'Εγώ πιστεύω ότι τα όνειρα είναι ο ομφάλιος λώρος για το βιολογικό και πνευματικό μας πεπρωμένο.'

  'Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ονειρικό κόσμο και τον πραγματικό [...]. Από άποψη εξέλιξης των ειδών τα όνειρα είναι πολύ σημαντικά. Ο άνθρωπος είναι ένα κατασκεύασμα σχεδιασμένο με στόχο την εξάπλωση στο διάστημα. Η μετάβαση στο κενό θα είναι η φυγή απ’ το χρόνο, η αθανασία. Και το κλειδί για το πως είναι το διάστημα θα το βρούμε στα όνειρα.'

  'Ο ρόλος της κάθε τέχνης -και σ’ αυτές περιλαμβάνω και την δημιουργική επιστημονική σκέψη- είναι να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν αυτό που ξέρουν και που δεν ξέρουν ότι το ξέρουν. Γιατί δεν μπορείς να πεις σε κανέναν κάτι που να μην το ξέρει ήδη σε κάποιο, έστω βυθισμένο, επίπεδο.'


από συνέντευξη του Ουίλιαμ Μπάροουζ στον Πάνο Κουτρουμπούση, Εικόνες στην Άμμο & Ο Μπάροουζ στην Ουάσινγκτον, εκδ. Γαβριηλίδης

  'Είναι φορές, [...], που μου φαίνεται πως οι αναμνήσεις είναι εντελώς ανώφελες. Βαραίνουν το κεφάλι φέρνοντας ίλιγγο, σαν να μην ατενίζαμε το παρελθόν μέσα από την αλληλουχία του χρόνου, αλλά σαν να στέκαμε σ’ έναν πύργο που χάνεται μες στα σύννεφα, κοιτώντας από μεγάλο ύψος κάτω στη γη.'

  'Πίσω από το κακακόρυφο καφάσι του αργαλειού κάθονται τρεις νεαρές, πάνω-κάτω εικοσάχρονες κοπέλες. Το χαλί που υφαίνουν έχει ένα ακανόνιστο γεωμετρικό σχέδιο, που ακόμα και τα χρώματά του μου θυμίζουν την ταπετσαρία του καναπέ που έχουμε στο καθιστικό μας, στο σπίτι. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι τρεις νεαρές γυναίκες. Το φως πέφτει πάνω τους από το παράθυρο στο φόντο, κι έτσι δεν μπορώ να διακρίνω καλά τα μάτια τους, τα νιώθω όμως καρφωμένα επάνω μου [...]. Η κοπέλα στη μέση έχει ξανθά μαλλιά και κατά κάποιον τρόπο μοιάζει με νύφη. Η υφάντρια στα αριστερά της γέρνει ελαφρώς το κεφάλι προς το πλάι, ενώ η κοπέλα στη δεξιά άκρη με κοιτάζει τόσο επίμονα και ανελέητα, ώστε αποστρέφω το πρόσωπό μου. Αναρωτιέμαι πως να ήταν άραγε τα ονόματά τους - Ρόζα, Λουίζα και Λέα ή μήπως Κλωθώ, Λαχέσις και Άτροπος, οι κόρες της Νύχτας, με το αδράχτι, τη ρόκα και το ψαλίδι.'


Β. Γκ. Ζέμπαλντ, Οι Ξεριζωμένοι, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα
Resting Maiden (1751) - François Boucher


  'Ονειρεύτηκε πως ζύγωνε το πρόσωπο του κοριτσιού. Πως έφτασε κοντά της. Πως το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι της κι έστρεψε τα μάτια της πάνω του. Πως κοιτάχτηκαν καταπρόσωπο. Πως γίνανε ο ένας εικόνα στο βλέμμα του άλλου.
[...] Στο χνώτο του παραθύρου, μέσα στον μεγάλο πολύβουο κόσμο, μέσα στον μεγάλο πόλεμο των ανθρώπων, το αγόρι ονειρεύτηκε την αγάπη.'


Θανάσης Τριαρίδης, Το Αγόρι Πίσω απ’ το Τζάμι, εκδ. Διάπυρον

  'Δεν υπάρχει πιο ωραίος τρόπος για ένα παιδί να θέσει το ερώτημα του θανάτου, από έναν κήπο. Έχει τόσες λεπτομέρειες που μπορούν να γίνουν πρότυπα απελπισίας και πίστης ταυτόχρονα.'

Βασίλης Λαλιώτης & Σωτήρης Παστάκας, Post Restante, εκδ. Ενδυμίων

'ΜΕΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙΔΟΙΟΥ ΑΦΗ, κατάμαυρα ζεστά δαχτυλιδάκια
Ὕμνος στὰ χείλη σου ἀναπηδᾶ ἑωθινὸς καὶ γεμίζει τὸ στόμα μου.
Ὥ ἐράσμια φύση, ὦ ἰθαγενές, ὁμόφυλο μουνάκι μου ἑλληνικό,
Ἐσένα θὰ ψάλω, δόξα καὶ ἄσβεστη ὀργὴ ἐμφυλίου πολέμου.
Τριγωνική παντιέρα ἀναρχίας κυματίζει στὰ σκέλη τῆς Ἐλίνας
Καὶ τῆς Ἐλευθερίας το ἀλαβάστρινο ἐφήβαιο μὲ βία ἀστραποβολᾶ.'

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, από το Ελίνας Κλέος: Ένα Πατριωτικό Ποίημα, εκδ. Άγρα

'Πές μου ποῦ κατοικοῦν οἱ στοχασμοί, λησμονοιμένοι,
  μέχρι τὴ μέρα ποὺ ἀπ’ τὰ βάθη τοὺς καλεῖς νὰ βγοῦν;
Πές μου ποῦ κατοικοῦνε οἱ χαρὲς ἀλλοτινῶν καιρῶν
  καὶ ποῦ οἱ πανάρχαιοι ἔρωτες,
  καὶ πότε θά ’ρθουνε ξανά,
Κι ἄραγε πότε τῆς λησμονιᾶς ἡ νύχτα θὰ περάσει,
  γιὰ νὰ μπορέσω νὰ διαβῶ χρόνους καὶ τόπους μακρινούς,
Στὴ νύχτα αύτὴ τοῦ πόνου.
Ποῦ, πᾶς ὦ σκέψη;
Σὲ ποιά χώρα μακρινὴ πετᾶς καὶ φεύγεις;
Ἄν ῆταν νὰ γύρναγες ξανὰ ἐδῶ, στὴν τωρινὴ στιγμὴ τῆς
  δυστυχίας,
  θά ’φερνες ἄραγε δροσιά,
  μέλι καὶ βάλσαμο καὶ παρηγόριες στὰ φτερά σου
Ἤ φαρμάκι ἀπὸ ἄγριες ἐρημιές, ἀπ’ τὴ ματιὰ τοῦ φθόνου;'

Ουίλιαμ Μπλέικ, από τα Οράματα των Θυγατέρων του Αλβίονα, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, εκδ. Ηριδανός
Nude in Repose (1925) - Arthur Beecher Carles

Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

*

Στέκει τρέμοντας
η καλύβα της πόρνης
στην καταιγίδα.

* * *

Ο κόσμος της πάχνης
κόσμος της πάχνης είναι·
κι ωτόσο, κι ωστόσο.


χάικου των Ματσούο Μπασό και Κομπάγιασι Ίσα, από το Ο Κόσμος της Πάχνης, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Άγρα

  'Από την άλλη μεριά, αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο, τότε είμαι πράγματι μοναδική και περιορισμένη, και ο θάνατος είναι μια μόνιμη κατάσταση – με μόνη διαφορά ότι δεν υπάρχει τέτοια κατάσταση σαν το θάνατο παρά μόνο σε υποκειμενικό επίπεδο. Αποτελεί μια παύση της αυτο-αντίληψης του εαυτού καθώς μια συγκεκριμένη μορφοδιάταξη ύλης αποδιοργανώνεται, αλλά η ίδια η ύλη συνεχίζει να υπάρχει – μόνο η μορφή της αλλάζει. Το σύμπαν συνεχίζει να υπάρχει έως ότου τελειώσει κι αυτό – αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν ένα είδος αλλαγής από μόνο του, σωστά; Σε οτιδήποτε και αν μετάλλαζε το σύμπαν, και εκείνη η μορφή θα άλλαζε κάποτε σε κάτι άλλο επειδή το καθετί αλλάζει. Αν υπήρχε μια κατάσταση όπου τίποτε δεν αλλάζει, τότε το σύμπαν δε θα υπήρχε καν. Θα είχαμε διολισθήσει σ’ αυτό το είδος της σταθερής κατάστασης προ πολλού, και θα είχαμε παραμείνει εκεί. Αλλά η ύπαρξή μας εδώ, τούτη τη στιγμή, αποδεικνύει ότι η αλλαγή είναι συμπαντική. Ίσως άπειρη. Όταν το σύμπαν τελειώσει, ίσως αρχίζει ξανά· η ουσία της αλλαγής είναι ότι τι καθετί είναι σχετικό – τα πράγματα δεν μπορούν ν’ αλλάξουν εκτός κι αν έχουν σε κάτι στο οποίο ν’ αλλάξουν σε σχέση μαζί τους. Έτσι το σύμπαν μπορεί να είναι και πεπερασμένο και άπειρο ταυτόχρονα, με αυτό να εξαρτάται από τη σκοπιά του εκάστοτε παρατηρητή.'

Ντέιβιντ Τζέρολντ, Αστρόπτερο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Nollendorfplatz I (1912) - Ernst Ludwig Kirchner

  'Η κοπέλα είναι ξαπλωμένη ολόγυμνη σ’ ένα από τα ξυλοκρέβατα. Το αγόρι την καβαλικεύει χαμογελώντας πρόστυχα. Το ένα της χέρι χαϊδεύει το πέος του με λεπτές τελετουργικές χειρονομείες ιέρειας. Κουνάει λίγο τα λαγόνια της κι αλλάζει θέση και με τα δυο της δάχτυλα τον τραβάει προς τα κάτω κολλητά πάνω στη λιγνή κοιλιά της. Τα κορμιά τους σβήνουν η εικόνα τους διαλύεται μέσα στο γαλάζιο φως τινάζεται στον αέρα μέσ’ από τα λευκά φαράγγια των δρόμων της Ταγγέρης μέσ’ απ’  τις σημαίες που ανεμίζουν στον αέρα μέσ’ απ’ το πασαλειμμένο αραβούργημα στην κωλοτρυπίδα ενός αγοριού που χορεύει ξεπετώντας τα υγρά του πάνω σε τοίχους από λάσπη κάτω από ήλιο που αγριεύει και κοιτάζει το δέρμα.'

Ουίλιαμ Μπάροουζ, από το διήγημα 'Λιθόστρωτοι Κήποι', Σελίδες από το Χάος. εκδ. Απόπειρα

Ιntroduction lucide


Η πείνα για το ασύλληπτο ακόρεστη
Από συνταιριάσματα απανωτών αναχωρήσεων
χωρίς άφιξη.
Τα συναγμένα ταφικά πεδία των μπιστρό,
Οι καρέκλες έξω απ’ τα cafes ανώνυμοι υποστηρικτές.
Η ελευθερία και η συμπάθεια αντέχουν την περιοδική
Μεταβολή σε λέξεις δίχως προηγούμενο νόημα.
Στην Rue du Pot de Fer
Τα πρώτα δευτερόλεπτα της αυγής
Τα τελευταία δευτερόλεπτα της αυγής
Σε επεξεργάζονται σαν ξένο σαν
Την κουβέντα που δεν έπιασε τόπο
Και ταξιδεύει ακόμα.



Γιάννης Λειβαδάς, δημοσιευμένο στο προσωπικό του ιστολόγιο: http://livadaspoetry.blogspot.com

  'Η κοινωνικότητα είναι ένα πλατύ χαμόγελο, κι ένα πλατύ χαμόγελο δεν είναι παρά δόντια. Ησύχασε και να σαι καλός.'

  'Υπέροχα ανιδιοτελής, η ομορφιά της, η πεταλούδα δεν το θεωρεί προσωπικό επίτευγμα, χάνεται απλώς στα δέντρα ανάμεσα. Όπως κι εσύ, ευγενής και ταπεινός και μήτε-καν-εδώ, δεν ήταν από διάθεση απληστίας που αντίκρισες το φως που ανήκει στον καθέναν.'


Τζακ Κέρουακ, Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Απόπειρα
 
  'Ωστόσο για το γυμνό κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο μ’ ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια στην καταχνιά, το πρωινό είχε φτάσει πολύ αργά. Δυνατά δάχτυλα είχαν βρει το λαιμό και το λαρύγγι της την προηγούμενη νύχτα και οι σπόροι του θανάτου είχαν σπείρει λουλούδια στον ανοιχτό της τάφο. Ήταν ξαπλωμένη εκεί, με το πρόσωπο γυρισμένο προς τον ανοιχτογάλαζο ουρανό, με τα μάτια ορθάνοιχτα και γυρισμένα προς τα πίσω σαν να αναζητούσαν κάποια απάντηση μέσα της. Οι απαλές αναδυόμενες ομίχλες σχημάτιζαν κάτι σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.'

Μικ Χάρισον, 'Η Αράχνη και η Μύγα'

* * *

  'Γιατί οι αμαρτίες του κόσμου είναι στ’ αλήθεια οι μεροληψίες του, οι ημιτέλειές του και μόνο, και είναι γι’ αυτές που πρέπει να υποφέρει κανείς προκειμένου να τις εξιλεώσει. Ένας τοίχος που έχει παραλειφθεί από ένα σπίτι επειδή τέλειωσαν οι πέτρες, ένα δωμάτιο σ’ ένα σπίτι που έμεινε ανεπίπλωτο επειδή τα χρήματα του ιδιοκτήτη ήταν ανεπαρκή - αυτά τα είδη της ημιτέλειας συνήθως σκεπάζονται ή λουστράρονται με τη μία ή την άλλη πρόχειρη λύση. Η φύση του ανθρώπου είναι γεμάτη με τέτοιες πρόχειρες λύσεις, που επινοούνται από τον ίδιο για να καλύπτει τις ημιτέλειές του. Νιώθει ότι ένα κομμάτι του ευατού του να είναι σαν έναν απόντα τοίχο ή ένα δωμάτιο που έμεινε ανεπίπλωτο και προσπαθεί όσο καλύτερα μπορεί να το βολέψει. Η χρήση της φαντασίας, η καταφυγή στα όνειρα ή στους υψηλότερους σκοπούς της τέχνης, είναι μια μάσκα που επινοεί ο ίδιος για να καλύψει την ημιτέλειά του. Ή η βία όπως είναι ένας πόλεμος, μεταξύ δύο ανθρώπων ή μερικών εθνών, είναι επίσης ένα τυφλό και άσκοπο αντιστάθμισμα για εκείνο που δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη στην ανθρώπινη φύση. Μετά υπάρχει κι ένα άλλο αντιστάθμισμα. Αυτό βρίσκεται στην αρχή της εξιλέωσης, της παράδοσης του εαυτού στη βίαιη μεταχείριση των άλλων με την ιδέα ότι έτσι αποκαθέρεται κανείς από την ενοχή του.'

Τένεσι Ουίλιαμς, 'Ο Πόθος και ο Μαύρος Μασέρ'



από την ανθολογία Σκοτεινά Πάθη, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Liebespaar (1918) - Otto Muelle

  'Είχα έναν εφιάλτη. Είδα το αγαπημένο πρόσωπο να νιώθει άσχημα, περπατώντας σε κάποιο δρόμο, και να ζητά αγωνιωδώς ένα φάρμακο. Όλοι, όμως, περνούσαν και, σοβαροί σοβαροί, του το αρνιόντουσαν, παρά τα ξέφρενα πηγαινέλα μου. Η αγωνία του προσώπου αυτού έπαιρνε μια υστερική τροπή, πράγμα που του καταλόγιζα. Αργότερα κατάλαβα ότι το πρόσωπο αυτό ήμουν εγώ -ασφαλώς· ποιον άλλον μπορείς να ονειρευτείς; Καλούσα όλες τις περαστικές γλώσσες (τα συστήματα), αυτές με αρνιόντουσαν κι εγώ συνέχιζα να ζητώ φωναχτά, άπρεπα, μια φιλοσοφία που «να με καταλάβει» - «να με περιμαζέψει».'

Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, μτφρ. Βασίλης Παπαβασιλείου, εκδ. Ράππα