'Το χιόνι κάλυπτε το μισό πλέγμα από το παράθυρο και το άνοιξε για να κοιτάξει έξω στον κήπο. Ήταν μια νύχτα λευκή από το φεγγαρόφωτο και το χιόνι. Το χιόνι στροβιλιζόταν. Τα αποστεωμένα γκρίζα θηρία κουλουριάζονταν στα λαγόνια τους, στρέφοντας τα μυτερά τους ρύγχη στο φεγγάρι και ούρλιαζαν σαν να ήταν η καρδιά τους έτοιμη να σπάσει. Δέκα λύκοι, είκοσι λύκοι - πολλοί λύκοι, αμέτρητοι, ούρλιαζαν όλοι από κοινού σαν να τρελάθηκαν. Τα μάτια τους καθρέφτιζαν το φως από την κουζίνα και άστραφταν σαν εκατό κεριά.
   Τα καημένα, κάνει πολύ κρύο, να γιατί ουρλιάζουν έτσι.
   Έκλεισε το παράθυρο στο θρήνο των λύκων και αφαίρεσε το κόκκινο σάλι της, στο χρώμα της παπαρούνας, στο χρώμα της θυσίας, στο χρώμα των εμμήνων της, και, επειδή ο φόβος της δεν βοηθούσε, έπαψε να φοβάται.
   Τι να κάνω το σάλι μου;
   Να το ρίξεις στη φωτιά, καλή μου. Δε θα το χρειαστείς ξανά.
   Τύλιξε το σάλι της και το έριξε στις φλόγες που το καταβρόχθισαν αυτόματα. Μετά έβγαλε την μπλούζα της και τα μικρά, λευκά στήθη έλαμψαν, σαν να είχε το χιόνι εισβάλλει στο δωμάτιο.
   Τι να την κάνω τη μπλούζα μου;
   Στη φωτιά και αυτή γλυκιά μου.
   Η λεπτή μουσελίνα έγινε καπνός και πέρασε από την καπνοδόχο σαν μαγικό πουλί και βγήκε και η φούστα, οι μάλλινες κάλτσες, τα παπούτσια της, όλα ρίχτηκαν στη φωτιά, και χάθηκαν για πάντα. Η φωτιά φώτισε το ερεθισμένο της δέρμα, τώρα ήταν ντυμένη μονάχα με το ανέγγιχτο περίβλημα της σάρκας. Αυτή η εκθαμβωτική, γυμνή γυναίκα χτένισε τα μαλλιά της με τα δάκτυλά της, τα μαλλιά της έμοιαζαν λευκά σαν του χιονιού. Μετά πήγε κατευθείαν στον άντρα με τα κόκκινα μάτια και την αχτένιστη χαίτη με τις ψείρες. Στάθηκε στα δάκτυλα των ποδιών της και ξεκούμπωσε το κολάρο του πουκάμισου του.
   Τι μεγάλα χέρια που έχεις.
   Για να σε αγκαλιάζω καλύτερα.
   Όλοι οι λύκοι του κόσμου τώρα ούρλιαζαν έξω από το παράθυρο καθώς αβίαστα του έδινε το φιλί που του χρωστούσε.'

Άντζελα Κάρτερ, από το διήγημα 'Παρέα με τους Λύκους' από το Η Ματωμένη Κάμαρα, μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Χατζηνικολή

  'Το νεαρό της στήθος ξεπροβάλλει λείο και τέλειο, να σου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Αντιστέκομαι στην επιθυμία να την οσφρανθώ, να τη γλείψω, να τη δαγκώσω. Γρήγορα! Να γδυθεί. Τη θέλω όλη, ολόκληρη προτού αλλάξει γνώμη, ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτές τις εκκολαπτόμενες διαβόλισσες... Ανασήκωσε τα οπίσθια για να μου επιτρέψει να βγάλω το παντελόνι. Η κιλότα της βγήκε μαζί. Μέσα στο μισοσκόταδο, διακρίνω το νεαρό της εφήβαιο, που ξεγυμνώθηκε τυχαία με την κίνηση, τόσο κοντά μου... Απλώνω προσεκτικά ένα δάχτυλο, βρίσκω αμέσως την κλειτορίδα της, στο πιο ζεστό μυστικό της σημείο. Αναπήδησε νευρικά, λες και την έκαψα, και τώρα με κοιτά με το προσωπάκι της ξαναμμένο, απ’ την περιέργεια. Είναι η καλή θέληση προσωποιημένη, αυτό το κορίτσι, διαθέισιμο κι υπάκουο όσο λίγα. Άνοιξε ελαφρά τα γόνατα, δεν ξέρει καλά καλά τι να κάνει, τα μάτια της ζητούν οδηγίες, ένα κάλεσμα.'

  'Ανασηκώνεται ελαφρά κι αγγίζω ένα κομμάτι ύφασμα· χώνομαι από κάτω του. Το εφήβαιό της είναι πυκνό σαν φθινοπωρινό χαμόδεντρο, η σχισμή της είναι ζεστή κι υγρή σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Το δάχτυλό μου ακουμπά το μπουμπούκι της κι εκείνη κουνάει απαλά το εφήβαιό της επάνω του αναστενάζοντας. Τελείωσε μέσα στα δάχτυλά μου, όμορφη άγνωστη, η ηδονή που σου προσφέρω είναι ένας ωραίος καρπός του έρωτα και της τύχης.'

  'Όλο μου το πρόσωπο βρίσκεται μέσα στο μουνί της, η μύτη μου μέσα στις τρίχες, η γλώσσα μου πάνω στην κλειτορίδα και το πηγούνι μου στον κόλπο της, ώστε να κάνει τα δάχτυλά μου να προχωρήσουν προς τη σχισμή της. Γλιστρώ μέσα της τους δείχτες μου, καθώς οι αντίχειρές μου κάνουν βόλτες γύρω απ' το πτυχωτό δαχτυλίδι του κώλου της.'


Φρανσουά Ρε & Πατρίκ Ρενάλ, Blue Movie, μτφρ. Ιωάννα Παππά, εκδ. Τραυλός

'δι’ ἅιματ’ ἐκποθένθ’ ὑπὸ χθονὸς τροφοῦ
τίτας φόνος πέπηγεν οὐ διαρρύδαν.
διαλγὴς ἄτη διαφέρει
τὸν αἴτιον παναρκέτας νόσου βρύειν
τοὺς δ’ ἄκραντος ἔχει νύξ.

θιγόντι δ’ οὔτι νυμφικῶν ἑδωλίων
ἄκος, πόροι τε πάντες ἐκ μιᾶς ὁδοῦ
βαίνοντες τὸν χερομυσῆ
φόνον καθαίροντες ἴθυσαν μάταν.'


'πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει
δεινὰ δειμάτων ἄχη,
πόντιαί τ’ ἀγκάλαι κνωδάλων
ἀνταίων βρύσουσι, πλά-
θουσι βλαστοῦσι καί παδαίχμιοι
λαμπάδες πεδάοροι,
πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κἀνεμόεντ’ ἄν
αἰγίδων φράσαι κότον.

ἀλλ’ ὑπέρτολμον ἀν-
δρὸς φρόνημα τὶς λέγοι
καὶ γυναικῶν φρεσὶν τλημόνων
παντόλμους ἔρωτας, ἄ-
ταισει συννόμους βροτῶν;
συζύγους δ’ ὁμαυλίας
θηλυκρατὴς ἀπέρωτος ἔρως παρανικᾷ
κνωδάλων τε καὶ βροτῶν.'

* * *

'Απ’ το αίμα που η μάνα γης ερούφηξε,
φόνος εκδικητής, αδιάλυτος
στεριώνει και τον ένοχο σπαράζουν
πλήθος οι συμφορές κι ο άγριος πόνος
κι άλλους ατέλειωτη, πυκνή
σκεπάζει νύχτα.

Γιατρειά δεν έχει η χαλασμένη παρθενιά,
κι αν όλοι οι ποταμοί χυθούν στην ίδια
κοίτη, δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν
το μολυσμένο από το φόνο χέρι.'


'Πολλούς η γη τρόμους τεράτων
θρέφει και πλήθος στου πελάγου
τα βάθη ζουν αμέρωτα θεριά
κι ανάμεσα ουρανού και γης
μύριες ανάερες φλόγες. Κι όλα,
πετούμενα κι αγρίμια της στεριάς,
έχουν να πουν για τη μανία
των ανεμοδαρμένων καταιγίδων.

Μα ποιος μπορεί για την παράτολμη
να πει γενναία καρδιά του άντρα
και των ξεφρενιασμένων γυναικών
τον αχαλίνωτο έρωτα, που φέρνει
τη δυστυχία στους θνητούς; Ο ακράτητος
πόθος που κυβερνάει τα θηλυκά,
σ’ ανθρώπους και σε ζώα, του γάμου
την ένωση νικά και σπάζει.'



Αισχύλος, Χοηφόροι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
The Mistake - Ashley Wood

'ἐκ τῶνδ’ ἀνάγκας ἄτερ δίκαιος ὤν
οὐκ ἄνολβος ἔσται·
πανώλεθρος δ οὔποτ ἄν γένοιτο.
τὸν ἀντίτολμον δέ φαμι παρβάδαν
ἄγοντα πολλὰ παντόφυρτ ἄνευ δίκας
βιαίως ξὺν χρόνῳ καθήσειν
λαῖφος, ὅταν λάβῃ πόνος
θραυομένας κεραίας.

καλεῖ δἀκούοντας οὐδὲν ἐν μέσᾳ
δυσπαλεῖ τε δίνᾳ·
γελᾷ δὲ δαίμων ἐπ ἀνδρὶ θερμῷ,
τὸν οὔποτ αὐχοῦντ ἰδὼν ἀμηχάνοις
δύαις λαπανδὸν οὐδ’ ὑπερθέοντ ἄκραν·
δι αἰῶνος δὲ τὸν πρὶν ὄλβον
ἕρματι προσβαλὼν δίκας
ὤλετ ἄκλαυστος, ᾆστος.'


'-καὶ τῷ κτανόντι ποῦ τὸ τέρμα τῆς φυγῆς;
-ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται.
'

* * *

'Κι όποιος, χωρίς να τον σπρώχν’ η ανάγκη,
μονάχος του στέργει το δίκιο,
δυστυχίες δε θα ’χει η ζωή του·
καμιά συμφορά ας μην τον έβρει.
Όποιος όμως τα ενάντια τολμάει
κι αδικώντας απ’ ολούθε σωρεύει
κι αρπάζει με βία, σαν έρθει καιρός,
θα σκιστούν τα πανιά του
καθώς με κατάρτι σπασμένο
το κακό θα τον ζώσει.

 Βουλιαγμένος στην αντάρα του στρόβιλου
φωνάζει, μα κανείς δεν ακούει·
γελά ο θεός για τον άνομον άντρα
που ποτέ δε θα το ’βαζε ο νους του
πως σε τέτοια αξεδιάλυτα πάθη
θα μπλεκόταν κι ανήμπορος θα ’ταν
να περάσει τον κάβο· κι ο πλούτος που εσύναξε πριν στη ζωή του,
στης Δίκης το βράχο χτυπώντας
χάνεται κι ίδιος άκλαυτος πάει.'


'-και το κυνήγι τούτο που τελειώνει;
-εκεί που τη χαρά ποτέ δε νιώθουν.'



Αισχύλος, Ευμενίδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος


  'Είναι πανέμορφα ετούτα εδώ που έχεις, μπροστά, στο στέρνο σου. Τι όνομα τους έχουν δώσει οι ανθοκόμοι;
   -Τα λένε βυζιά.
   -Κι αυτή η μικρή προβιά κάτω από την κοιλιά σου; Είναι της μόδας τώρα να φοράνε γουναρικά στην καρδιά του Ιούλη; Κρυώνεις λιγουλάκι εκεί κάτω;
   -Α, μπα… Σπανίως.'

  '-Έχεις ένα ψαλίδι;
   Τράβηξε από το «χαλάκι» της μια μεταξένια κλωστή και την ακούμπησε στην κοιλιά της.
   -Θέλω να σου χαρίσω ένα τσουλούφι από το παρθένο μου όργανο. Θα το κρατήσεις;
   -Για όλη μου τη ζωή. Διάλεξέ μου όμως μία καλή τούφα. Κι αν θέλεις να μην είναι ορατό, κόψε από τις πιο μακριές τρίχες.
   -Α, μα κι αυτό το ξέρεις; Σχολίασε απογοητευμένη. Μήπως έχεις καμιά συλλογή;
   Έκοψε ωστόσο μια θρυαλλίδα ή μάλλον μια μπούκλα, αχαλίνωτα στρογγυλεμένη. Ο κύριος Ντε Λα Φονταίν, της γαλλικής Ακαδημίας, έγραψε ένα ποίημα που λέγεται «Το απίστευτο πράγμα», θέλοντας να πληροφορήσει τη νεολαία ότι το χνούδι κάποιων γυναικών δε γίνεται με τίποτα να ισιώσει. Σίγουρα το είχε ο ίδιος προσπαθήσει. Τι πορνόγεροι που είναι αυτοί οι ακαδημαϊκοί!
   Με μια μεταξωτή πράσινη κλωστή, η Μωρισέτ έδεσε τις τρίχες μιας μαύρης μπούκλας κι ύστερα τις έκοψε από τη βάση. «Ένα φυλαχτό καρδιάς μουσκεμένο από τον έρωτα μιας παρθένας», είπε.'

  'Αυτό που ανοίχτηκε μπρος στα μάτια μου, μου φάνηκε εκπληκτικό. Όλα τα ιδιαίτερά της σημεία ήταν ασυνήθιστα: μια κλειτορίδα προεξέχουσα, τεράστια χείλη λεπτά, κομψά, μαύρα και κόκκινα σαν πέταλα ορχιδέας, ένας κολπικός διάδρομος ευθύς, που σε σύγκριση με τα μεγάλα χείλη παρουσίαζε μια τερατώδη αναλογία. Ένα μαυριδερό άνοιγμα πρωκτού σε σχήμα κονκάρδας που διακρινόταν πάνω στο βυσσινί του φόντο. Όμως, γύρω απ’ όλες αυτές τις λεπτομέρειες, οι ιδιαιτερότητές της, οι πιο εξωπραγματικές, ήταν εκείνες που είχαν να κάνουν με το τρίχωμά της. Νομίζω ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξανακοιμηθεί στο κρεβάτι μου γυναίκα με τόσο μαύρη κι έντονη τριχοφυΐα. Πυκνές τρίχες είχαν σκεπάσει τα πάντα, Την κοιλιά της, τους μηρούς της, το υπογάστριο. Αυξημένες ανάμεσα στα κωλομέρια, σκούραιναν τον πισινό της, ανέβαιναν μέχρι το…
   Ξαφνικά, δεν έβλεπα τίποτα πια. Η γλώσσα της Τερέζας άγγιζε το δέρμα μου. Οι τεταμένοι μου μύες σφίχτηκαν. Η γλώσσα περιπλανήθηκε, έκανε κύκλους, πέρασε από κάτω… Έτρεμα. Όλο αυτό κράτησε μονάχα μία αγωνιώδη στιγμή.
   Η Τερέζα ανασήκωσε το κεφάλι και πηδώντας από το κρεβάτι είπε:
   -Αρκετά γι’ απόψε.'

  'Πήδηξε σβέλτα από το κρεβάτι, έτρεξε στην τουαλέτα, έκανε λίγη σαπουνάδα για να μου διανοίξει την οδό και αφού επέστρεψε σε μένα, κοιτάζοντάς με στα μάτια, κάθισε οκλαδόν και χούφτωσε με το δεξί της χέρι το όργανό μου. Ψηλάφηση ολίγων δευτερολέπτων της ήταν αρκετή για να επιτύχει το σκοπό της. Με επιδεξιότητα και με γλύκα κατάπιε από πίσω όλο αυτό που δεν είχε μπορέσει ποτέ να εισάγει από μπρος. Πλήρως! Μέχρι τη ρίζα του! Ακουμπώντας τον μικρό της κώλο πάνω στους όρχεις μου, ανυψώνοντας τα γόνατα, ανοίγοντας τον πισινό της, γονατιστή σαν μικρή διαβολίνα μπρος στον Άγιο Αντώνιο, παραμέρισε τα χοντρά χείλη του άτριχου και κόκκινου φύλου της και αυνανίστηκε μπροστά στα μάτια μου, όπως το κάνουν τα περισσότερα κορίτσια, βάζοντας μέσα της το δάχτυλο.'

  'Η μαμά μου έλεγε πάντα ότι με έβαζε να θηλάζω τα υγρά της όσο και το γάλα της. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι κατά τη διάρκεια όλης της παιδικής μου ηλικίας την κοίταζα που αυνανιζότανε και ύστερα, όταν τελείωνε, πήγαινα και την έγλειφα. Και όσο πιο πολύ ζουμί είχε τόσο πιο ευχαριστημένη ήμουνα εγώ. Η μαμά επίσης μου είπε ότι ήμουνα πέντε χρονών την ημέρα που της έκανα γλειφομούνι με τέτοια επιτυχία ώστε την έκανα πραγματικά να τελειώσει. Δεν το θυμάμαι, αλλά ξέρω ότι πρέπει να ήμουνα πολύ μικρή.
   Δεν πρέπει να την κατηγορούμε τη μαμά για όλα αυτά. Βλέπεις; Σήμερα ακόμα είμαι είκοσι χρόνων, είμαι ελεύθερος άνθρωπος, κι όμως γλείφω ακόμα καθημερινά τη μαμά. Κι όταν τελειώνει, παίρνω τεράστια χαρά επειδή την αγαπώ.
   Φυσικά, ήμουν ακόμα μικρό κοτοπουλάκι όταν με έβαλε να δοκιμάσω τα χύσια του άντρα. Νομίζω ότι τα έπινα από πάντα Το έγλειφα πάνω της όταν της βρισκόταν στο τρίχωμα ή όπου αλλού.'

  'Ύστερα απ' αυτό τι να έκανα το σπέρμα που είχε μείνει μέσα μου; Δεν υπάρχουν μπιντέδες στην εκκλησία και οι νιπτήρες είναι τοποθετημένοι πολύ ψηλά. Σηκώνοντας τυχαία το καπάκι ενός στασιδιού, βρήκα ένα ολοκαίνουργιο μαντίλι που κάποια πιστή ηλικιωμένη πρέπει να το είχε τοποθετήσει εκεί για να το βρει την επόμενη Κυριακή και να κλάψει μ’ αυτό για τις αμαρτίες της. Αντί για δάκρυα σφούγγισε χύσια το μαντίλι με το οποίο καθάρισα καταλλήλως τον πισινό μου. Θα σου άρεσε εσένα να με πάρεις σε εκκλησία; Θα το ξανάκανα αν ήθελες.'


Πιέρ Λουί, Τα Τρία Κοριτσάκια της Μαμάς Τους, μτφρ. Τζένη Κωστοπούλου, εκδ. Το Ποντίκι
Who art thou, White Face? (1959) - Leonora Carrington

'Μήπως ο Χρόνος είναι έξω μου, άρχισα να αναρωτιέμαι στο γυμνάσιο. Όταν τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν. Ή μήπως ο Χρόνος είναι μέσα μου.
   Αν ΕΞΩ πρέπει να συμβαδίζεις με τα γαμημένα τα ρολόγια & τα ημερολόγια. Δεν μπορείς να λουφάρεις. Αν ΜΕΣΑ, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ. Οτιδήποτε. Δημιουργείς το δικό σου Χρόνο. Σαν να σπας τους δείκτες ενός ρολογιού όπως έκανα κάποτε & να μένει ο δίσκος με τις ώρες να σε κοιτάζει.'

'Να γιατί: βλέποντας το Σύμπαν έτσι -δηλαδή μια αναπαράσταση ενός πράγματος που έχει πεθάνει εδώ & δισεκατομμύρια χρόνια!- καταλαβαίνεις πόσο απίστευτα μάταιο είναι να πιστεύεις ότι έχει σημασία οποιοσδήποτε γαλαξίας πόσο μάλλον οποιοσδήποτε αστέρας οποιουδήποτε γαλαξία, ή οποιοσδήποτε πλανήτης όμοιος με κόκκο άμμου μέσα σε όλο αυτό το μελανόχρωμο κενό. Πόσο μάλλον οποιαδήποτε χώρα ή οποιαδήποτε πόλη ή οποιοσδήποτε άνθρωπος.
   Άλλος λόγος που η ιδέα μού ήρθε εκείνη τη στιγμή ήταν επειδή δυσκολευόμουν να μείνω καυλωμένος με όλους εκείνους τους τύπους να με κοιτάζουν από κοντά με τα ΑΓΡΥΠΝΑ ΜΑΤΙΑ τους.'

'Επιπλέουν τα κόκαλα;
   & αν επιπλέουν, αλλά δεν έχει μείνει πάνω τους καθόλου κρέας, & τα ίδια τα κόκαλα είναι σκορπισμένα & μακριά το ένα από το άλλο, τι απομένει από την ταυτότητα; Ποτέ δεν το σκέφτομαι.'


Τζόις Κάρολ Όουτς, Ζόμπι, μτφρ. Βασίλης Μπαμπούρης, εκδ. Οξύ

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ


Ἀργά μεσάνυχτα, στὸ μήνα τοῦ Ἁλωνάρη,
Στέκομαι κάτω ἀπ' τὸ μυστηριακὸ φεγγάρι.
Μιὰ ράθυμη ἄχνα, θαμπερή, δροσολουσμένη,
Ἀπ’ τὸν ὀλόχρυσο τὸ δίσκο του ἀνασαίνει,
Κι ἀργοσταλάζοντας, σταλιὰ σταλιά,
Πάνω στὴν ἥσυχη βουνοπλαγιά,
Γλιστράει μελωδικὰ κι ὑπνοπαρμένα
Τριγύρω στὰ λαγκάδια τ ἁπλωμένα.
Γέρνει τὸ νεκρολούλουδο πάνω στό μνῆμα·
Λικνίζεται τ ἀφρόκρινο πάνω στὸ κῦμα.
Τυλίγοντας τὰ στήθια του στὴν καταχνιά,
Τὸ έρείπιο ναρκωμένο θρεῖ στὴ λησμονιά.
Κοίταξε! πέρα ἡ λίμνη, ὡς μοιάζει μὲ τὴ Λήθη,
Σάμπως συνειδητὰ θαρρεῖς ν ἀποκοιμήθη,
Καὶ γιὰ κανένα δὲ θὰ ξύπναγε ἀπ’ τὴ βύθη.
Κοιμᾶται ὅλ ἡ ὀμορφιά! - καὶ νά! κορμί γυρμένο,
(Τὸ παραθύρι της στὰ οὑράνια εἶν’ ἀνοιγμένο)
Νείρετ ἡ Εἰρήνη μὲ τ ὠχρὸ της Πεπρωμένο!
Ὤ, κόρη αἰθέρια! ποιὰ τάχα χέρια
Τὸ παραθύρι σου ν ἀνοίξανε στ’ ἀστέρια;
Τ’ ἀγέρια ἀσώματα, δαιμονικῶν κοπάδι,
Φτεροκοποῦν μέσ’ ἀπ' τὴν κάμαρά σου ὁμάδι,
Κι ὅλο ἀναδεύουν τὴν κουρτίνα ἑκεῖ ψηλὰ
Τόσο σπαραχτικὰ - τόσο τρομαχτικὰ -
Πάνω ἀπ τοῦ βλέφαρου τὸ κρόσι τὸ κλειστὸ
Μὲ τὴν ψυχὴ ὑπνωμένη σου κάτω ἀπ αύτό,
Ποὺ ἀπὸ τὸ πάτωμα ὥς τῶν τοίχων τὶς γωνιὲς
Ἀργοσαλεύουν σὰ φαντάσματα οἱ σκιές!
Κόρη, ὅποια νά σαι, πῶς δὲ φοβᾶσαι;
Γιατὶ καὶ τὶ ὀνειρεύεσαι ὡς κοιμᾶσαι;
Βέβαια θὲ νά ρθες ἀπὸ πέλαα μακρυνά,
Θάμα στοῦ κήπου αὐτοῦ τὰ δέντρα τὰ τρανά!
Παράξενη ἡ χλωμάδα σου! Παράξενη ἡ ντυσιά!
Παράξενα, πιὸ ἀπ ὅλα τὰ μακρυὰ πλεχτὰ μαλλιά,
Κι αὐτὴ ὅλη ἡ πένθιμη τριγύρω σιγαλιά!

Κοιμᾶται ἡ κόρη! Ὤ, νά ναι ὁ ὕπνος της αὐτὸς
Τόσο βαθύς, ὅσο βαστάει παντοτινός!
Νὰ τὴ φυλάγει σ’ ἅγια σκέπη ὁ Οὐρανός!
Σὲ κάμαρα ἄλλη, ἀπὸ θυμίαμα πιὸ γεμάτη,
Πάνω σ ἕν ἄλλο, πιὸ μελάγχολο κρεβάτι,
Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ κοίτεται ἡ μορφιὰ της
Χωρὶς ν ἀνοίξουνε ποτὲ τὰ βλέφαρά της,
Ἐνῶ περνοῦν τ ἀχνά φαντάσματα κοντὰ της!

Κοιμᾶτ ἡ ἀγάπη μου! Ὤ, νὰ ναι ὁ ὕπνος της αὐτός
Τόσο βαθύς, ὅσο κυλάει πιὸ μακρυνός!
Λαφριὰ νὰ σέρπουν τὰ σκουλήκια ἐκεῖθε μπρός!
Πέρα στὸ λὀγγο, τὸν πανάρχαιο καὶ θολό,
Γι αὐτὴν ν ἀνοίγονταν κάποιο μνημεῖο ψηλὸ -
Κάποιο μνημεῖο, ποὺ νὰ ξεδίπλωσε συχνὰ
Τὰ μαυροφτέρουγα πορτόφυλλα ξανά,
Θριαμβικά, πάνω ἀπ τὶς σκυθρωπὲς στολές,
Στὶς νεκρικὲς τῶν γονικῶν της συνοδιὲς -
Κανένα ἁπόμερο, μονάχο κοιμητήρι,
Ποὺ ὅταν μικρὴ ἦταν, στὸ βαρύ του φυλλοθύρι
Πολλές φορὲς κἄνα λιθάρι νά χε σύρει -
Κανένας τύμβος, ποὺ τὴν πόρτα τὴ βοερή του
Ποτὲ πιὰ τώρα δὲ θὰ κάνει ν ἀντηχεῖ του,
Ριγώντας νὰ θαρρεῖ, παιδούλα κολασμένη,
Πὼς ἐβογγοῦσαν ἀπὸ μέσα οἱ πεθαμένοι!



Έντγκαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα, μτφρ. Νίκος Σημηριώτης, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος

Το έργο της ποίησης


το έργο της ποίησης
είναι η εικόνα ενός νεαρού
που φτιάχνει μουσική για ένα κορίτσι
και έρωτα κάνει
του οποίου το ενδιαφέρον
στον έρωτα και τη μουσική ταυτίζεται
με μια απέραντη απόγνωση και στις δύο
ψυχές τους σαν μια χαλασμένη κιθάρα
στον ξηρό καυτό ήλιο της
ελπίδας όπου άγριοι και βάναυσοι άνθρωποι σκίζουν τη ζωή σαν σελίδα
από ένα πανάρχαιο
και κιτρινισμένο
βιβλίο.

* * *

Συζήτηση στο φως της φωτιάς


Ζεσταινόμαστε γύρω από τη φωτιά
και θαυμάζουμε τον κολοσσιαίο θάνατο
που είναι μια αναλαμπή της ιστορίας.
Οι φλόγες υψώνονται.
Τεντωνόμαστε γύρω απ’ το φως της φωτιάς,
παίρνουμε θέσεις και κάνουμε προβλέψεις.
Οι φλόγες φουντώνουν και ξοδεύουν
τα ξύλα κι εμείς ξοδευόμαστε.

* * *


Το άγαλμα μέσα στο χιόνι


Η χρονιά του χιονιού. Ωδή στην καταστροφή. Το άσμα
γράφτηκε στον πάγο- υπέροχα φωνήεντα αστράφτουν
σαν σταλακτίτες που κρέμονται απ΄ το γυάλινο
κλαδί της μαγικής φτελιάς.

Η χρονιά του ψύχους. Σταγόνες, γαλακτερές σαν πέρλες,
παγωμένες πάνω στις άκρες των βλεφάρων, δάκρυα
πάνω στα βλέφαρα του αγάλματος δίπλα στον ναό-
ο λυρικός της πέτρας, στημένος πιο ψηλά από τους
παλαβούς σκίουρους, πηγούνι

που ζυγιάζεται πιο ψηλά απ’ τα παγώνια, το γρασίδι.
Είναι η πρόκληση της προτομής που αποφεύγουμε.
της κεφαλής την κλίση, τα μάτια με το βλέμμα που
διαπερνά του χιονιά τα σύννεφα;
Γιατί, στη λίμνη, ένα παγωμένο ρόδο, πιο πορφυρό
απ’ την κάνναβη, αστράφτει

μέσα στον πάγο σαν πυρετός που καίει κόντρα στο θάνατο;
Κάποιος είχε πετάξει το ρόδο απ’ του πεζοδρομίου τις
πλάκες, και τώρα το ρόδο και η προτομή, άκαμπτα όπως
οι μνήμες της γιορτής, για ποιο άγγιγμα προσμένουν,
για ποια δύναμη να λιώσει μέσα στην παρούσα αίσθηση.

* * *

Παραποίημα


στο αιμάτινο όραμα του ονείρου της μήτρας που ούρλιαξε
                 τη νεογέννητη στιγμή

ένα φεγγάρι από μηρούς
σαν τοίχος υψώνεται σε παραποτάμια φώτα
σφαδάζει η στιγμή
με τον άνθρωπο βασιλιά να φθάνει

θα τρέξει στις ακτές ανάμεσα στα πόδια
ενός μάταιου φιλιού

σκοτωμένος σε ταξί
σε γωνίες μαρτυρίων
ο άγιος κυλά στο όνειρο
της πορείας του ήλιου

η μήτρα που γέννησε μικρούς θανάτους
                και το εκτυφλωτικό όσιο
                κέντρο
απέκρυψε τον δικό μου
όπου ακούω το στάρι να κραυγάζει

η μητέρα με φύλο διάτρητο από το αγκάθι
της σκοτεινής κοιλιάς
γέννησε τον πετσοκομμένο μοναχικό
                       μητράνθρωπο
και τον νανούρισε
σε σιωπή μουσκεμένη

ο πόλεμος του χτίζει
το αιμάτινο δωμάτιο
και η μητέρα είναι η
                           καταδίκη.



Χάρολντ Νορς, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

'η ζωή η ζωή η άλλη ψηλά στο φως λέγεται πως ήταν δική μου από καιρού εις καιρόν δεν έχει επιστροφή εκεί ψηλά δεν τίθεται θέμα κανείς δεν μου το ζητάει αυτό ποτέ εκεί λίγες εικόνες από καιρού εις καιρόν μέσα στη λάσπη γη ουρανός λίγα πλάσματα στο φως μερικά ακόμη όρθια'

'η ζωή μετά χωρίς επισκέπτες παρούσα διατύπωση ούτε επισκέπτες αυτή τη φορά ούτε ιστορίες άλλες παρεκτός η δική μου ούτε σιωπή άλλη από τη σιωπή που πρέπει να σπάσω όταν δεν θα την αντέχω άλλο με αυτά πρέπει να τα βγάλω πέρα'

'όργιο ψεύτικης ύπαρξης η κοινή ζωή μικρές ντροπές δεν έχω χαθεί στην ανυπαρξία όχι ανεπανόρθωτα ο χρόνος θα δείξει δείχνει αλλά τι γουρουνοστάσι μπα ούτε καν ούτε καν μπα μικρές κινήσεις του κάτω προσώπου επωφεληθείτε όσα σας παίρνει σιωπή στοιβάξτε όσο σας παίρνει νεκρική σιωπή υπομονή υπομονή

η εκγύμναση συνεχίζεται ουδείς λόγος παράλειψης'

'σιωπή όλο και μεγαλύτερη όλο και μεγαλύτερες σιωπές αχανή διαστήματα χρόνου εμείς σε δεινή απορία όλο και περισσότερο αυτός για απαντήσεις εγώ για ερωτήσεις σιχαθήκαμε τη ζωή στο φως ερώτηση πόσο συχνά όχι άλλο αριθμοί όχι άλλο χρόνος αχανής αριθμός αχανείς εκτάσεις χρόνου στη ζωή του στο σκοτάδι στη λάσπη πριν από μένα περιέργεια κυρίως ήταν άραγε ακόμη ζωντανός Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΕΔΩ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΝΑ πλήρης σύγχυση'

'δειγματοληπτικά ό,τι έρχεται απ όσα θυμάσαι φαντάζεσαι κανείς δεν ξέρει η ζωή ψηλά η ζωή εδώ ο Θεός στον ουρανό ναι ή όχι αν μ αγαπούσε λίγο αν ο Πιμ μ αγαπούσε λίγο ναι ή όχι αν εγώ τον αγαπούσα λίγο στο σκοτάδι στη λάσπη εις πείσμα όλων λίγη τρυφερότητα βρίσκεις κάποιον επιτέλους κάποιος σε βρίσκει επιτέλους ζείτε μαζί κολλημένοι αγαπάτε ο ένας τον άλλον λίγη αγάπη λίγη χωρίς να αγαπιέστε αγαπιέστε λίγο χωρίς να αγαπάτε απάντησε σ αυτό άφησέ το αόριστο αφησέ το σκοτεινό'

'δεν πάει καλά γιατί ποτέ δυο φορές η ίδια εκτός κι αν ο χρόνος αχανή διαστήματα γερασμένη αναγνώριση όχι γιατί συχνά πιο ζωηρή πιο δυνατή ύστερα απ όσο πριν εκτός κι αν αρρώστια θλίψη μερικές φορές περνούν νιώθει κανείς καλύτερα λιγότερο άθλιος ύστερα από όσο πριν'


Σάμουελ Μπέκετ, Πώς Είναι, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ύψιλον

'Το μικρό παιδί τα θέλει όλα, αμέσως. Το μεγάλο παιδί, που είναι ο ενήλικος, αντιμέτωπος με μια αίσθηση πτώσης, απώλειας, ενοχής, επιθυμεί και θέλει ένα σκοπό, μια αιτία, ένα νόημα, ψάχνει να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Τι χαρά για το παιδί να σπάει τα παιχνίδια του. Κατόπιν ο άνθρωπος θα πρέπει να μάθει ότι είναι ο ίδιος ένα παιχνίδι προορισμένο να σπάσει.

Τα όντα τα προικισμένα, τα ταλαντούχα ή τα ιδιοφυή πραγματοποιούν αργότερα τα παιδικά και τα εφηβικά τους όνειρα, με κάποιους συμβιβασμούς και με πολλές απορρίψεις, απώλειες, μετατροπές, μεταμορφώσεις.'

'Η θεμελιακή ετερότητα, δώθε και πέρα από την αποξένωση και από εκείνο που είναι παράξενο ή ξένο, φωτιά και πάγος μαζί, ζητάει να τη σκεφτούμε και να τη δοκιμάσουμε.'

'Να μην κάνεις τη ζωή σου μυθιστόρημα. Όμως είναι τόσο γοητευτικό το μυθιστορηματικό στοιχείο. Να κάνεις τα πάντα προκειμένου να μην είσαι ή να μη γίνεις λογοτεχνικός, συμμετέχοντας δημιουργικά, πιο πολύ κι απ' την ποίηση, στην ποιητικότητα. Να επιτρέπουμε στην ποιητικότητα να ξεδιπλώνεται μέσα από εμάς.'


Κώστας Αξελός, Αυτοβιογραφικές Σημειώσεις, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Νεφέλη

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα
                                                       Ματσούο Μπασό (1644-1694)
* * *
πρώτα ανθίζουν,
έπειτα μαραίνονται,
πάλι και πάλι...
                                                      Ονιτσούρα (1661-1707)
* * *
σύντομο βράδυ·
το σκοτάδι έθρεψε
λευκό λουλούδι
                                                      Τανιγκούτσι Μπυσόν (1715-1783)
* * *
μεγάλη μέρα
ωκεάνια άμμος
τα ίχνη σβήνουν
Μασαόκα Σίκι (1867-1902)


από το 132 Γιαπωνέζικα Χαϊκού, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδ. Πρόσπερος

  'Ὡστόσο, οἱ ὡραιότερες θαλασσινὲς πόλεις εἶναι ἐκείνες ποὺ ἀπὸ ραθυμία ποτὲ δὲν ἁπλώθηκαν ὥς τὴ γειτονικὴ τους ἀκτή: ἡ Ἀθήνα, ἡ Βαλέντσια, αὐτὴ ἐδῶ καὶ μερικὲς ἄλλες -ὄχι πολλὲς- ποὺ δὲν τὶς ξέρω. Σεμνότυφες, δῆθεν συνεσταλμένες, καὶ ποὺ δύσκολα σ' ἀφήνουν νὰ δεῖς τὸ πρόσωπό τους - ὅπως αὐτὴ ποὺ σκέφτομαι, μὲ τὸ ἐσώρουχό της τὸ ὁποῖο, τσαλακωμένο, θὰ χωροῦσε στὴν παλάμη μου, καὶ μὲ τὶς ἀραχνοΰφαντες δαντέλες της κάτω ἀπ' τὴ σεπτὴ φορεσιὰ τῆς Παρθένου Μαρίας.'

Βαλερί Λαρμπό, Εραστές, Ευτυχισμένοι Εραστές..., μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα
The Lark Ascending - Ralph Vaughan Williams

  'Ἐμεῖς μέναμε ἐκεῖ, ἀκίνητοι, αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτασία. Μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο στὸν κόσμο, ἡ νεαρὴ αὐτὴ ὕπαρξη ἔφερνε μέσα μας τὴν ἀναστάτωση μιᾶς ἀποκάλυψης. Ἦταν γιὰ μᾶς ἡ γλυκιὰ ἑρμηνεία τόσων καὶ τόσων σκοτεινῶν ὀνείρων, τόσων κρυφῶν φαντασιώσεων. Ἡ κοπέλα αὐτὴ ἦταν τὸ ξύπνημά μας, ἄνοιγε μέσα μας τοὺς κρουνοὺς ἑνὸς ἐκθαμβωτικοῦ αἰσθησιασμοῦ. Τίποτε ἀκόλαστο, τίποτε νοσηρὸ δὲν ὑπῆρχε σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ βλἐμματα ποὺ τὴν καταβρόχθιζαν. Μιὰ πρωτόγνωρη ἁγνότητα τύλιγε, ἐρήμην μας θὰ ἔλεγες, αὐτὴ τὴν τόσο ἀπόλυτα ἐπιτρεπτικὴ εἰκόνα ποὺ ξαφνικὰ καὶ ἐντελῶς ἀπροκάλυπτα ἐμφανιζόταν μπροστά μας· μᾶς μιλοῦσε· δὲν μᾶς καλοῦσε καὶ τὸ πρῶτο ἐρωτικὸ σκίρτημα ποὺ γεννιόταν μέσα μας εἶχε μιὰν ἀπόχρωση ἀπαραβίαστου. Ἦταν ἕνας ἔρωτας ἱερὸς ποὺ πήγαινε πίσω στὸ χρόνο νὰ συναντήσει τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ τῆν ἐποχὴ τῶν θρύλων, ὅταν οἱ πρίγκιπες πέθαιναν ἀπὸ ἔρωτα. Μιὰ λησμονημένη πνοὴ λατρευτικοῦ μυστικισμοῦ διαπερνοῦσε τὶς καρδιές μας.'

από το διήγημα 'Με ποδήλατο'

* * *

  'Ἡ ἀδερφὴ τοῦ Ζοὺβ ἦταν ὑπερβολικὰ ὄμορφη. Μᾶς ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸ ἀνεχτοῦμε.
  Ὅταν πήγαινε γιὰ μπάνιο στὸ ποτάμι, ἄφηνε τὸ ποδήλατό της κλειδωμένο μὲ τὸ λουκέτο του μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῶν λουτρῶν. Καθὼς κυκλοφοροῦσε πάντα μὲ τὴ φούστα της νὰ ἀνεμίζει, καὶ βεβαίως χωρὶς μισοφόρι, καμιὰ φορὰ τὶς ζεστὲς μέρες ἡ σέλα τοῦ ποδηλάτου της ἦταν κάθυγρη. Ὅσο περνοῦσαν οἱ βδομάδες ὅλο καὶ πιὸ ἐμφανεῖς ἀσπριδεροὶ κυκλικοὶ λεκέδες σχηματίζονταν πάνω στὴ σέλα. Στριφογυρίζαμε μαγεμένοι γύρω ἀπὸ κεῖνο τὸ καυτὸ δερμάτινο λουλούδι - ἕνας ἄσσος κούπα ἀποτυπωμένος ἐκεῖ ψηλὰ καὶ ποῦ ζηλεύαμε τὰ ταξίδια του. Συχνὰ κάποιος ἀπὸ μᾶς, φτάνοντας τὰ ὅριά του, ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὴν παρέα καὶ χωρὶς καυχησιολογίες καὶ ψευτοντροπές, πήγαινε κι άκουμποῦσε φευγαλέα τὸ πρόσωπό του πάνω σ' ἐκείνη τὴ σέλα, θεματοφύλακα ἑνὸς ἄγνωστου μυστηρίου.'

από το διήγημα 'Τα χαμίνια'


Μορίς Πονς, Παρθενικές, μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα

   'Ο πόθος που είχε τεντώσει το νεύρο έσπασε, και κάθε νεύρο έμοιαζε να σπάζει χωριστά, ολοένα, ανοίγοντας σχισμές, και οξύ έτρεχε αντί για αίμα. Σφάδαζα μέσα στην ίδια τη ζωή μου, γυρεύοντας μια ανοιχτή λεωφόρο όπου θα μετέφερα τις αναλυτές κραυγές, θα έλυωνα τον πόνο μέσα σε ένα καζάνι λέξεων στο οποίο θα μπορούσε να βουτάει όποιος γύρευε λέξεις για τον δικό του πόνο. Σε τι πελώριο καζάνι ανακατώνω τώρα· με πελώριες μπουκιές από οξύ τρέφω τους άλλους τώρα, λέξεις τόσο πικρές που σβήνουν κάθε άλλη πικρίλα.
   Κάνε να ραγίσει η καφετιά κρούστα της γης κι η θάλασσα ολόκληρη και τα νεκρά καράβια θα τελειώνουν τα ταξίδια τους μέσα στον κήπο μου. Εξόρκισε τους δαίμονες που σημαίνουν τις ώρες πάνω από το κεφάλι μου τη νύχτα που όλες οι μετρήσεις θα έπρεπε να αναβάλλονται· σημαίνουν γιατί ξέρουν πως μέσα στα όνειρά μου τους κλέβω αιώνες. Πρέπει να μετρηθεί αυτό με μια ώρα εναντίον μου.'

Αναΐς Νιν, Σπίτι Αιμομιξίας, μτφρ. Μυρτώ Αναγνωστοπούλου-Πισσαλίδου, εκδ. Παρατηρητής

Γυναίκα


Εγώ, στολισμένη το άπειρο
σε περίμενα πάντα

λάμψεις κι εκρήξεις
στο γυμνό μου σώμα
γεννούσαν νοήματα
φτερωτούς κινδύνους
δραπέτες ολοφώτεινοι
στο πουθενά του όλου.

Μην τρομάζεις
το σύμπαν γυρεύω
κι εσύ μια πύλη, ένα άνοιγμα
απ' όπου η κίνησή μου περνάει
τα μυστικά ηχεία ζητάει
αόρατα πνευστά φυσάει
γλιστράει πάνω σε χορδές
στερεωμένες στο κενό
ουράνιου θόλου
όπου η κοσμική καρδιά κραδαίνει
και ξυπνάει
το μουσικό της Πήγασο
των παιδικών μας χρόνων
το ασημένιο άλογο
που λάμπει στο σκοτάδι

κι ο καλπασμός του έγχορδος
σε όργανο, σε τύμπανο που παίζει
Μοναχό του

* * *

Οι λέξεις μου


Οι λέξεις μου εμένα με κοιτάνε
πριν γεννηθούνε είναι μάτια
Ένας μεγάλος οφθαλμός πλέει
μες στο δωμάτιο που υπάρχω

Αιωρείται στο κενό εκεί που αναπνέω
με κοιτάει ευθύβολα κυρίως
όταν κλείνω τα μάτια
κάτω από τα βλέφαρά μου αγρυπνάει

Εμένα οι λέξεις μου είναι βέλη
που στόχευσαν το χάος
κι άλλες πουλιά χαρούμενα
πουλιά αθώα που έπιναν αντί νερό
αγάπη
οι λέξεις μου δεν έχουν ηλικία
ούτε πατρίδα
στο πουθενά του όλου γεννημένες
αυτόχρονες αυτόχθονες
οι λέξεις μου εμένα με δικάζουν


Δέσποινα Τομαζάνη, Εκποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης

  'Στο σπίτι μας μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα, αλογάριαστα, από τοίχο σε τοίχο, στο διάδρομο, στην κουζίνα, στην είσοδο, στα περβάζια των παραθύρων και που δεν είχαμε. Χιλιάδες βιβλία σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Υπήρχε μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, γεννιούνται και πεθαίνουν, τα βιβλία όμως είναι αθάνατα. Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο: ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια. Και συγγραφείς δεν είναι δύσκολο να σκοτώσεις. Τα βιβλία όμως, ακόμα και αν τα καταστρέφουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι, μια αιώνια σιωπηλή ζωή σε κάποιο ξεχασμένο ράφι σε κάποια μακρινή βιβλιοθήκη, στο Ρέικιαβικ, στο Βαγιαντολίδ ή στο Βανκούβερ.'

Άμος Οζ, Ιστορία Αγάπης και Σκότους, μτφρ. Ιακώβ Σιμπή, εκδ. Καστανιώτης

'Blues for Aida' [album: Japan Dream (1992)] - Steve Lacy & Mal Waldron