'Η ελευθερία και η φαντασία είναι και αυτές μειώνες που δε γυμνάζουμε ποτέ, εξαρτώμαστε από τα εξωτερικά ερεθίσματα για να μας αποφέρουν επίγνωση των δυνατοτήτων που αυτές παρέχουν. Τείνουμε να παγιδευόμαστε σε έναν καθημερινό κόσμο με αξιώματα που δεχόμαστε ως δεδομένα. [...] Το πρόβλημα είναι να χρησιμοποιήσουμε τον νου με τέτοιον τρόπο ώστε να αποκοπεί από τον κόσμο της φυσικής στάσης, να μπορέσει να τον αμφισβητήσει και να τον αναλύσει. Αυτό το τελευταίο είναι το κλειδί για τη φαινομενολογία.'

Κόλιν Ουίλσον, Ο Ξένος: Περιπλανήσεις του Αταίριαστου στον Κόσμο των Δημιουργών, μτφρ. Γιάννης Ανδρέου, εκδ. Οξύ

'ΑΜΒΩΝ: μουνόχειλο [άμβων = ανά + βαίνω]
ΑΜΦΙΔΕΟΝ: μουνόχειλο [αμφιδέον = αμφί + δέος]
ΑΡΧΟΣ: τρύπα του κώλου [άρχος = άρχων, πρώτος]
ΓΕΛΑΣΙΝΟΣ: το ρηχό λακκάκι στο κωλομέρι [γελασίνος = αυτός που πάντοτε γελά, γελαστός]
ΕΠΙΣΙΟΝ: μουνάκι [επίσιον = έπισος (ίσος, συμετρικός)]
ΗΒΗ: οι πρώτες τριχούλες στην περιοχή του αιδοίου [ήβη = από το ρημ. αύω (ανάβω)]
ΚΑΤΑΔΑΚΤΥΛΙΖΩ: χώνω το δάκτυλο στον πρωκτό [καταδακτυλίζω = κατά + δάκτυλος]
ΠΑΙΔΙΣΚΗ: ανήλικη πόρνη [παιδίσκη = από το ουσ. παις]'

Μάριος Βερέττας,  από Τα Βρωμόλογα των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Βερέττας

'Υπήρχε ένας ουρανός που ήταν πάντα γκρίζος.
Υπήρχε ένα μέρος που ήταν πάντα πολύ μακριά.
Υπήρχε ένα πλάσμα που ήταν πάντα λυπημένο.'

Φριτς Λάιμπερ, 'Η Θλίψη του Εκτελεστή', Μεταμεσονύκτιες Διηγήσεις, μτφρ. Ματίνα Μαγκλάρα, εκδ. Terra Nova

  'Η νεωτερικότητα, ενώ από πολιτική άποψη είναι νικήτρια, συνιστά μια αισθητική ήττα, την κυριαρχία του μικρού επί του μεγάλου, του ευτελούς επί του ευγενούς, του εκτραχχηλισμού επί της αρμονίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος, μπουκωμένος από άχρηστα αντικείμενα έχει ανταλλάξει τις χαρές του πνεύματος με τις σαβούρες της διασκέδασης. Αφού καμιά τάξη και καμία ελίτ δεν καθορίζει πια τους κανόνες και τις νόρμες, η εμπορευματική και μιντιακή υποκουλτούρα έχει πια το ελεύθερο να επιβάλει παντού τις χονδροειδείς προσεγγίσεις της, την απλοικότητά της, τη σαχλοσύνη της.'

Πασκάλ Μπρικνέρ, Η Αέναη Ευφορία, μτφρ. Λόισκα Αβαγιανού, εκδ. Αστάρτη

  'Ποιός είναι ο άλλος; Είναι το σώμα του; Είναι ένα σώμα; Αλλά ακόμα κι αν τον βλέπει κανείς μόνο σαν σώμα, σεβασμός σημαίνει σέβομαι τα άλλα σώματα όπως σέβονται οι άλλοι το δικό μου. Μ’ άλλα λόγια, αναγνωρίζω στον άλλο κάτι το απαραβίαστο, ένα άδυτο εντελώς δικό του, που δεν επιδέχεται βιασμό, καταστρατήγηση, εξευτελισμό ή υποβίβαση. Και η ηθική συνείδηση; Τι είναι η ηθική συνείδηση; Σε πολύ γενικές γραμμές, είναι μια φωνή που δεν σε αφήνει να βλάψεις τον άλλο.'

Σοφία Αντζάκα, Δοσίληθο Πέος, εκδ. Σπαγειρία

  'Άρχισε να με γαμάει εξαίσια με τα δάχτυλά του, να βυθίζει στην κωλοτρυπίδα μου τα λιγνά δάχτυλά του, μουσκεμένα στο σάλιο. Ψιθύριζε ότι ήθελε να αλείψει τα σκατά μου πάνω στους τοίχους. Θα με έπαιρνε απ’ τον κώλο μέχρι που θα ένιωθα τόσο χαλαρή και γεμάτη χυμούς ώστε τα έντερά μου θα έσκαγαν, θα αρωμάτιζαν το δωμάτιο. Λειωμένος, φτιαγμένος, καυλωμένος, γλίστρησε άλλο ένα δάχτυλο μέσα μου. Έχυσα ουρλιάζοντας, ένα μικρό ρυάκι υγρού χρυσού έτρεξε απ’ την κωλοτρυπίδα μου. Σκούπισε τα χέρια του στην πόρτα του χωρίσματος, ζωγραφίζοντας ένα σοκολατί Άστρο του Δαβίδ. Έγλειψε ό,τι είχε απομείνει από το μεσαίο δάχτυλό του.'

  'Θυμάμαι ένα ζεστό κυριακάτικο πρωινό που έριχνα ένα αποχαιρετιστήριο γαμήσι σ’ έναν τυχερό δεκατετράχρονο στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πρόσοψη, ενώ οι κολλητοί του τον έπαιζαν απ’ την άλλη μεριά. Μετά, τα γόνατά μου ήταν κομμένα για βδομάδες.'

  'Παχύρευστο, άσπρο σάλιο λάμπει στην υγρή του κωλοτρυπίδα. Ένα όραμα με παρθένες να θυσιάζονται τελετουργικά στη Νότιο Αμερική χορεύει κάπου μακριά μου. Σπρώχνω τη λογχωτή γλώσσα μου μέσα στην τρύπα του σαν μαχαίρι. Γλυκόπικρη κοιλότητα. Τον γυρίζω ανάσκελα, χουφτώνω απαλά το εφηβικό καυλί του. Το βάζω αργά μέσα στο στόμα μου. Μαλάζοντας. Γλείφω, δαγκώνω, ρουφάω, γλείφω. Αλάτι. Χρυσός.'


Λίντια Λιντς, Paradoxia, Το Ημερολόγιο Eνός Aρπακτικού, μτφρ. Δημήτρης Ισηγόνης, εκδ. Οξύ

  'Ήταν λεία και λεπτή σα φυλλαράκι από χορτάρι και μοσχοβόλαγε σαν αρωματοπωλείο. Ανακάθισα, έσκυψα πάνω από τα πόδια της και φίλησα το μέσα μέρος των μηρών, στο σημείο όπου το δέρμα των γυναικών είναι απαλό σαν τα φτερά του πουλιού. Έσφιξε τα πόδια της, έπειτα τα ξανάνοιξε σχεδόν αμέσως κι άρχισα πάλι λίγο πιο ψηλά. Οι γυαλιστερές και κατσαρές της τρίχες μου χάιδευαν το μάγουλο, και απαλά, άρχησα να τη γλείφω. Το πράμα της έκαιγε κι ήταν υγρό, σφιχτό κάτω απ’ τη γλώσσα μου, ήθελα να τη δαγκώσω, αλλά ανασηκώθηκα. Ανακάθισε μ’ ένα τίναγμα κι άρπαξε το κεφάλι μου για να το ξαναβάλει εκεί που ήταν.'

  'Πιστεύω ότι θα προτιμήσω να πηδήξω εσένα, είπα. Μ’ αρέσει καλύτερα η μυρωδιά σου κι έχεις περισσότερες τρίχες.'

  'Άνοιξε πάλι τα μάτια. Ξημέρωνε, και τα είδα να λάμπουν απ’ τα δάκρυα και την οργή, έσκυψα πάνω της, νομίζω ότι τη μύριζα σα ζώο κι άρχισε να τζιρίζει. Τη δάγκωσα δυνατά ανάμεσα στους μηρούς. Το στόμα ήταν γεμάτο από τις μαύρες σκληρές τρίχες της.'

  'Θυμήθηκα την Τζίκυ και τη φορά που την είχα πηδήξει μέσα στο νερό, και πόσο διάφανο ήταν το ποτάμι εκείνη τη μέρα. Η Τζίκυ, νέα γυμνή, με δέρμα λείο και απαλό, ίδια με μωρό, κι αυτό ξαφνικά μ’ έκανε να σκεφτώ τη Λου και τις μαύρες της τρίχες, πυκνές και κατσαρές, και τη γεύση που ένιωσα δαγκώνοντάς τη, μια γεύση γλυκιά και λίγο αλμυρή, και ζεστή, με τη μυρωδιά του αρώματος των μπουτιών της, κι οι φωνές της αντήχησαν πάλι στ’ αυτιά μου.'

  'Μικρούλες δεκαπεντάρες, δεκαεξάρες, με μυτερά στήθια κάτω από τσιτωμένα πουλόβερ, επίτηδες το κάνουν, οι βρώμες το ξέρουν καλά. Και τα σοσόνια... Ζωηρά κίτρινα ή ζωηρά πράσινα σοσόνια, με χαμηλοτάκουνα παπούτσια∙ και φαρδιές φούστες και στρογγυλά γόνατα∙ και πάντα καθισμένες κατάχαμα με τα πόδια ανοιχτά για να φαίνεται η άσπρη κιλότα.'


Μπορίς Βιάν, Θα Φτύσω στους Τάφους Σας, μτφρ. Πέτρος Κωστόπουλος, εκδ. Γράμματα