'Μὲ παραισθήσεις ὑποφέροντας ὁ κήρυκας αἰσθάνθηκε νὰ διαιρεῖται. Ἀπὸ τὸ σῶμα του ἐπαράγονταν κι ἄλλα σώματα καί ἔγινε ἕνας στῖχος ἐρχομένων. Αἰσθάνεται νὰ ἀνήκει. Ἀνῆκε σ' ἕνα γεῖσο κρεμαστῶν ἀνθρώπων. Ὡπλισμένοι μὲ ὅ,τι γυμνότερο ἔχει ὁ ἅνθρωπος. Ἀλλά καὶ πιὸ πολὺ γυμνότερος εἶναι ὁ λόγος. Ὅλοι ἐκοίταζαν πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀναγγελία τοὺς ἔκαμνε πυκνὸ καὶ κρίσιμο τὸ βλέμμα. Τὰ μάτια στερεωμένα πάνω στὰ μέτωπα μὲ μεγάλες μαῦρες βελονιές. Βαμμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τοῦ ἐρχομοῦ κι ὡστόσο σὰν χρυσᾶ. Ἀνοιχτὰ ἐγκαύματα καὶ σκάμματα τοῦ προσώπου ὅπου μαζεύεται ὁ ἔλαιος τῶν εἰκονισμάτων. Ὁ ἰσχυρὸς ἐρχομὸς παραμόρφωνε τὸ πρόσωπο τοῦ κήρυκα ὥστε νά παίρνει τὴν ὄψη μιᾶς ἀπερίγραπτης κακουργίας.'

Γιώργος Χειμωνάς, Οι Χτίστες, εκδ. Κέδρος
Frame grab from Catherine Breillat’s La belle endormie (2010)

  'Κάτι που παραβλέψαμε είναι το γεγονός ότι ζούμε σ’ ένα βίαιο σύμπαν. Ένα κάποιο ποσοστό βίας είναι αναγκαίο προκειμένου να επιβιώσει κανείς σ' αυτό. Αλλά η διαδικασία του προγραμματισμού παρεμποδίζει τη βία σύμφωνα με ολοένα και πιο περιοριστικές ερμηνείες του όρου. Στην απόλυτη σιωπή, ακόμη και το πέσιμο μιας καρφίτσας νοείται πλέον σαν μια πράξη βίας. Όσο πιο ειρηνικοί γινόμασταν, τόσο πιο πολύ στένευαν τα όρια της έννοιας της βίας. Αλλά αν αφαιρέσεις κάθε μορφή βίας... τότε αυτό που απομένει είναι ο θάνατος.'

Φρανκ Χέρμπερτ, 'Ψυχοναρκοπέδιο' από την ανθολογία Κοινωνίες του Αύριο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Adoration of the Magi (1481) - Leonardo da Vinci


  'Ήταν, λοιπόν, μια αλχημιστική πολιτεία. Ήταν χάος, αποσύνθεση, μαυρίλα, νύχτα. Χτισμένη βάσει συντεταγμένων, όπως οι αρμονικές πόλεις της Κινέζικης Αυτοκρατορίας, σχεδιασμένη σε αυστηρή συμφωνία με τις προσταγές ενός δόγματος λογικής, στους δρόμους της είχαν δοθεί αριθμοί, κι όχι ονόματα, από σεβασμό στη λειτουργικότητα, τους είχαν σχεδιάσει με καθαρές, λιτές γραμμές, για ν' αποφευχθούν εκείνες ακριβώς οι ποταπές γωνιές του αποθηκευμένου παρελθόντος, οι υπόνομοι της Ιστορίας, που δηλητηριάζουν τη ζωή των ευρωπαϊκών πόλεων. Κι αυτή η πόλη, χτισμένη με προδιαγραφές που απέκλειαν τις αρχέγονες ανθρώπινες έξεις, είχε γίνει εξαιρετικά τρωτή επειδή το σκοτάδι υπήρχε, ανομολόγητο, στις ψυχές των κατασκευαστών της...'

Άντζελα Κάρτερ, Το Πάθος της Νέας Εύας, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Χατζηνικολή
Hommo (2007) - Alexandros Issaris [Αλέξανδρος Ίσαρης]
Tell Me, Mirror (1978) - Jan Saudek

Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ


Ξαπλωμένος στήν ἀγκαλιά τῆς Πλητῶς
Βυζαίνει τό γάλα  τῶν παιδικῶν του ὀνείρων.
Ἐκείνη τόν χαϊδεύει χαμηλά
Τρίβει μέ τρυφερότητα τήν κοιλιά του
Σκύβει ἀργά καί τή σκεπάζει.
Ὁ Ἄντρος ξαπλώνει προσεχτικά τήν
Ἀδελφή του ἀνάμεσα στά βράχια.      Λύνει
Τά μαλλιά της, μπαίνει βαριανασαίνοντας
Στό Ναό.      Ὅταν ἐκείνη μουρμουρίζει
Ὑποφέροντας, ἐκεῖνος τήν παρηγορεῖ. Φιλᾶ
Τά μάτια της πού εἶναι σάν καθρέφτες.

Σέ κάθε τίναγμα τοῦ ἀδελφοῦ της πάλλεται
Καί θρηνεῖ.

Ὁ Ἄντρος τή λυπᾶται μά ἀπό Ἀγάπη.
Ἀπλώνει τά χέρια, τόν τραβᾶ. Τό δέρμα του
Στολίζεται μέ γρατσουνιές.
Ὅταν ξεσπᾶ ἡ μπόρα, ἡ Πλυτώ λιποθυμᾶ...

* * *

HORROR A MANOS LLENAS


Λοξοδρομώντας βρίσκουμε τό σωστό δρόμο.
Πρέπει νά συνεχίζεις, πρέπει νά προχωρᾶς
Συνεχίζω λοιπόν, μαθαίνοντας ἀπό τήν ἔνδεια κι ἀπ τη σκιά.

Ἡ χάλκινη πλευρά τοῦ ἀπογεύματος
Κι οἱ πληγωμένοι ἄγγελοι στήν πόρτα
Τό πρόσωπο στραμμένο πρός τό πέλαγος
Καί ἡ ψυχή σκυφτή.

Τούς κραδασμούς τῶν ἄλλων ἀφουγκραζόμαι
Κάτω ἀπ’ τά φῶτα τῆς ἑσπέρας.
Πρέπει νά συνεχίζεις, θά συνεχίσω λοιπόν
Χτίζοντας φράσεις, κι ἄλλες φράσεις
Μέ στολίδια καί μέ μαιάνδρους
Μέ ψεύδη καί χειρονομίες ἄχρηστες
Καμπύλες, τεθλασμένες περιττές
Στῆς αἰωνιότητας τούς χάρτες
Κουρδίζοντας τή σκέψη
Κολυμπώντας στίς παγωμένες λίμνες τοῦ ἕρωτα
Μέ μιά βαλίτσα νά μέ περιμένει στήν ἀποβάθρα.

Νά τί σημαίνει νά σαι ἄνθρωπος:
Χοῦφτες γεμάτες φρίκη.



Αλέξανδρος Ίσαρης, Οι Τριστάνοι: Ποιήματα 1966-1992, εκδ. Νεφέλη

  'Ὅ,τι ἀκοῦς, ἐδῶ, καθὼς πέφτουν τὰ μικρά, λεῖα βότσαλα, εἶναι ὁ ψίθυρος τῆς χαμένης Ἑνότητας, ποὺ ἐπιστρέφει σὰν σὺνθεση ἤ, ἀκόμη χειρότερα, σὰν συναίρεση ὅλων τῶν διαβαθμίσεων τοῦ λογοτεχνικοῦ φάσματος. Ὅμως οἱ πιὸ πρακτικοὶ ἀπὸ μᾶς, θὰ πρέπει πλέον νά παραδεχτοῦμε ὅτι δὲν ἔχουμε κάτι καλύτερο· κι ἴσως δὲν θά ’χουμε ποτέ.'

