'Προχωρώντας, είμαι η επιφάνειά μου, θα πει ρέπω στο χρόνο, τον αφήνω να γλείψει τα ακροδάχτυλα και επιδαψιλεύοντας την κορυφή του κύματος, ανασύρω μνήμες ως μαργαριτάρια ιδιόκτητων νόστων, μεταγραμμένων σε παρόντα εκπατρισμένα πίσω από το άγρυπνο μάτι της κραυγής. Είμαι έτοιμος ν’ αρχίσω ξανά, θα πει ότι πίσω από αυτό το κύμα, δύναμαι να εκδιώξω τις ανάρμοστες παραποιήσεις, του τώρα τις ψευδαισθήσεις, και έρποντας προς το κενό, ηττώμαι έχοντας πρωτίστως αποσπάσει τη ρίζα του υψώματος· [...]'

Χρίστος Αγγελακόπουλος, Ερανίσματα, εκδ. Ιδιωτική Έκδοση
  'Μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν”. Με μία μόνο σκέψη, η λογική γεννήθηκε, αυτοκατοχυρώθηκε και δογμάτισε. Από τη στιγμή του πολλαπλασιασμού, η ύπαρξή της επισημοποιείται, ένας γενναίος νέος κόσμος δομείται. Το υπαρκτό εκλογικεύεται, ονοματίζεται, τακτοποιείται, επεκτείνεται, αναπαράγεται, βιομηχανοποιείται, καταναλώνεται, θαμπώνοντας το πεπερασμένο” της ίδιας της υφής του.
   Μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν”. Από το Τίποτε, Τίποτε. Κι ό,τι δοκιμάζει να δραπετεύσει, θεωρείται αμελητέα παραλλαγή, παιχνίδι διασκεδαστικό ή τιμωρητέα διαστροφή (καθώς η λογική μορφοποιεί, παράλληλα μα τα δικά της όρια, Ηθική και κανόνες της). [...] Η αποσιώπηση των ρηγματώσεων στο λογικό οικοδόμημα δεν σημαίνει, όμως, και εξάλειψη. Οι ρηγματώσεις μένουν και πληθαίνουν, αφού άλλωστε οι αιτίες τους είναι μόνιμες και συνεχείς. (Ο κορεσμός της επαναλαμβανόμενης πράξης της βίωσης, η μαγεία της αντίσκεψης, της άφεσης και της φαντασίωσης, ο τρόμος μπροστά στο πεπερασμένο της ατομικής πια ζωής). Κι ακόμη [...] η ακμή των ρηγματώσεων φτάνει πριν αποκτηθούν τα μέσα για την ολοκληρωτική πλύση εγκεφάλου”, που θα φέρει την πλήρη λογική επικράτηση. [...] Η ζωγραφική, η ποίηση και η μουσική, ο σουρεαλισμός,ο ανεικονισμός και ο ατονισμός, δείχνουν με σιγουριά την έξοδο προς το παράλογο.'

Βάιος Παγκουρέλης, 'Ο Παράλογος Ιππότης της Αποκάλυψης, Ένας Γύρος του Θανάτου στο Τσίρκο Ιονέσκο', περιοδικό Διαβάζω, αρ. τευχ. 122, Ιούλιος 1985

  'Οι συγχορδίες των βημάτων του τον γέμιζαν περηφάνια και περιφρόνηση για τους ανθρώπους. Στο δρόμο για το σπίτι, συναντούσε έναν ακατοίκητο πύργο. Έκπτωτοι θεοί στέκονταν στον κήπο, πενθώντας το βράδυ. Όμως εκείνου του φαινόταν: εδώ έζησα λησμονημένα χρόνια.'

Γκέορκ Τρακλ, από το 'Όνειρο και Συσκότιση του Νου', Η Γαλάζια Ψύχωση: Ποιήματα και Πεζά 1909-1914, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Σαιξπηρικόν
Spring (1882) - Carolus-Duran

  'Το αξίωμα της αντικειμενικότητας, καταγγέλλοντας την «παλαιά συμμαχία», αποκλείει συγχρόνως οποιαδήποτε σύγχηση, μεταξύ γνωστικών και αξιολογικών κρίσεων. Παραμένει, όμως, το γεγονός ότι, οι δύο αυτές κατηγορίες συσχετίζονται αναπόφευκτα στην πράξη, καθώς και στο λόγο.
   Για να μείνουμε λοιπόν, πιστοί στην αρχή, θ’ αποφανθούμε ότι, οποιοσδήποτε λόγος ή πράξη, δεν πρέπει να θεωρηθεί σημαντικός, αυθεντικός, παρά μόνον εάν (ή στο μέτρο που) διευκρινίζει και συντηρεί τη διάκριση των δύο κατηγοριών που συνδυάζει... Ο μη αυθεντικός λόγος, όπου οι δύο κατηγορίες αναμειγνύονται και συγχέονται, δεν μπορεί να οδηγήσει, παρά στους πλέον ολέθριους παραλογισμούς, στα πιο εγκληματικά ψέματα, ακόμα κι αν είναι ασυνείδητα...'

Ζακ Μονό, Η Τύχη και η Αναγκαιότητα: Δοκίμιο για τη Φυσική Φιλοσοφία της Νεότερης Βιολογίας, μτφρ. Νίκος Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Κέδρος

ο θεός να με λυπηθεί που (ο θεός σαφώς μ’ έχει)
το αβαρές σβέλτο αφημένο σεξουαλικό πούπουλο
του δικού σου να πω σώματος; ακολουθώ
πράγματι μέσα από ένα ρέον βογκητό της τζαζ

που η αψιδωτή περιστασιακή του απόκρημνη νεότητα καταπίνει
την καμπύλη μανία των μηρών μου·
ή, ο πρώτος σου σπασμός από τραγανή αγορίστικη σάρκα βυθίζει
το ύψος μου σ’ έναν συμπαγή εύθραστο τσουχτερό καιρό,

(με κομμένη ανάσα με κοφτερά απαραίτητα χείλη) μικρέ

θηλυκέ διαρρήκτη με το φίνο, αγύρτικο-κακοποιό,
γελαστό κορμί με στήθη σοφά αγίνωτα,
σάρκα ψευδή γοργή στους ελιγμούς του παχουλού βαθύτονου
Μια Γκόμενα Ζητάω,
                               αβέβαια γοργά πόδια με γλιστερά
βήματα που αποχωρίζονται το σαματά της ευθυμίας του σαξοφώνου

ε.ε. κάμμινγκς
ε.ε. κάμινγκς, από την ανθολογία Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός 

Symphony No. 9
"From the New World" - Antonín Dvořák

'Έρχονται κρατώντας τα σιδερένια όργανα της αγάπης. Έρχονται.
Μόνο σφαγμένοι θα αγαπούμε δίχως να σφάζουμε.
Για να υπάρξει μέσα στη χαλύβδινη πίστη εκείνο το αυλάκι.
Όπου θα κροταλίζουν τα κουδούνια στον άνεμο.
Και η σάρκα θα λ ι ώ ν ε ι.
Όπου οι γυναίκες θα γεννούν θνητούς και ελεύθερους.
Όπου θα ανταμωθούμε με τη Γεσθημανή και τη Γοργώ ─ μόνοι.

Να τη λοιπόν, η κεφαλή της Μέδουσας εμπρός μου.
Είναι λίγη η ζωή  για να χωρέσει την αγάπη.
Κι όμως: μια στραβιά στιγμή ξεμαρμαρώνει.
(Πάντοτε έλεγα να πεθάνω με ένα τυφλό φιλί).
Ανοίγω τα μάτια, ανοίγω τα χείλη.
[...]
Για μισή ανάσα όπου.
Οι δυο ανύπαρκτες καρδιές μας γίνονται μια.
Κι απ' το λαιμό μας τινάζεται στους αιώνες το παράφορο αίμα.'


Θανάσης Τριαρίδης, Τα Μελένια Λεμόνια, εκδ. Τυπωθήτω
'Κι’ ἄλλοτε ἐκεῖ κατεβασμένο
Τόν ἀπαυγάζοντα θεό
                                  Ὀρφέα στά χρόνια τά παλιά
Καί ἄλλους εἶδα...
Τ’ ἀγόρι τῆς σπηλιᾶς
Στὀν ἔρωτα πού ὕφανε ἡ σελήνη
Κι' ἄλλους πολλούς
                                άσύμμαχους ξανθούς
Μιᾶς ἄλλης γενεᾶς
Στόν ἔγκατο πιά κύκλο
                                    μυστικούς νά
                                                          γράφουν σχήματα νά
                                                                                            γνέφουν...
Θροῦσε λοιπόν κάπου
                                    θροῦσε άκόμα τό έρωτευμένο σύννεφο;
Ἀπαρατήρητοι καί πάλι ἔφευγαν.

Ἡ ἀπουσία ὀξύτερη ἀπό καθρέφτη σέ καθρέφτη.'


Μαρία Σερβάκη, από το Περίπατοι και Σχόλια της Sercket Basr Ra στους Χώρους των Ανθρώπων


Είμαστε ο σπαταλημένος χρόνος


Οι άνθρωποι που έφυγαν κι εκείνοι που θα εξαϋλωθούν,
τα πράγματα που δεν αντέχουν και στωικά λεηλατούνται,

όλα όσα πλαισιώνουν αυτή την παράσταση,
όσα αναγεννιούνται κι όσα πεθαίνουν.

Εμείς σκυμμένοι στη λάσπη των θεμελίων,
εξαγνισμένοι μόνο ως προς το ανήλεο παρόν:

αυτή η πρόοδος - εξευγενισμένη μας μάσκα -
βίαιη έξοδος στον κενό χώρο.



Γιώργος Λίλλης, Τα Όρια του Λαβύρινθου, εκδ. Κέδρος
The man with the globe [Ο άνθρωπος με την υδρόγειο σφαίρα] (2003) - Alexandros Issaris [Αλέξανδρος Ίσαρης]

Τριγωνομετρία


Ὁ ἔλεγχος τῶν παροξυσμῶν
ὑπόσχεται ἐλευθερία συνειδήσεων
ἐξαγγελία τοῦ κανόνα ἀπό στήθους
στεντόρεια στύση
μία οἰκουμενική ἐξάπλωση τῆς κατηγορικῆς ἐπιταγῆς

ἀλλά ὅταν ὁ Σίσυφος ἐγγυηθεῖ
τοῦ σώματός του ἡ ὀρθή γωνία σφαδάζει
ἐπανακάμπτει ὁ λίθος ἀπό τήν ὑποτείνουσα
τρέμουν τά χέρια
ἀγγίζουν τόν πολύτιμο μοχλό

Ὁ δρόμος, πάνω κάτω, εἶναι ὁ ἴδιος.



Γιώργος Βέλτσος, Στην Παράδεισο, εκδ. Πλέθρον
Διαμπερής Μεταλλαγή [απόσπασμα]


Ἀπροστάτευτη, ἔνα ὅραμα φλόγας,
ἁπλώθηκες στὸ κάλυμμα τοῦ κρεββατιοῦ,
καθὼς ἀπ’ τὴ φαρέτρα τοῦ πανδαμάτορα
ἀνάβλυζαν ἄστρα λήθης.
Τὰ βλέφαρά σου
ἀνοιγόκλεισαν δύσκολες μέρες.
Μιὰ τρέμη στὴ φωνή σου
ἔκρουσε ἄτολμα τὸ συρμάτινο διάκενο.
Ὁ ἐξωραϊσμὸς τῶν παρορμήσεων
ὑποχώρησε ἄτακτα, συντρίβοντας
τὰ παλιὰ θελήματα, τὸ παλιὸ κέλυφος.
Ἡττηθήκα, ἔλιωσα
ρευστὸς χύθηκα σὲ καινούργια μήτρα.



Γιώργος Βoλουδάκης, Νεόδμητο Παρανάλωμα, εκδ. Πλέθρον

  'Ο άνρθωπος κάθεται και γράφει μόνος του, δεν μπορεί να κάτσει μόνος του σκέτο, δεν μπορεί να κάτσει μόνος του και να ακούσει χωρίς να μιλάει, δεν μπορεί να κάτσει χωρίς να μιλάει και να βλέπει -άλλη συμφορά κι αυτή-, δεν μπορεί να κάτσει χωρίς να κάτσει, πρέπει οπωσδήποτε να κάνει, πρέπει οπωσδήποτε να δημιουργεί και να αναδημιουργεί, να πλάθει και να αναπλάθει, να χαλάει ώστε να φτιάξει, να φτιάχνει ώστε να χαλάσει και να ξαναφτιάξει, όχι δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος μόνος του ο άνθρωπος, αν μπορούσε να κάτσει μόνος του ήσυχος ο άνθρωπος θα είχαν σωθεί ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και όλα όσα έχουν, αλλά ο άνθρωπος δεν διανοείται να κάτσει μόνος του σκέτο, θέλει να γράψει μόνος του, ναι, κάθεται και δημιουργεί μόνος του, κάθεται μεν και δημιουργεί μόνος του αλλά δεν θέλει να αποφύγει έως τέλους την παρουσία των άλλων, ούτε καν στη συνέχεια δεν θέλει να αποφύγει την παρουσία των άλλων, την ανεξέλεγκτη έως τέλους παρουσία των άλλων, την ανεξέλεγκτη, απύθμενη και απροκάλυπτη παρουσία των άλλων, όχι, δεν θέλει να την αποφύγει οριστικά και τελεσίδικα και ανέκκλητα την παρουσία των άλλων, ο άνθρωπος θέλει να γράψει μόνος για να είναι στη συνέχεια με τους άλλους, να έχει τη χαρά να δικαιούται έπειτα να είναι με τους ίδιους άλλους και τους άλλους άλλους, όχι οιουσδήποτε άλλους, του άλλους κατὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν, γιατί και αυτή η βλακεία προσθέτει στην εικόνα που καθ’ ὁμοίωσιν φιλοτεχνεί για τον εαυτό του, στην εικόνα που επιμελημένα και μετά πάθους και μετά μανίας, μετά αυτιστικής μανίας, φιλοτεχνεί για τον εαυτό του.'

Μαρία Λαϊνά, Το Νόημα, εκδ. Καστανιώτη

  'Η τέχνη που υφίσταται για τον εαυτό της και μόνο, είναι μια τέχνη στο τελευταίο στάδιο της ανικανότητας. Αν κανένας - συμπεριλαμβανομένου και του καλλιτέχνη - δεν αναγνωρίζει την τέχνη ως μέσο εκμάθησης κόσμου, τότε η τέχνη υποβιβάζεται σ’ ένα είδος θορυβώδους χώρου του νου και της επιπολαιότητας του καλλιτέχνη, ενώ η απουσία οποιουδήποτε συσχετισμού της με την πραγματική ζωή γίνεται μέρος και κομμάτι της ίδιας της τέχνης. Παρ’ όλα αυτά, η πορνογραφία διατηρεί αυτό το κοινό σημείο με όλη την υπόλοιπη λογοτεχνία: μετατρέπει τη σάρκα σε λόγο. Αυτή είναι η αληθινή μεταμόρφωση που επιτελεί το κείμενο πάνω στη φιλήδονη φαντασία.'

Άντζελα Κάρτερ, Η Σαδική Γυναίκα: Μια Άσκηση στην Ίστορία του Πολιτισμού, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Χατζηνικολή

  'Δέν ὑπάρχει περισσότερο «σεξουαλική επανάσταση» ἀπό ἐπανάσταση σκέτη (γιά τίς βιομηχανικά ἐξελιγμένες χῶρες, ἐννοεῖται). Ὁρισμένα τμήματα τοῦ ἔρωτα-ἐρωτισμοῦ-σεξουαλικότητας ἀπελευθερώνονται καί φιλελευθεροποιοῦνται ἄλλα εἶναι περισσότερο ἀπωθημένα (πεζή διαπίστωση). Εἶναι ὅλα τό ἴδιο σημαντικά; Τό σάλιο στό στόμα, ὁ λιμός τοῦ τρίτου κόσμου, μιά ἀνατριχίλα στήν πλάτη μιᾶς κοπέλας καί ἡ γενική ἀπειλή τῆς νεο-φασιστικῆς δικτατορίας (τό δημοκρατικό-ὁλοκληρωτικό καί καπιταλο-σοσιαλιστικό καθεστώς εἶναι ἐπίσης αὐτό που συμβαδίζει -σύμφωνα μέ ὅλες τίς ἐνδείξεις- μέ τήν ἔναρξη -ἀλλά μόνον μέ τήν ἔναρξη;- τῆς πλανητικῆς ἐποχῆς); Σέ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο, σέ ὁρισμένες στιγμές, σέ μιά ὁρισμένη συνάφεια τοῦ παιχνιδιοῦ, ὅλα εἶναι ὅμοια, ἐξομοιωμένα, ὁμοίως σημαντικά. Ἀλλιῶς ὄχι. Πουθενά δέν ἔχει λεχθεῖ ποιά εἶναι ἡ κλίμακα καί ἡ ἱεραρχία τῶν βαθμίδων καί δέν ἔχει ἐπίσης λεχθεῖ ὅτι αὐτές μποροῦν καί νά καταργηθοῦν τελείως.'

Κώστας Αξελός, Συζητήσεις, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Νεφέλη

  'Η άλλη γυναίκα ποθεί απελπισμένα αυτόν τον νεαρό. Θα έδινε τα πάντα για να τον αποκτήσει. Δεν θα ’χανε μια κόρη, αλλά θα κέρδιζε ένα γιο. Τόσο πολύ θέλει ένα γιο που δεν διστάζει να σακατέψει τις κόρες της. Παίρνει ένα χασαπομάχαιρο και κόβει το δάχτυλο της μεγαλύτερης, έτσι ώστε να χωρέσει το πόδι της στο μικρό παπούτσι.
   Φανταστείτε.
   Κραδαίνοντας το μαχαίρι, η γυναίκα χυμάει στο παιδί της, που ουρλιάζει και δέρνεται σα να μην ήταν κορίτσι αλλά αγόρι που η γριά το κυνηγούσε για να του πελεκήσει κάτι πολύ πιο ζωτικό από δάχτυλο. Όχι! Τσιρίζει. Μάνα! Όχι το μαχαίρι! Όχι! Παρόλ’ αυτά, της το κόβει και το πετάει στο τζάκι, μες στις στάχτες, όπου το ανακαλύπτει η Σταχτοπούτα, μένει άναυδη, νιώθει φόβο μαζί και δέος μπροστά στο φαινόμενο της μητρικής αγάπης.
   Της μητρικής αγάπης, που τυλίγεται γύρω απ’ αυτές τις κόρες σα σάβανο.'

Άντζελα Κάρτερ, 'Σταχτοπούτα ή Το Φάντασμα της Μάνας' από την ανθολογία Οι Κυρίες του Τρόμου, μτφρ. Χρύσα Τσαλικίδου, εκδ. Επιλογή

  '[...] όταν κάνουμε [...] έρωτα - λειτουργεί ένα ταλαντευτικό αίσθημα συγχώνευσης. Η γυναίκα αισθάνεται ότι το πέος που την διεισδύει αποτελεί μέρος της εικόνας του σώματός της - δεν το αντιλαμβάνεται ως ξένο σώμα. Αλλά, αμέσως μετά, το αίσθημα αυτό εντείνει τη συνειδητοποίηση της «ετερότητας» του συντρόφου της και τους πέους του. Περιττεύει να προσθέσουμε ότι το αντίστροφο ισχύει και για τον άνδρα. Όντως υπάρχει μια ταλάντωση, της κατηγορίας των «κβαντικών κινήσεων» που περιγράφονται αλλού, ανάμεσα στην αποδοχή, το χρονικό σημείο t*, του οργάνου του (ή της) συντρόφου ως αναπόσπαστου μέρους της σωματικής εικόνας του ατόμου, και στην αποδοχή, την ακόλουθη στιγμή t* + t, της ετερότητάς του. Πρόκειται εδώ για εκείνο το είδος της νοητικής συμπληρωματικότητας που επίσης λειτουργεί όταν παρατηρούμε ορισμένες αμφίσημες οπτικές ψευδαισθήσεις [...]'

Ζορζ Ντεβερέ, Βαυβώ: Το Μυθικό Αιδοίο, μτφρ. Γιώργος Τόλιας, εκδ. Ολκός
Levitation (1915) - Egon Schiele
  
  'Ο ποιητής έχει τη φαντασία και την ψυχολογία παιδιού, όσο βαθυστόχαστες κι αν είναι οι ιδέες του για τον κόσμο, οι εντυπώσεις του είναι πάντοτε άμεσες. Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι κι ένα παιδί είναι φιλόσοφος, αλλά με μια πολύ σχετική έννοια. Και μπροστά στις φιλοσοφικές έννοιες η τέχνη τρέπεται σε φυγή. Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί «περιγραφές» του κόσμου -συμμετέχει στη δημιουργία του.'

  'Ο άνθρωπος, ως ον ηθικό, είναι προικισμένος με μνήμη που σπέρνει μέσα του ένα αίσθημα ανικανοποίητου. Η μνήμη μας κάνει ευάλωτους, ευαίσθητους στον πόνο.'


Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το Χρόνο, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Νεφέλη

'Σταυρόγκιν: (...) Στην Αποκάλυψη ο άγγελος ορκίζεται ότι δε θα υπάρχει πλέον χρόνος.
Κυρίλοβ: Το ξέρω. Πολύ σωστά λέγεται εκεί· με σαφήνεια και ακρίβεια. Όταν φτάσει ολόκληρος ο άνθρωπος την ευτυχία, τότε δε θα υπάρχει πια χρόνος γιατί δε χρειάζεται κανείς τίποτα. Πολύ σωστή σκέψη.
Σταυρόγκιν: Που θα τον κρύψουνε λοιπόν;
Κυρίλοβ: Πουθενά δε θα τον κρύψουν. Ο χρόνος δεν είναι αντικείμενο, μα ιδέα. Θα σβήσει στο μυαλό.'

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Οι Δαιμονισμένοι, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστης

  'Η ζωή καθορίστηκε από τη Λογοτεχνία. Δεκάδες αιώνες χρειάστηκαν για να μετατρέψει ο άνθρωπος τα πάντα σε Λογοτεχνία. Ζούσε καταγράφοντας τα πάντα γύρω του, όλες τις πληροφορίες, όλες τις εμπειρίες, όλες τις ανακαλύψεις, όλα τα συναισθήματα, όλα τα φαινόμενα, όλες τις ιδέες, όλες τις υποθέσεις... Και τα καταχωρούσε στην αιώνια βιβλιοθήκη. Κάποτε η ζωή ξεπερνούσε τη Λογοτεχνία. Τώρα πια η βιβλιοθήκη είναι τόσο τεράστια, που η Λογοτεχνία ξεπερνά τη ζωή. Οτιδήποτε ζω, μέχρι και την τελευταία εμπειρία και σκέψη μου, έχει ήδη προβλεφθεί από πριν μέσα στη Λογοτεχνία. Οι επιρροές της πάνω στη ζωή είναι τόσο πολυσύνθετες και εξαπλωμένες σε κάθε στοιχείο με όλους τους πιθανούς τρόπους, κρύβονται τόσο καλά μέσα στην ίδια τη ζωή, που σχεδόν κανείς δεν υποπτεύεται πως η κάθε στιγμή της ζωής του έχει ήδη πρωταγωνιστήσει στις σελίδες κάποιου βιβλίου, κάποτε.
   Η ίδια η Λογοτενχία άρχιχε κάποτε να παρατηρεί τον εαυτό της και, μέσω των αμέτρητων «φορέων» της, ανακάλυψε μια συγκλονιστική παραδοξολογία. Αφού η ζωή καθοριζόταν πλέον από τη Λογοτεχνία (το ίδιο και η ανθρώπινη σκέψη), τότε η κύρια αποστολή της Λογοτεχνίας, που ήταν να εξερευνήσει τη ζωή και τη σκέψη, είχε μετασχηματιστεί σε κάτι τελείως νέο και παράξενο: η Λογοτεχνία εξερευνούσε πια τη Λογοτεχνία.'

Παντελής Γιαννουλάκης, Χ. Φ. Λάβκραφτ: Ταξίδι στη Μοναξιά του Χρόνου, εκδ. Αρχέτυπο
Come & See - Ritsa Karametou

  'Στο γραπτό κείμενο, είτε πρόκειται για πήλινη ή μαρμάρινη πλάκα, πάπυρο ή περγαμηνή, για κάτι που σκαλίστηκε στο κόκαλο, τυλίχτηκε ή τυπώθηκε σε βιβλίο, ενυπάρχει μέγα μερίδιο κύρους (autorité) – όρος που επικαλύπτει, όπως άλλωστε και η λατινική του ρίζα (auctoritas), τη λέξη «auteur» (δημιουργός-συγγραφέας). Το απλό γεγονός της γραφής, της καταφυγής σε μια γραπτή μεταφορά, επιφέρει την απαίτηση του επιβλητικού, του κανονιστικού. Είναι αυτονόητο πως, είτε πρόκειται για λειτουργικό θεολογικό έγγραφο, για νομικό κώδικα, επιστημονική πραγματεία ή τεχνικό εγχειρίδιο, είτε ακόμη (εδώ μάλιστα με τρόπο εξίσου έντονο, παρότι πιο επιτήδειο, σχεδόν αυτοκαταστροφικό) για τα κωμικά ή εφήμερα κείμενα, κάθε γραπτό κείμενο είναι προϊόν μιας σύμβασης. Ενώνει το συγγραφέα με τον αναγνώστη του μέσω της υπόσχεσης ενός νοήματος. Κατ’ ουσίαν, ο γραπτός λόγος υπόκειται σε κανόνες. Είναι «συντεταγμένος», όρος που ο εννοιολογικός και σημασιολογικός πλούτος του επιδέχεται ειδική προσοχή. «Συντάσσω» σημαίνει τακτοποιώ, δηλαδή προεξοφλώ και περιορίζω (άλλη εύγλωττη έκφραση) έναν τομέα συμπεριφοράς ή ερμηνείας της πνευματικής ή κοινωνικής ομοφωνίας. Οι όροι «καταγραφή», «χειρόγραφο», «γραφέας» και το ιδιαιτέρως πλούσιο εννοιολογικό πεδίο απ’ όπου προέρχονται, συνδέουν μύχια και αναπόφευκτα την πράξη της γραφής με μεθόδους πηδαλιουχίας. Η «προγραφή», συγγενής όρος, αντηχεί θάνατο ή εξορία. Με όλους τους πιθανούς τρόπους, ακόμη και υπό το προσωπείο μιας φαινομενικής ελαφρότητας, οι πράξεις που ανασύρονται από το γραπτό λόγο, σαν να είναι έγκλειστες μέσα στα βιβλία, αναφέρονται σε σχέσεις εξουσίας.'

Τζορτζ Στάινερ, Η Σιωπή των Βιβλίων, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Ολκός

'ὅπως μέσα στὸν ὄρθρο χρυσαφένια καταλάμπει
ἡ διακόρευση παιδίσκης.'

από το ποίημα 'Αποικία Χαλκιδέων' της συλλογής Οδὸς Λαιστρυγόνων

* * *

  'Ὁ κάποτε παρακείμενος ἤ σχολάζων πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ χρόνος συστέλλεται, ἐθεᾶτο ἀλλιῶς, ἐθεᾶτο «ἐκ τῶν ἔνδον» νοηματοειδῶς ἰχνηλατώντας τὸ ἀσύλληπτο ἤ τὸ «θεόθεν». Αὐτός, ὁ κάποτε καὶ έπὶ πολὺ δυναστεύσας διανοίας καὶ φρένας, τώρα, μέσα ἀπὸ τὰ ποικίλα λύματα εἶναι ἕνας «σχεδόν», ἕνας quasi. Μεταπτωτικὸς καὶ συρρικνούμενος πρὸς ἕνα ὁριακὸ πρότυπο ὅπου τὸν παρασύρει ἡ γνωστικὴ ἐντροπία του. Ἡ διαδρομὴ εἶναι τῆς φθίνουσας συνάρτησης ποὺ συγκλίνει μέσα στὸν βιωματικὸ κύκλο, τόσο στενὸν ποὺ τὸ γενεσιουργὸ τραῦμα νὰ μένει ἀποκλεισμένο ἔξω του, μόνο σὰν μνήμη, ποὺ πάει νὰ γίνει ἀλειτούργητη.'

από σημείωση στο ποίημα 'Σχεδόν επιούσιος' της συλλογής Τα Μαχαίρια της Κίρκης


Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1978-1987, εκδ. Άγρα

  'Ο κάθε επιστήμονας ξέρει ότι οι περισσότερες γνώσεις μας βασίζονται σε ορισμένα θεμελιώδη αξιώματα τα οποία, όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με εξωγήινες νοημοσύνες, μπορεί να καταρρεύσουν. Ίσως χρειαστεί τελικά ν’ αλλάξουμε όλα τα πιστεύω μας. Παρ’ όλα αυτά, η φύση αυτού που συνήθως αποκαλούμε «Άγνωστο», εξακολουθεί να είναι θέμα εικασίας. Αλλά νομίζω ότι δεν μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε πως, τελικά, κάτι υπάρχει έξω από τον κόσμο μας. Yπάρχει ένας πολύ αληθινός κι εντελώς ανθρώπινος φόβος γι’ αυτό που μπορεί να έρθει έτσι στο φως. Οι περισσότεροι νιώθουν ότι είναι καλύτερα να μην ανασηκώνεις τα πέπλα της καθημερινότητας, από το φόβο του τι μπορεί να κρύβεται από πίσω, σε μια προέκταση του χρόνου και του χώρου που κανένας δεν είναι προετοιμασμένος ν’ αντιμετωπίσει.'

Χ. Φ. Λάβκραφτ & Όγκαστ Ντέρλεθ, Ο Στρογγυλός Πύργος, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Ἔπρεπε λοιπόν σά νά μήν ἔτρεχε τίποτε νά ἐπιμένει ἄλλοτε πρός μία κατεύθυνση ἄλλοτε πρός μιάν ἄλλη; ἤ ἀντίθετα νά μήν κινηθεῖ πιά ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση δηλαδή ἀνάλογα μ’ ἀυτή τη λέξη πού τοῦ διέφυγε πού ἄν προέκυπτε ἀρνητική ὄπως κρίμα ἤ δυστυχία παραδείγματος χάριν τότε βέβαια παρ’ ὅλ’ αὐτά τό ἕνα καί στήν ἀντίθετη περίπτωση τότε βέβαια τό ἄλλο δηλαδή νά μήν κινηθεῖ πιά. Τόση κι ἀκόμη πιό μεγάλη ἡ ταραχή μέσα σρό δῆθεν μυαλό του ἕως ὅτου τίποτε πιά ἀπό τά τρίσβαθά του μόνο μόλις ἀραιά καί ποῦ ὤ νά τελείωνε. Ὅπως νά ’ναι ὅπου νά ’ναι. Χρόνος καί πόνος καί δῆθεν ἑαυτός. Ὤς νά τελείωναν ὅλα.'

Σάμουελ Μπέκετ, 'Σκιρτήματα', Σκιρτήματα. Πως να πω, μτφρ. Κυβέλη Μαλαμάτη & Δημήτρης Κρανιώτης, εκδ. Εξάντας
Aleksandra Waliszewskas

  'Η γέρικη σαύρα αφήνει ένα παράπονο, όπου λεμουριά και πέτρινοι ναοί στη ζούγκλα εμπλέκονται με την αγάπη, τον πόνο, τους πειρατές, το Χριστό και μερικές φανταστικές ασθένειες. Βαδίζει κάτω από το βαρύ πέπλο της ανθρώπινης οδύνης, χωρίς όμως την καυστική οξύτητα των ούρων και των θειούχων φαντασιώσεων, μια θλίψη μετρημένη που συνοδεύει τα τελευταία συγκρατημένα βήματα.'

Ουίλιαμ Μπάροουζ, Μία στις Χίλιες, μτφρ. Βασίλης Κιζήλος, εκδ. Οξύ