'Μὰ καὶ τὸ ν’ ἀντικρίζεις ἕναν τόσο πλατὺ θάνατο σὰν αὐτὸν τὸν σύσσωμο τοῦ ἔθνους, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ἐξαντλεῖς ὁλόκλη τὴν ζωή, τὴν ζωὴ τῆς μέρας ὅμως, γιατὶ ἡ ἄλλη ζωή, ἐκείνη ποὺ ξεκινάει ἀσύλλληπτα, ἀνεννόητα ἀπ’ τὴν ἀσύλητη μήτρα τῆς νύχτας, εἶναι τὸ ἀνεξάντλητο, ὁ βαθὺς θάνατος, αὐτό ποὺ μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ μὲ τὴν ὑπερθετικὴ στίλβη τῆς ἑνὸς ὥριμου ἔφήβου σὲ διαρκὴ σύγκορμη, μέσα κι ἔξω, στύση ποὺ δὲν ἀφήνει σὲ ἡσυχία καμιὰ ἀνθρώπινη καρδιά, ὁδηγεῖ σὲ ἀπονενοημένες πράξεις, σὲ ἐθνικὰ μποτιλιαρίσματα, διασαλεύσεις τῶν κοινωνικῶν πλαισίων καὶ σὲ κραυγὲς τοῦ εἴδους: «Πύργε χρυσοπλοκότατε, Δωδεκάτειχε πόλη, Ἡλιοστάλαχτε θρόνε, Ἀκατανόητο θαῦμα, Ἄσβηστη Λαμπάδα», ὅπου προσπαθοῦν νὰ μετριάσουν τὴν ἔκσταση ποὺ προκαλεῖ ἡ ζαλιστικὴ λάμψη, ἡ μανναδόχος στάμνα, ἡ ἀρσενική ὀμορφιὰ μὲ τὴν παγκόσμια ἐξουσία κι ἱστορία.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, εκδ. Σαιξπηρικόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου