'Μὲ παραισθήσεις ὑποφέροντας ὁ κήρυκας αἰσθάνθηκε νὰ διαιρεῖται. Ἀπὸ τὸ σῶμα του ἐπαράγονταν κι ἄλλα σώματα καί ἔγινε ἕνας στῖχος ἐρχομένων. Αἰσθάνεται νὰ ἀνήκει. Ἀνῆκε σ' ἕνα γεῖσο κρεμαστῶν ἀνθρώπων. Ὡπλισμένοι μὲ ὅ,τι γυμνότερο ἔχει ὁ ἅνθρωπος. Ἀλλά καὶ πιὸ πολὺ γυμνότερος εἶναι ὁ λόγος. Ὅλοι ἐκοίταζαν πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀναγγελία τοὺς ἔκαμνε πυκνὸ καὶ κρίσιμο τὸ βλέμμα. Τὰ μάτια στερεωμένα πάνω στὰ μέτωπα μὲ μεγάλες μαῦρες βελονιές. Βαμμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τοῦ ἐρχομοῦ κι ὡστόσο σὰν χρυσᾶ. Ἀνοιχτὰ ἐγκαύματα καὶ σκάμματα τοῦ προσώπου ὅπου μαζεύεται ὁ ἔλαιος τῶν εἰκονισμάτων. Ὁ ἰσχυρὸς ἐρχομὸς παραμόρφωνε τὸ πρόσωπο τοῦ κήρυκα ὥστε νά παίρνει τὴν ὄψη μιᾶς ἀπερίγραπτης κακουργίας.'

Γιώργος Χειμωνάς, Οι Χτίστες, εκδ. Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου