'Επωφελούμαι τη ζωή απ’ τους νεκρούς πραγματωμένος, μα και χαμάλης της βάρδιας της νυχτερινής που γνωρίζει τα ζητήματα της πρωινής από την όψη την ανάποδη. Ότι ξεστόμισα ή σημείωσα στο χαρτί μέχρι χθες σημάδευε τον ήλιο. Σήμερα ανήκει στον ήλιο.
   Το βιβλίο που θα μ’ έσωζε δεν γράφτηκε, γι’ αυτό και τράβηξα το τσιρότο από το στόμα της σιωπής· γι’ αυτό και τούτος ο γλυκός μπελάς, καθαρά ανθρώπινος και κατά βάση μάταιος ηρωισμός, να γράψω το βιβλίο. Να γραφτώ. Για να ησυχάσω.'

  'Από την πατρίδα των μοναχικών και των μόνων, λοιπόν, σου γράφω όλα όσα θα μπορούσα να σου γράψω. Ανοίγω λιγάκι τις γρίλιες και βλέπω πως φυσάει και απέναντι στα ανοιχτά τζάμια του κλιμακοστάσιου με την κρεμώδη σκάλα δύο κοριτσίστικα γλυπτά πόδια να κατεβαίνουν, να κάνουν στάση, το δεξί πόδι στο πάνω σκαλί και το αριστερό στο κάτω, και μετά να πατούν και τα δυο στο ίδιο, κι ύστερα τα πόδια σιγά-σιγά τελειώνουν και βλέπω τμηματικά να κατέρχεται το σώμα ολόκληρο μα ποτέ το κεφάλι, λόγω της διάταξης και των αναλογιών μεταξύ των ανοιγμάτων και της κλήσης και της περιστροφής της σκάλας που αντηχεί των δύο κοριτσίστικων ποδιών την απομάκρυνση.'

  'Δεν με ενδιέφερε διόλου η ύπαρξή της. Γελιόμουν, δεν ήμουν καν σίγουρος αν με ενδιέφερε στο ελάχιστο η δική μου ύπαρξη, ο πόνος της μόνο με απασχολούσε. Την ύπαρξή μου κάπου την είχα ξεχάσει. Την γύρευα χρόνια σε οτιδήπότε μπορούσε να μου συμβεί. Αυτό που συνήθως συνέβαινε ήταν κάτι που δεν ταίριαζε· έμοιαζε με συρροή καλοσύνης, ακραιφνείς σημειώσεις για βιβλία που ήταν αμφίβολο αν θα εκδίδονταν ποτέ. Μα είχα πειστεί πως έτσι ήταν καλύτερα. Κρατούσα για μένα όλα τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα είχαν γίνει ένα με το κρέας. Το κρέας πονούσε, σκιρτούσε από αδυναμία να πάψει να είναι κρέας. Σαν ένα ξένο σώμα, ο εαυτός μου κυλιόταν σε κατάλοιπα, στα αυτοκρατορικά συντρίμμια μιας άγνωστης αλήθειας. Βρισκόμουν ακόμη μακρύτερα. Ήμουν τόσο μόνος που δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από το κρίμα. Την έσπρωξα πιο πέρα καθώς ξέφευγαν από τα μάτια της δυο τρία δάκρυα. Γύρισα την πλάτη στην άκρη της πλώρης και είδα τα αμυδρά μακρινά φώτα της Φορμεντέρα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί την αυγή με τι έμοιζαν...'


Γιάννης Λειβαδάς, Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα, εκδ. Λογείον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου