'Πολυφασικὸ καὶ μακρυγορικὸ τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τῆς πυρκαγιᾶς, πιὸ σωστὰ τῶν πυρκαγιῶν, τῆς Ἀλεξάνδρειας, διάρκειας ἑπτὰ αἰώνων. Ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ Ἰούλιου Καίσαρα γιὰ νὰ συνεχιστεῖ μὲ τὶς διαρπαγές τοῦ Ὀκτάβιου, τὶς ὠμότητες τοῦ Καρακάλλα καὶ τῶν διαδόχων ἐπιφανῶν χριστιανομάχων. Προεκτείνεται κατόπιν, ἀντίστροφα, ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς σὲ πιὸ ὑψωμένο παραληρικὸ κρεσέντο, λόγω ζέοντος φανατισμοῦ τῶν νεοφώτιστων, σὲ βάρος κάθε κατάλοιπου, ἰδιαίτερα πολιτιστικοῦ, τῶν ἐθνικῶν.
   Ὁ πατριάρχης Θεόφιλος, κοντοτιέρος τῆς νέας θρησκείας, τὴν ὁραματίζεται ὑψωμένη πάνω στὰ ἐρείπια τῆς ὅποιας παρουσίας τῆς προχριστιανικῆς διανόησης. Χύθηκε λοιπὸν νὰ κατασκευάζει ἐρείπια.
   Ἀργότερα ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα ἐκδικεῖται μὲ πυρκαγιὲς τοὺς ἀδιόρθωτους ἀλεξανδρινοὺς ποὺ χλεύαζαν τὸν εὐνοούμενό της πατριάρχη Θεοδόσιο. Χαῖρε, λοιπόν, Αὐγούστα!
   Ἡ σειρὰ τοῦ ὄχλου τώρα, ξεσηκωμένου (ἴσον ἐκβαρβαρισμένου) ἀπὸ ἄλλον πατριάρχη, τὸν θορυβημένο Κύριλλο, σέ βάρος τῆς Ὑπατίας, νὰ καταστρέψει τεκμήρια ἑνὸς ἀγχέμαχου πνεύματος ποὺ δὲν εἶχε ὁ καημένος ὁ ἱερέας τὸ ἀνάλογο ἀνάστημα νὰ τὸ πολεμήσει ντρίτα παρὰ μόνο νὰ τὸ πλήξει μὲ τὴ βία τοῦ κατεστημένου.
   Τὸ τελειωτικὸ χτύπημα δίνεται ἀπ' τὸ Ἰσλὰμ μὲ διαταγὴ τοῦ χαλίφη Ὀμὰρ ποὺ έκτελεῖ ὁ στρατηγός του καὶ πορθητὴς τῆς Αἰγύπτου Ἄμρ-Ἴμπ-Ἄλσας στὰ 641 μ.Χ. : Φωτιὰ και Κοράνι.'

Έκτωρ Κακναβάτος, από σημείωση στο ποίημα 'Αγάπη 2' της συλλογής Τετραψήφιο, Ποιήματα 1943-1974, εκδ. Άγρα

  'Όμως σ’ αυτό το φως, που κάποτε θα σβήσει, και που είναι μοιρασμένο στο σώμα μου, σε κάποιους κλειστούς χώρους του μυαλού μου, στα μάτια μου, στην καρδιά μου, γύρω από το σώμα μου, πέρα από το σώμα μου, στην άκρη της έκστασης των χεριών μου, στο τέρμα του βλέμματός μου, καθώς ξαπλώνω, διαβάζω, ρεμβάζω ή κάθομαι ή στέκομαιι στη μέση του δωματίου, αλλά και στα μάτια ορισμένων ανθρώπων που υπερασπίζονται τη μοναξιά μου, τις ώρες της έκστασης, τις στιγμές της ανάπτυξης ενός ξεχασμένου κανόνα ή κάποιας λησμονημένης παραφοράς, σ’ αυτό το φως που ανάβει τις άγρυπνες νύχτες πάνω απ’ το μέτωπό μου σαν εκείνα τα διακριτικά φώτα, που με την παρουσία τους τονίζουν στους δρόμους των χαμηλών σπιτιών την είσοδο σε κάποια μυστικά, μερικά χαμηλόφωνα παράπονα της νύχτας, σε ορισμένα παραμύθια και οπτασίες των ζωντανών που δεν ξέρουν πώς να κρυφτούν κάτω απ’ τον τόσο βαρύ ουρανό, σ’ αυτό το φως που με αγωνία συγκρατώ με χίλιους τρόπους, που με νύχια και με δόντια προφυλάγω τις επικίνδυνες στιγμές, τότε που λες και τενώνονται οι σκέψεις τόσο που είναι έτοιμες να κουρελιαστούν [...]'

Αλέξανδρος Ίσαρης, Ανάμεσά τους η Μουσική, εκδ. Κανάκη

  'Ενώ είσθε εγκαταλελλημένοι στο πνεύμα του ιλίγγου για να διαφθείρετε τους οπαδούς σας, πηγαίνετε στην κόλαση για να δανεισθείτε τα μεγαλεία των παραπλανητικών θεαμάτων της:
Μεταμορφώνετε τον ναό σε ανέντιμο θέατρο, όπου οι κόρες της ακαθαρσίας εκθέτουν στην ειδωλολατρική μάζα την ομορφιά τους και την γοητευτική φωνή τους για να τις πουλήσουν.'

  'Ως τον δεύτερο θάνατο αφήνετε να οδηγηθείτε από την Εύα που δεν τολμά πια να την παρασύρει το φίδι, γιατί η κόλαση επαφίεται σε σας γι' αυτή την φροντίδα και σας αφήνει να βασιλεύετε στο όνομα του ζηλόφθονου Θεού.'


Ελιφάς Λεβί, Η Βίβλος της Ελευθερίας, εκδ. Τετρακτύς
Nude (1948) - Roberto Matta

Και πως αμέσως μόλις βάλω εδώ την τελική τελεία
Θα εμφανιστούν οργιαστικά κι
Απότομα λουλούδια Ξεπεταγμένα σωρηδόν πάνω
Σε κάθε ορίζοντα
Χρώματα αιφνίδια σαν ξιφομαχία
Μα είπαμε, μετά αυτά
Μόλις θα μπει για μένα η τελική τελεία
Για να είναι η συγκοπή μου αυτή στο χώμα
Σαν ρόγχος ομορφιάς ακαριαίας  .

Βασίλης Αμανατίδης, από το 7: ποίηση για Video Games, εκδ. Νεφέλη

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου.   Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι,νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου.   μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του.   μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδ
υλική στήλη και κόκαλα,και την τρεμουλιαστή
-κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω,   μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει,αργά να χαϊδεύω το,χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου,και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα  . . . .  Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,

και ίσως μου αρέσει το ρίγος

τού από κάτω μου εσύ τόσο,που αλήθεια φρέσκο πόσο


ε.ε. κάμινγκς, από το [μόνο με την άνοιξη] 44 ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη ε.ε. κάμμινγκς

'Ξημερωνε, ένας άγγελος
έτρεμε στο κατώφλι της δύναμής του.'

Γιώργος Μπλάνας, από τα Στασιωτικά [1-50], εκδ. Γαβριηλίδης

'Γιατὶ ἡ δυστυχία εἵναι ἀποτροπὴ τοῦ τέλους
καὶ ἡ νοσταλγία της συναίσθηση τοῦ τέλους τῶν
      καρπῶν.
Ἥ δυστυχία εἶναι ἡ ἀνηκουστη ἐπιβεβαίωση
τοῦ μυστικοῦ τρόπου ποὺ μέλλεται νὰ εἰπωθεῖ τὸ
      ἄρρητο ἐν καιρῷ καὶ τόπῳ
μέσα σ’ έρωτικὸ κλάμα καὶ  σπασμοὺς σώματος ποὺ λύνεται.
Γιατὶ ἡ δυστυχία εἶναι ἡ ἀνείπωτη ἀπάντηση στὴν
      ἀμετροέπεια τῆς ὕλης.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι 1-4, εκδ. Άγρα

  'Μὰ καὶ τὸ ν’ ἀντικρίζεις ἕναν τόσο πλατὺ θάνατο σὰν αὐτὸν τὸν σύσσωμο τοῦ ἔθνους, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ἐξαντλεῖς ὁλόκλη τὴν ζωή, τὴν ζωὴ τῆς μέρας ὅμως, γιατὶ ἡ ἄλλη ζωή, ἐκείνη ποὺ ξεκινάει ἀσύλλληπτα, ἀνεννόητα ἀπ’ τὴν ἀσύλητη μήτρα τῆς νύχτας, εἶναι τὸ ἀνεξάντλητο, ὁ βαθὺς θάνατος, αὐτό ποὺ μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ μὲ τὴν ὑπερθετικὴ στίλβη τῆς ἑνὸς ὥριμου ἔφήβου σὲ διαρκὴ σύγκορμη, μέσα κι ἔξω, στύση ποὺ δὲν ἀφήνει σὲ ἡσυχία καμιὰ ἀνθρώπινη καρδιά, ὁδηγεῖ σὲ ἀπονενοημένες πράξεις, σὲ ἐθνικὰ μποτιλιαρίσματα, διασαλεύσεις τῶν κοινωνικῶν πλαισίων καὶ σὲ κραυγὲς τοῦ εἴδους: «Πύργε χρυσοπλοκότατε, Δωδεκάτειχε πόλη, Ἡλιοστάλαχτε θρόνε, Ἀκατανόητο θαῦμα, Ἄσβηστη Λαμπάδα», ὅπου προσπαθοῦν νὰ μετριάσουν τὴν ἔκσταση ποὺ προκαλεῖ ἡ ζαλιστικὴ λάμψη, ἡ μανναδόχος στάμνα, ἡ ἀρσενική ὀμορφιὰ μὲ τὴν παγκόσμια ἐξουσία κι ἱστορία.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν Χώρα, εκδ. Σαιξπηρικόν

'Blue' [album: Aura (1989)] - Miles Davis

Παραλήρημα


Το μαύρο χιόνι που κυλάει από τις στέγες·
Ένα κόκκινο δάχτυλο βυθίζεται στο μέτωπό σου,
Στο γυμνό δωμάτιο στάζουν γαλάζιες χιονοστιβάδες,
Είναι οι νωχελικοί των εραστών καθρέφτες.
Ασήκωτα κομμάτια το κεφάλι συλλογίζεται
Ίσκιοι που καθρεφτίζονται σε γαλάζιες χιονοστιβάδες,
Το παγωμένο χαμόγελο μιας νεκρής πόρνης.
Στου γαρίφαλου την ευωδία θρηνεί ο βραδινός άνεμος.



Γκέορκ Τρακλ, Σκοτεινή Αγάπη Μιας Άγριας Γενιάς, μτφρ. Νίκος Ερηνάκης, εκδ. Γαβριηλίδης
  'Ήταν μια αναπόληση βγαλμένη από παρελθόντα αβίωτα κι ωστόσο ζωτικά σ’ ένα κομμάτι μου που τα λαχταρούσε σαν ξεχασμένο παιδικό παιχνίδι· ήταν εποχές όπου η φιλοδοξία ταυτιζόταν με το κύρος  του υπέρμετρου· κεφάλια που σηκώνονταν για ν’ αντικρίσουν το κατόρθωμα με μια κίνηση που περιέκλειε όλη την περηφάνια του κατορθώματος. Και ήταν βαρύτητα. Ήταν διάρκεια.'

Δημήτρης Τανούδης, Η Πόλη: Μια Παραίσθηση

'Όχι, δεν υπάρχουν αστέρια στις πόλεις
κι εσύ είσαι πολύ μικρή για να με κοιτάς έτσι.'

'Οτιδήποτε πραγματικό είναι παραλλαγή
μιας
ανώτερης
φαντασίας.'

'Για όλα φταίει
η απελπισία των ασήμαντων
λεπτομερειών.'

'Κι όταν θα έχουν όλα απομυθοποιηθεί
τότε θα σου μιλήσω για την αγάπη.'


Νίκος Ερηνάκης, από τη συλλογή Σύντομα Όλα θα καίγονται και θα Φωτίζουν τα Μάτια Σου, εκδ. Ροές
School of Pan - Carlo Signorelli

Το Πίσω Φως της Μέδουσας [απόσπασμα]


Καὶ σχίζονται στὰ νεῦρα σου οἱ χυμοί.
Τὸ σῶμα σου όνειρο νὰ πλέει μὲς στὴν ὀδύνη.
Κι ἀπὸ τὴ γέννα πρὶν
Μιὰ
    ἀρχαιότητα μεταμορφώσεις.
Κ’ ἴσαμε κεῖ τὰ κύτταρά σου ξυπνητὰ
Ποὺ ἀποχωρίζονται καὶ ξέρουν.
Νέα, νέα ἡ συγκίνηση καὶ πάλι τόσο!
Τόσες φορὲς ποὺ εἴμαστε ἐρωτευμένοι...'



Μαρία Σερβάκη, από τη συλλογής Ο Άλλος Κήπος, Ιδιωτική Έκδοση

  'Είναι [...] απόλυτα αναγκαίο να πεθάνουμε, γιατί όσο είμαστε ζωντανοί, δεν έχουμε νόημα και η γλώσσα της ζωής μας (με την οποία εκφραζόμαστε και στην οποία δίνουμε τρομερή σημασία) δεν ερμηνεύεται: ένα χάος από δυνατότητες, μια αναζήτηση σχέσεων και νοημάτων χωρίς λύση της συνέχειας. Ο θάνατος επιφέρει ένα κεραυνοβόλο μοντάζ της ζωής μας: δηλαδή επιλέγει τις πραγματικά σημαντικές στιγμές μας (που δεν μπορούν πια να μεταβληθούν από άλλες ενδεχομένως αντίθετες ή ασυνάρτητες στιγμές) και τις βάζει στη σειρά, δημιουργώντας μέσα από ένα ατέλειωτο, ασταθές και αβέβαιο παρόν μας, που γλωσσολογικά δεν περιγράφεται, ένα παρελθόν σταθερό, βέβαιο και σαφές που μπορεί να αποδοθεί γλωσσολογικά [...]. Χάρη στο θάνατο και μόνο, η ζωή μας μπορεί να μας εκφράσει.'

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, από το 'Αιρετικός Εμπειρισμός' που συμπεριλαμβάνεται στο Κουρσάρικα Γραπτά, μτφρ. Βάλι Κεφαλοπούλου, εκδ. Εξάντας

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Ἥ Ἀναγέννηση ἐμφανίστηκε μὲ μιὰ σκληρότητα σοφή.
Ἀνάμεσα σὲ ποταμοὺς μεγάλωσε μὲ μακριὰ μαλλιὰ
Νὰ κυματίζουν στὰ δωμάτια χωρὶς γονεῖς.
Μὲ τὰ πουλιὰ συνήθισε νὰ ζεῖ
Πῆρε τὸ χάρισμα τῆς ἀνθρωπιᾶς καὶ ἄνθησε.
Μελέτησε μὲ πάθος τοὺς κατακλυσμοὺς
Τὰ ὀνόματα, τὰ χρώματα, τὰ νέφη καὶ τὰ θεϊκά.
Μὲ μάτια ἐρευνητικὰ εἶδε τοὺς πολέμους
Τῶν βαρύτιμων ρούχων τὸ ἄλικο αἶμα.
Γέμισαν τὰ ἀνάκτορα, τὰ σπίτια μὲ σφαγμένους.
Ἐκείνη στάθηκε ὀρθὴ πλέκοντας μελωδίες
Καὶ ξάπλωσε στὰ στήθη τῶν μαρμάρινων ἀνδρῶν.
Χορεύοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν γίνεται νὰ εἰπωθεῖ
Δίδαξε στοὺς λαοὺς τὸ ἀνάλογο καὶ τὸ ἀντίθετό του.
Μὲ ἄνθη ἄνοιξε τὴν πέτρα
Καὶ φάνηκε μεμιᾶς ἡ ἀρχαία καλλονή.
Ἡ Ἀναγέννηση στηρίχτηκε στὸ φῶς
Καὶ κυκλικὰ πετοῦσαν ἀπὸ πάνω της γυμνοὶ ἀγγέλοι.
Μὲ σπάνια ὁρμὴ εἰσέβαλε στὸ μέλλον
Κι ἀναρωτήθηκα Ποῦ πάει;
Βαδίζει μέσα στὸ κενὸ
Σὲ φωτεινοὺς διαδρόμους
Καὶ σὲ καθρέφτες μιᾶς πλάνης ποὺ τυφλώνει.
Τὸ γέλιο της ἀντήχησε στὸν οὐρανὸ
Καὶ ἀποτυπώθηκε στὰ πρόσωπα τῆς γῆς.
Ὅλα ἀποτυπώθηκαν, πουλιά, γλουτοί, στήθη ἁρμονικὰ
Γερμένοι βράχοι καὶ κύκνοι γκριζωποί.
Ἡ Σαλώμη, ὁ Σατανάς, ὁ Ἀβραάμ κι ὁ Πάτροκλος
Οἱ νύμφες, οἱ Ἀπόστολοι, τὸ Θεῖο Βρέφος.

Σὰν χείμαρος κατέκλυσε τὴν ὅραση
Σὰν ἀετὸς ἁπλώθηκε
Σὰν ἐρωμένη ἄνοιξε
Σὰν ἱερέας μίλησε
Σὰν σάτυρος ὑψώθηκε
Σὰν ἀγκαλιὰ τυλίχτηκε
Σὰν ἔδεσμα φαγώθηκε
Σὰν ἡδονοθήρας γεύτηκε
Σὰν βιολοντσέλο ἤχησε
Σὰν δέρμα σφίχτηκε
Σὰν βασιλιὰς δυστύχησε
Σὰν ἅγιος προσευχήθηκε
Σὰν ποίηση φανέρωσε
Σὰν ποταμὸς ξεχείλισε
Σὰν ἱπποσύνη τέλειωσε.

Ὁ Χρόνος ἔχει φάει τὸ πιὸ πολὺ
Καὶ σέρνομαι χωρίς σημάδια στὴ μακρινὴ ἀκτή.
Νὰ τὴν κοιτάξω δὲν μπορῶ
Οὔτε τὰ ροῦχα της ν' ἀγγίξω.
Τὴ βλέπω ἀπὸ πολὺ μακριὰ
Κι ὅλο βουλιάζω.

* * *

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΟ 200 π. Χ.


Γεννήθηκα στὴν Αἴγυπτο τὸ 200 π. Χ.
Μὲ ἥλιο στὸν Αἰγόκερω
Καὶ μὲ σελήνη Κρόνου στὸν Κριό.
Ὁ πατέρας Μακεδόνας
Κι ἡ μάνα μου ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα.
Ἔγινα χτίστης κι ἀπόκτησα πολλὰ παιδιά.
Ἀργότερα θεόρβη ἔπαιζα δίπλα στὸν Λόκ.
Ἀντιγραφέας ἔγινα τὸ 1701 στὴ Μαδρίτη
Καὶ ἐραστὴς μιᾶς δούκισσας
Ποὺ κάηκε σὲ πυρκαγιά.
Μὲ σκότωσαν σὲ ὄργιο κάπου στὸ Περοὺ
Μὰ ἐγὼ ἐμφανίστηκα ξανὰ
Στὴ Σαρλεβὶλ τῶν Ἀρδεννῶν μὲ τ' ὄνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν κι ὅταν ξαναγεννήθηκα
Ἤμουν γυναίκα ζωηρὴ
Ποὺ ἔγινε διάσημη
Σὲ ρόλους κωμικοὺς
Μέχρι ποὺ γνώρισα στὴ Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα ποὺ πῆγε ἀπὸ χολέρα
Μὰ τώρα φτιάχνω πιάνα στὴ Λειψία.

Ἄλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλὸ
Μίλησα τόσες γλῶσσες.
Τυφλὸς ἐκ γενετῆς ἔχω τρία παιδιὰ
Γυναίκα ἀπὸ τὴ Σάμο.
Τὴν τέχνη ἔμαθα στὸ σπίτι τῶν γονιῶν μου
Καὶ μὲς στὴ μουσικὴ ζῶ τὴ ζωὴ μου.
Λέγομαι Γιούλιους, εἶμαι ἑβδομήντα δύο χρονῶν
Καὶ θέλω νὰ πεθάνω στὴν Ἑλλάδα.



Αλέξανδρος Ίσαρης, από τη συλλογή Θα Επιστρέψω Φωτεινός, εκδ. Άγρα

  '[...] το ορατό είναι η εκδήλωση του αόρατου, ή με άλλους όρους, ο τέλειος Λόγος, όσον αφορά τα αισθητά και τα ορατά, βρίσκεται σε ακριβή αναλογία με εκείνα που είναι μη αισθητά στις αισθήσεις μας και αόρατα στα μάτια μας... και γνωρίζουμε ότι η έμφυτη δύναμη των πραγμάτων έχει δημιουργήσει λέξεις, και ότι υπάρχει μια ακριβής αναλογία ανάμεσα στις ιδέες και στις λέξεις, οι οποίες είναι οι πρώτες μορφές και οι ολοκληρωμένες συνειδητηποιησεις των ιδεών.'

Ελιφάς Λεβί, Δόγμα της Υψηλής Μαγείας, μτφρ. Πέτρος Γράβιγγερ, εκδ. Διμελή
Michał Mozolewskis

  'Τό τοπίο ἦταν κρέας μου πρίν μέ ξεπεράσει στό χρόνο κι ἐγώ χαμερπής ψαχουλεύω, ζητιανεύω κι ἄλλες μέρες.'

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από το ποίημα 'Το εγώ δεν αντέχει στην ιδέα του θανάτου' της συλλογής Μαγδαληνή Το Μεγάλο Θηλαστικό, εκδ. Ερμής

  'κι έβλεπες τις μυϊκές συσπάσεις να φουσκώνουν στα σφιγμένα άκρα, τους τένοντες να προεξέχουν σαν κομμένα σύρματα, τις φλέβες πρησμένες από εσωτερικά περιδέραια, τα βλέμματα των ανθρώπων τυφλωμένα απ’ τον ιδρώτα της λαγνείας, τα βλέμματα των ανθρώπων που έχυναν τις απαρχές των δακρυσμένων οργασμών τους, κι άκουγες τα λαρυγγικά συρίγματα και τα θηριώδη βογκητά του σπασμού μαζί με οστεϊκούς τριγμούς από λυγισμένα γόνατα και αντηχήσεις κρανίων σε μετωπική τριβή και κλείδες σε λαιμούς που κυνηγούσαν τις ακαριαίες οφθαλμικές στροφές ψάχνοντας για το επόμενο όχημα του σπασμού, κι έβλεπες όλο και περισσότερους ανθρώπους να γυμνώνονται σκίζοντας τις λεπτεπίλεπτες στολές τους με το μένος ενός φιμωμένου ζώου που του ρίχνουν ωμό κρέας μες στο κλουβί του και να βουτάνε με το κεφάλι στο σύμφυρμα της κλυδωνιζόμενης σάρκας κολυμπώντας μέσα σε κλωστές ηδονικού σάλιου, όλοι τους ανάσκελα βυθισμένοι στον ιλιγγιώδη βόρβορο του γαμησιού με τα δόντια λερωμένα απ’ το δαγκωμένο μήλο και τα μέλη κηλιδωμένα απ’ τις πηχτές ροές της παρθενιάς'

Δημήτρης Τανούδης, Σπασμός, εκδ. Νεφέλη