Ευγένιος Αρανίτσης, Orphan Drugs, εκδ. Ιστός

   'Μια φωτιά έκαιγε λαμπερή. Φεγγοβολούσε καταμεσής στο κοσμικό κενό, καλώντας, προστάζοντας, δελεάζοντάς τον τόσο γλυκά, που ανταποκρινόταν σ’ αυτή με όλο του το είναι, γιατί σ’ εκείνη τη φωτιά υπήρχε κάποιο στοιχείο που μιλούσε στους πιο εσώτατους, στους πιο βαθιά ριζωμένους πόθους του. Θυμήθηκε την τροφή, τον καυτό χείμαρρο του αίματος, το ροκάνισμά του κόκαλου στα δόντια, τη χορταστικά σφριγηλή γεύση της σάρκας. Η λαχτάρα του γι’ αυτή ανάβλυζε από μέσα του σαν την ίδια τη ζωή, αποστραγγίζοντάς τον - αποστραγγίζοντάς τον... Ένιωσε να βουλιάζει ακόμη πιο βαθιά, κάτω ακόμη κι από το επίπεδο του λύκου, βαθιά, ολοένα και πιο βαθιά...
  Την επερχόμενη λήθη διαπέρασε ξαφνικά μια σουβλιά τρόμου. Ήταν σαν μια αστραπή συνειδητοποίησης από την προ πολλού χαμένη ανθρώπινη υπόστασή του, ένας τελευταίος παλμός που φώτισε το σκοτάδι στο οποίο βυθιζόταν. Κι από εκείνο το θεμελιακό βράχο της ακλόνητης δύναμης που βρισκόταν στον πυρήνα της ύπαρξής του, πιο βαθιά κι από το επίπεδο του λύκου, πιο βαθιά ακόμη κι από τη λήθη στην οποία βυθιζόταν - τινάχτηκε βίαιη μια σπίθα αντίστασης.
    Μέχρι τώρα αγόταν και φερόταν ανήμπορος και στα τυφλά, δίχως να έχει τίποτα το σταθερό για ν’ αρπαχτεί από αυτό και να πολεμήσει. Αλλά τώρα, στα έσχατα όρια του κινδύνου, ενώ και τα τελευταία απομεινάρια της συνείδησης αποστραγγίζονταν από μέσα του, ο θεμελιακός βράχος από τον οποίο ανάβλυζαν οι πηγές της δύναμης και της αγριότητάς του, απέμεινε γυμνός. Και τότε, αυτό το τελευταίο οχυρό του εαυτού που λεγόταν Σμιθ σήκωσε στη στιγμή τη σημαία της επανάστασης, πολεμώντας με όλη τη λυκίσια φύση του, η οποία ήταν και το υπέδαφος που ήταν ριζωμένη η ανθρώπινη ψυχή του. Άρχισε να πολεμά λυκίσια, με την αγριότητα ενός θηρίου και με τη δύναμη ενός ανθρώπου, με τη ράχη στηριγμένη γερά στο βραχώδες υπόστρωμα που ήταν το θεμέλιο και των δύο. Το σύμπαν στροβιλιζόταν ολόγυρά του, φεγγοβολώντας όλο αδηφάγες φωτιές, μαύρο με τις αναλαμπές της λήθης, ξέφρενο και πεινασμένο στην καυτή παρουσία της Υβάλα.'

Κ. Λ. Μουρ, από το διήγημα 'Υβάλα', Η Μαύρη Δίψα και Άλλες Ιστορίες Του Νόρθγουεστ Σμιθ - 1, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Ο άνθρωπος είναι σαν μια γαλήνια βαθιά καθάρια λίμνη στα βουνά. Ανάλογα με τη γωνία που την κοιτά κανείς, μπορεί να δει τ’ αστέρια που αντανακλώνται στην επιφάνεια ή κάποιες αόριστες μορφές που κινούνται φευγαλέα στα σκοτεινά της βάθη.'

Γιώργος Μπαλάνος, Αντανακλάσεις σε Βαθιά Νερά, εκδ. Locus 7

  'Η ζωή μου άρχισε με εξασθένηση. Πράγμα αλλόκοτο, αλλά έτσι είναι. Από την πρώτη στιγμή που απόκτησα συνείδηση του εαυτού μου, ένιωσα πως έσβηνα.'

Ιβάν Γκοντσαρόφ, Ομπλόμοφ, μτφρ. Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Las Meninas (1987) - Joel-Peter Witkin