'Κι ἔτσι λοιπόν εἶμαι καὶ πάλι, δὲ θὰ πῶ μόνος, ὄχι, δὲν εἶναι στὸν τύπο μου, ἀλλὰ νά, πῶς νὰ τὸ πῶ, δὲν ξέρω, πίσω στὸν ἑαυτό μου, ὄχι, ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου δἐν ἔφυγα ποτέ, ἐλεὐθερος, ναί, δὲν ξέρω τί θὰ πεῖ αὐτό, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ λέξη θέλω νὰ ξέρω, τί ὅμως, τοὺς νόμους τοῦ πνεύματος ἴσως, τοῦ δικοῦ μου τοῦ πνεύματος, ὅτι ἡ στάθμη λογουχάρη τοῦ νεροῦ ἀνεβαίνει ἀναλόγως μὲ τὸ πόσο πηγαίνεις στὸ φοῦντο καὶ πὼς θά ’κανες καλύτερα, ἤ ἔστω ὄχι χειρότερα, νὰ ἐξαλείφεις τὰ κείμενα ἀντὶ νὰ μουντζουρώνεις τὰ περιθώρια, νὰ βουλώνεις τὶς τρύπες τῶν λέξεων μέχρις ὅτου γίνουν ὅλα ἐπίπεδα καὶ λεῖα, καὶ ἡ ὅλη μαλακία φανεῖ αὐτὸ ποὺ πράγματι εἶναι, μιὰ τρισάλθια ἠλιθιότητα χωρὶς νόημα καὶ χωρὶς λόγο.'

  'Τὶ εὐχάριστο ποὺ εἶναι νὰ βεβαιώνεσαι, μετὰ ἀπὸ μιὰ λίγο-πολὺ μακριὰ περίοδο ἀμφινταλαντεύσεων, γιὰ τὴν ὁρθότητα τῶν πρώτων σου ἐντυπώσεων. Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι ποὺ ἁπαλύνει τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία.'

  'Ἡ ζωὴ μου, ἡ ζωὴ μου, πότε μιλάω γι’ αὐτὴν σὰν κάτι τελειωμένο καὶ πότε σὰν ἕνα ἀστεῖο ποὺ βαστάει ἀκόμα, κι αὐτὸ εἶναι λάθος, γιατὶ καὶ τέλειωσε ἀλλὰ καὶ βαστάει ἀκόμα, ὅμως μὲ ποιό ρηματικὸ χρόνο τὸ λένε αὐτό;'

  'Ἀκούω, κι ἡ φωνὴ ὑπαγορεύει ἕναν κόσμο πετρωμένο ποὺ γκρεμίζεται ἀδιάκοπα, κάτω ἀπὸ ἔνα φῶς μουντὸ καὶ γαλήνιο, ἴσα γιὰ νὰ βλέπει κανείς, καταλαβαίνετε, καὶ πετρωμένο κι αὐτό. Καὶ ἀκούω νὰ ψιθυρίζει πὼς ὅλα λυγίζουν καὶ γέρνουν, σὰν ἀπὸ βάρος ἀσήκωτο, ὅμως ἐδῶ δὲ σηκώνεται τίποτα, ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα, δὲν κάνει γιὰ σήκωμα, ὰκόμα καὶ τὸ φῶς, κάτω πρὸς ἕνα τέλος ποὺ δὲ φαίνεται νά ’ρχεται.'

  'Μοιάζει μὲ ἀνάπαυση, δὲν εἶναι, χάνομαι χαρούμενος μέσα στὸ φῶς τῶν ἄλλων, αὐτὸ ποὺ πρέπει κάποτε νὰ ἦταν καὶ δικό μου, δὲ λέω ὄχι, κι ὕστερα ὁ ἐφιάλτης τῆς ἐπιστροφῆς, δὲ θὰ πῶ ποῦ, δὲν μπορῶ, στὴν ἀπουσία ἴσως, ἡ ἐπιστροφὴ εἶναι ἀναγκαία, μόνο αὐτὸ ξέρω, εἶναι ἀπαίσια νὰ μείνεις, εἶναι ἀπαίσια νὰ φύγεις.'

  'Ἔτσι ξαπλωμένος, στὰ ζεστὰ, στὸ σκοτάδι, μπορῶ νὰ διαπεράσω καλύτερα τὴν ψεύτικη τύρβη τού κόσμου, νὰ ἐντοπίσω τὴ λεία μου, νὰ διαισθανθὼ τὴν πορεία ποὺ πρέπει νὰ πάρω, νὰ γαληνέψω μὲς στὴν ἐξωφρενικὴ δυστυχία ἑνὸς ἅλλου. Μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, τὴ φασαρία του, τὶς μηχανορραφίες του, τὴν πίκρα καὶ τὸ ζοφερὸ του φῶς, μπορῶ νὰ τὸν κρίνω, κι αὐτὸν καὶ ὅσους, ὅπως ἐγώ, εἶναι βυθισμένοι ἀνεπανόρθωτα μέσα του, καθὼς κι ἐκεῖνον ποὺ περιμένει ἐμένα νὰ τὸν βγάλω ἔξω, ἐμένα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ βγῶ. Ὅλα εἶναι βυθισμένα στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ τὸ ἁπλὸ σκοτάδι, ἐκεῖνο ποὺ ἁπλώνεται σὰ βάλσαμο πάνω στοὺς μεγάλους κατακερματισμούς. Κάποιοι ὄγκοι σαλεύουν, γυμνοὶ σὰ νόμοι. Ὄγκοι ἀπὸ τί; Κανεὶς δὲ ρωτάει. Κανεὶς δὲ ρωτάει. Κάπου ἐκεῖ εἶναι κι ὁ ἄνθραπος, τεράστιο συμπίλημα ἀπ’ ὅλα τὰ βασίλεια τῆς φύσης, ἀπλὸς ὄγκος κι αὐτὸς μὲς στοὺς ἄλλους, μόνος κι ἄχαρος, χωρὶς ἐκπλήξεις. Καὶ μὲς σ’ αὐτὸν τὸν ὄγκο, κάπου, νομίζοντας πὼς εἶναι ὄν ξεχωριστό, χωμένο τὸ θήραμα.'


Σάμουελ Μπέκετ, Μολλόυ, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ.Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου