ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Ἥ Ἀναγέννηση ἐμφανίστηκε μὲ μιὰ σκληρότητα σοφή.
Ἀνάμεσα σὲ ποταμοὺς μεγάλωσε μὲ μακριὰ μαλλιὰ
Νὰ κυματίζουν στὰ δωμάτια χωρὶς γονεῖς.
Μὲ τὰ πουλιὰ συνήθισε νὰ ζεῖ
Πῆρε τὸ χάρισμα τῆς ἀνθρωπιᾶς καὶ ἄνθησε.
Μελέτησε μὲ πάθος τοὺς κατακλυσμοὺς
Τὰ ὀνόματα, τὰ χρώματα, τὰ νέφη καὶ τὰ θεϊκά.
Μὲ μάτια ἐρευνητικὰ εἶδε τοὺς πολέμους
Τῶν βαρύτιμων ρούχων τὸ ἄλικο αἶμα.
Γέμισαν τὰ ἀνάκτορα, τὰ σπίτια μὲ σφαγμένους.
Ἐκείνη στάθηκε ὀρθὴ πλέκοντας μελωδίες
Καὶ ξάπλωσε στὰ στήθη τῶν μαρμάρινων ἀνδρῶν.
Χορεύοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν γίνεται νὰ εἰπωθεῖ
Δίδαξε στοὺς λαοὺς τὸ ἀνάλογο καὶ τὸ ἀντίθετό του.
Μὲ ἄνθη ἄνοιξε τὴν πέτρα
Καὶ φάνηκε μεμιᾶς ἡ ἀρχαία καλλονή.
Ἡ Ἀναγέννηση στηρίχτηκε στὸ φῶς
Καὶ κυκλικὰ πετοῦσαν ἀπὸ πάνω της γυμνοὶ ἀγγέλοι.
Μὲ σπάνια ὁρμὴ εἰσέβαλε στὸ μέλλον
Κι ἀναρωτήθηκα Ποῦ πάει;
Βαδίζει μέσα στὸ κενὸ
Σὲ φωτεινοὺς διαδρόμους
Καὶ σὲ καθρέφτες μιᾶς πλάνης ποὺ τυφλώνει.
Τὸ γέλιο της ἀντήχησε στὸν οὐρανὸ
Καὶ ἀποτυπώθηκε στὰ πρόσωπα τῆς γῆς.
Ὅλα ἀποτυπώθηκαν, πουλιά, γλουτοί, στήθη ἁρμονικὰ
Γερμένοι βράχοι καὶ κύκνοι γκριζωποί.
Ἡ Σαλώμη, ὁ Σατανάς, ὁ Ἀβραάμ κι ὁ Πάτροκλος
Οἱ νύμφες, οἱ Ἀπόστολοι, τὸ Θεῖο Βρέφος.

Σὰν χείμαρος κατέκλυσε τὴν ὅραση
Σὰν ἀετὸς ἁπλώθηκε
Σὰν ἐρωμένη ἄνοιξε
Σὰν ἱερέας μίλησε
Σὰν σάτυρος ὑψώθηκε
Σὰν ἀγκαλιὰ τυλίχτηκε
Σὰν ἔδεσμα φαγώθηκε
Σὰν ἡδονοθήρας γεύτηκε
Σὰν βιολοντσέλο ἤχησε
Σὰν δέρμα σφίχτηκε
Σὰν βασιλιὰς δυστύχησε
Σὰν ἅγιος προσευχήθηκε
Σὰν ποίηση φανέρωσε
Σὰν ποταμὸς ξεχείλισε
Σὰν ἱπποσύνη τέλειωσε.

Ὁ Χρόνος ἔχει φάει τὸ πιὸ πολὺ
Καὶ σέρνομαι χωρίς σημάδια στὴ μακρινὴ ἀκτή.
Νὰ τὴν κοιτάξω δὲν μπορῶ
Οὔτε τὰ ροῦχα της ν' ἀγγίξω.
Τὴ βλέπω ἀπὸ πολὺ μακριὰ
Κι ὅλο βουλιάζω.

* * *

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΟ 200 π. Χ.


Γεννήθηκα στὴν Αἴγυπτο τὸ 200 π. Χ.
Μὲ ἥλιο στὸν Αἰγόκερω
Καὶ μὲ σελήνη Κρόνου στὸν Κριό.
Ὁ πατέρας Μακεδόνας
Κι ἡ μάνα μου ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα.
Ἔγινα χτίστης κι ἀπόκτησα πολλὰ παιδιά.
Ἀργότερα θεόρβη ἔπαιζα δίπλα στὸν Λόκ.
Ἀντιγραφέας ἔγινα τὸ 1701 στὴ Μαδρίτη
Καὶ ἐραστὴς μιᾶς δούκισσας
Ποὺ κάηκε σὲ πυρκαγιά.
Μὲ σκότωσαν σὲ ὄργιο κάπου στὸ Περοὺ
Μὰ ἐγὼ ἐμφανίστηκα ξανὰ
Στὴ Σαρλεβὶλ τῶν Ἀρδεννῶν μὲ τ' ὄνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν κι ὅταν ξαναγεννήθηκα
Ἤμουν γυναίκα ζωηρὴ
Ποὺ ἔγινε διάσημη
Σὲ ρόλους κωμικοὺς
Μέχρι ποὺ γνώρισα στὴ Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα ποὺ πῆγε ἀπὸ χολέρα
Μὰ τώρα φτιάχνω πιάνα στὴ Λειψία.

Ἄλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλὸ
Μίλησα τόσες γλῶσσες.
Τυφλὸς ἐκ γενετῆς ἔχω τρία παιδιὰ
Γυναίκα ἀπὸ τὴ Σάμο.
Τὴν τέχνη ἔμαθα στὸ σπίτι τῶν γονιῶν μου
Καὶ μὲς στὴ μουσικὴ ζῶ τὴ ζωὴ μου.
Λέγομαι Γιούλιους, εἶμαι ἑβδομήντα δύο χρονῶν
Καὶ θέλω νὰ πεθάνω στὴν Ἑλλάδα.



Αλέξανδρος Ίσαρης, από τη συλλογή Θα Επιστρέψω Φωτεινός, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου