
Τά μαλλιά της, μπαίνει βαριανασαίνοντας
Στό Ναό.      Ὅταν ἐκείνη μουρμουρίζει
Ὑποφέροντας, ἐκεῖνος τήν παρηγορεῖ. Φιλᾶ
Τά μάτια της πού εἶναι σάν καθρέφτες.

Σέ κάθε τίναγμα τοῦ ἀδελφοῦ της πάλλεται
Καί θρηνεῖ.

Ὁ Ἄντρος τή λυπᾶται μά ἀπό Ἀγάπη.
Ἀπλώνει τά χέρια, τόν τραβᾶ. Τό δέρμα του
Στολίζεται μέ γρατσουνιές.
Ὅταν ξεσπᾶ ἡ μπόρα, ἡ Πλυτώ λιποθυμᾶ...

* * *

HORROR A MANOS LLENAS


Λοξοδρομώντας βρίσκουμε τό σωστό δρόμο.
Πρέπει νά συνεχίζεις, πρέπει νά προχωρᾶς
Συνεχίζω λοιπόν, μαθαίνοντας ἀπό τήν ἔνδεια κι ἀπ τη σκιά.

Ἡ χάλκινη πλευρά τοῦ ἀπογεύματος
Κι οἱ πληγωμένοι ἄγγελοι στήν πόρτα
Τό πρόσωπο στραμμένο πρός τό πέλαγος
Καί ἡ ψυχή σκυφτή.

Τούς κραδασμούς τῶν ἄλλων ἀφουγκραζόμαι
Κάτω ἀπ’ τά φῶτα τῆς ἑσπέρας.
Πρέπει νά συνεχίζεις, θά συνεχίσω λοιπόν
Χτίζοντας φράσεις, κι ἄλλες φράσεις
Μέ στολίδια καί μέ μαιάνδρους
Μέ ψεύδη καί χειρονομίες ἄχρηστες
Καμπύλες, τεθλασμένες περιττές
Στῆς αἰωνιότητας τούς χάρτες
Κουρδίζοντας τή σκέψη
Κολυμπώντας στίς παγωμένες λίμνες τοῦ ἕρωτα
Μέ μιά βαλίτσα νά μέ περιμένει στήν ἀποβάθρα.

Νά τί σημαίνει νά σαι ἄνθρωπος:
Χοῦφτες γεμάτες φρίκη.



Αλέξανδρος Ίσαρης, Οι Τριστάνοι: Ποιήματα 1966-1992, εκδ. Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου