'Είναι γεγονός ότι η θάλασσα, η «Μητέρα των Ονείρων», είναι ένα από τα πλέον κοινά ονειρικά μοτίβα, ένα αρχέτυπο που αποτελεί πασίγνωστο σύμβολο του ασυνείδητου. Αλλά το βαθύτερο αίνιγμα δεν θα πρέπει να το αναζητήσετε στην παραπάνω απλή ψυχολογική ερμηνεία, η οποία, αν και κατά βάση σωστή, δεν θίγει παρά μονάχα μια ασήμαντη όψη του προβλήματος. Υπάρχουν πολύ βαθύτερες και ουσιαστικές πραγματικότητες από τις επιφανειακές ερμηνείες που δίνει η συμβατική ψυχολογία - κάτι που άλλωστε κατάλαβε και παραδέχτηκε και ο μεγάλος Ελβετός ψυχολόγος Καρλ Γιούνγκ.
   Το αίνιγμα βρίσκεται στα ίδια τα όνειρα - όχι στις ερμηνείες του περιεχομένου τους αλλά στην αληθινή πηγή και την προέλευσή τους. Και συχνά η πηγή αυτή δεν βρίσκεται στο ανθρώπινο ασυνείδητο - απλώς η πορεία των ονείρων ως τη συνείδηση περνά μέσα από αυτό. Για ορισμένα όνειρα, τουλάχιστον, το ασυνείδητο είναι ένας ενδιάμεσος συγκοινωνιακός κόμβος, όχι η αφετηρία.'

Γιώργος Μπαλάνος, Η Σκιά του Κθούλου, εκδ. Locus 7

  'Αν και το χέρι του εξακολουθούσε ν’ αγγίζει την κοπέλα, το μυαλό του είχε παρασυρθεί σε φαντασιώδη ενδεχόμενα. Γιατί δύο πόθοι κυριαρχούσαν και αντιμάχονταν μέσα του: από τη μια μεριά υπήρχε η φλογερή επιθυμία να την κάνει δική του στον κόσμο των ανθρώπων, και από την άλλη να αποτολμήσει ένα ασυγκράτητο άλμα μαζί της, αδιαφορώντας για το καθετί, και να μοιραστούν έτσι οι δυο τους κάποια ανείπωτη έκσταση ευτυχίας πέρα από το γνωστό κόσμο όπου κυριαρχούσαν ο χρόνος και ο χώρος. Η δική της φύση κατείχε ήδη το κλειδί και γνώριζε τον κίνδυνο... Ολόκληρο το είναι του συγκλονιζόταν συθέμελα.
Αυτοί οι δύο ασύμβατοι πόθοι ξέσκιζαν την ίδια του την καρδιά. Στη στιγμή συνειδητοποίησε τις επιλογές του - από τη μια μεριά υπήρχε η ανούσια ερημιά της ανθρώπινης προόδου με το γεμάτο μόχθους μέλλον της, και από την άλλη υπήρχε η χαρά και το μεγαλείο μιας χωρίς ψυχή ευτυχίας που μπορεί η λογική να την απέρριπτε αλλά η καρδιά την αποδεχόταν πρόθυμα ως μια έσχατη αλήθεια.'

Άλτζερνον Μπλάκγουντ, 'Το Στρατί', από την ανθολογία Μυστικοί Τόποι, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Δεν είναι ποιος έζησε εδώ


μα εδώ ποιος πέθανε·
και δεν είναι το πότε
μα το πως·
                    δεν είναι
              ο σπουδαίος διάσημος
μα ο σπουδαίος που πέθανε άσημος·
                        δεν είναι
                               η ιστορία
των κρατών
μα οι ζωές των ανθρώπων.
Οι μύθοι είναι όνειρα,
                   όχι ψέματα,
και η αλήεθια αλλάζει
καθώς αλλάζουν
               οι άνθρωποι,
             και σαν στεριώνει η αλήθεια
οι άνθρωποι θα
               πεθάνουν
                                  και
το έντομο
και η φωτιά και
η πλημμύρα
θα γίνουν
              αλήθεια.

* * *

Φθίνουσα ομορφιά


ένα τριαντάφυλλο
κόκκινο φως του ήλιου·
το παίρνω διαλυμένο
σαν παζλ μες στο γκαράζ·
τα πέταλα είναι λιπαρά
σαν μπαγιάτικο μπέικον
και πεσμένα
σαν του κόσμου τις παρθένες
με την πλάτη στο πάτωμα
κοιτάζω ψηλά
το παλιό ημερολόγιο
που κρέμεται σ’ ένα καρφί
και αγγιζω
το ρυτιδωμένο μου πρόσωπο
και χαμογελώ
γιατί
αυτό το μυστικό
με ξεπερνάει.



Τσαρλς Μπουκόβσκι, Ποιήμαται, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

  'Τὸ μηδὲν ποὺ ὑπάρχει στοὺς κόλπους τῆς ὁλότητας ἐκδηλώνεται στὰ ἀνθρώπινα ὄντα ὅταν αὐτὰ ἀνοίγονται στὸ κάλεσμά του. Τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου ποὺ καλεῖται Τίποτα συλλαμβάνεται ἀπ’ τὴ σκέψη καὶ ἐκφράζεται μέσα ἀπ’ τῆ γλώσσα. Ἡ σκέψη εἶναι ἕνα ἄνοιγμα, κι ἕνα παράθυρό της εἶναι ἡ λογικὴ σκέψη. Οἱ ἀρχαίοι Ἕλληνες κατεύθυναν τὴν πρωταρχικὴ (καὶ ἀναγκαστικὰ ποιητικὴ) σκέψη πρὸς τὴν ὁλότητα ὅλων ὅσα εἶναι, οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἐναρμόνισαν μὲ τὸ χριστιανισμὸ καὶ οἱ Νεοέλληνες τὴν ἀγνοοῦν.'

Κώστας Αξελός, Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας, μτφρ, Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Νεφέλη
Burial I (2010) -  Denis Forkas Kostromitin

φακός


                                                                                        όπως όταν για ώρα
                                                                                        ποζάρεις σε κάμερα που
                                                                                        χωρίς φιλμ
                                                                                        ανακαλύπτεις ύστερα.

στάζει γαλάζιο τον υδράργυρο στις φλέβες
ενώ τριγύρω η πόλη -σε ένα εκατομμύριο στόματα-
υψώνει λεπτοδείχτη: σιω
πή. ένα τρέμουλο κλεισμένο μες στον γύψο.
το κορίτσι φορά αδέξια τον ορίζοντα, δεν ξέρει πως να στραφεί.

στο ύψος: θάλασσα
καθαρές πινελιές σε
ό,τι γυαλί έμεινε στην ακτή
να περιμένει τα παλιά κύματα.

τόσο ξέρω μονάχα
            το υπόλοιπο έμεινε
                        μέσα στη μηχανή.

* * *

πρώτο καφέ για την αυριανή γυμνότητα


ο όσιος Βενέδικτος Σπινόζα
κρυμμένος στη γωνία του μαλωμένου ραντεβού
με τα φεγγάρια ματογυάλια και το χαμόγελο του αγκίστρι
                                                        στο πουλοβεράκι της

κατά την Ιστορία που φουρκισμένη πλάτη φεύγει απομακρύνεται

που δεκάξι χρονών ή αιώνων δεν ανέχεται στησίματα δεν έχει χρόνο
αφήνοντας του πόντο πόντο κάθε βήμα κόκκινη κλωστή
το νήμα της υπόσχεσης επίδωρο στη θέα
                                                          από το κωλαράκι της.



Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας


ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ


παράξενος οδοιπόρος
με ανοσία στο σκοτάδι
περπατάει τις νύχτες
όταν ο κόσμος ηρεμεί
και παύει να τον κυνηγάει
εντός του ψυχορραγούν οι μέρες και το φως
η μοίρα του μια σκοτεινή αλήθεια
κήποι μυστικοί
με πέτρινες γυναίκες και φίδια
είναι τα καταφύγιά του
την κτηνωδία των ανθρώπων
την έχει πια προσπεράσει
ο ήλιος είναι για κείνον μια ύπουλη ψευδαίσθηση
όπως και ότι κάποτε τόλμησε να αγαπήσει

υπομονή λέει στον εαυτό του
το φως αργά ή γρήγορα θα εκλείψει

* * *

ΚΑΤΑΚΡΗΜΝΙΣΗ


έπειτα από την κατακρήμνισή της
από τον ουρανό
τίναξε τα αστέρια που είχαν γαντζωθεί
στο κορμί της
ανέπνευσε βαθιά τον αέρα
που θάμπωνε
τις ψευδαισθήσεις της
και με ένα δεύτερο σώμα
να κεντάει σαν πληγή την έκπτωτη ζωή της
πήρε το δρόμο της επιστροφής

(πόσο αλύγιστοι είναι οι νόμοι του σύμπαντος)



Βασίλης Τσιρώνης, Cordoba, εκδ. Γαβριηλίδης


'Πρώτο τὸ ἔγκλημα τῶν ἐλλειπώσεων.
Πρῶτο τῶν ὀργασμώσεων μὲ ἐνταφιασμό, τῶν μελαγχολιώσεων,
ἀδίσταχτων παραλυάσεων, φριχτῶν ὀγκώσεων
τοῦ κέντρου τῆς ὁράσεως καὶ τῆς ἁφῆς,
τῶν τελειωτικῶν σπασμώσεων
ποὺ διακόπτουν μ' αἰφνίδιο στραγγαλισμό,
καὶ πρῶτο
τῶν ἄσκοπων περιπλανήσεων, τῶν παρακλητικῶν
προσκλήσεων, παραπαλανητικῶν μέσα στὴ νύχτα
προσφορῶν,
πρῶτο τὸ ἔγκλημα τῶν ἐρημώσεων
καὶ τῆς ἀποβολῆς τοῦ γενεθλίου σπόρου μὲ τανάλιες
ἀπὸ πυρκτωμένο μάρμαρο
γιὰ νὰ συντρίψουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἐμπνευσμένου κρύσταλλου.
                         Τὰ εἶχε διαπράξει ὅλα
                         μὲ τὸ σῶμα της. Ποτὲ
              δὲν ἔνιωσε αὐτὸ ποὺ νιώθεται μετὰ
τὸν φόνο. Ἔνιωθε ἄδεια ἀπὸ ἔγκλημα μετά. Καὶ νά την την
                                     τώρα.
                         Φραγμένη ἀπὸ λάσπη.
                          Χτισμένη στὴ σκόνη.'

Δημήτρης Δημητριάδης, από το 'Ὁ Τουφεκισμὸς τῆς Σαλονίκης, Ἕνα πατριωτικὸ ποίημα' της συλλογής Κατάλογοι 5-8, Οι Σκηνές του Μαρτυρίου, εκδ. Άγρα
Dolls III (2010) - João Ruas

Ὅταν γεράσεις


Ὅταν σοῦ ἀσπρίσουν τὰ μαλλιὰ κι εἶναι ὁ ὕπνος σου πολὺς
καὶ γέρνεις πλάι στὴ φωτιά, πάρε κι αὐτὸ κοντά σου,
τὰ μάτια σου, διαβάζοντας, τὰ τρυφερὰ νὰ ὀνειρευτεῖς
καὶ τὶς σκιὲς πῶς βάθαιναν ἄλλοτε στὴ ματιά σου·

καὶ πόσοι σ’ ἐρωτεύτηκαν σὰν ἔσμιγες μὲ τὴ χαρὰ
τὴ χάρη σου κι ἀγάπησαν πολὺ τὴν ὀμορφιά σου,
μὰ ἕνας μόνο λάτρεψε τὴ φιλαπόδημη καρδιὰ
καὶ τοὺς καημοὺς ἀγάπησε στὰ τόσα πρόσωπά σου·

κι ἔπειτα γονατίζοντας στὴ σχάρα ποὺ φεγγοβολᾶ,
ψιθύρισε, λυπητερά, ὁ Ἔρωτας ἐκεῖνος
πῶς ἔφυγε, περπάτησε γιὰ λίγο πέρα στὰ βουνά
καὶ τὴ μορφή του ἔκρυψε σ’ ἕνα τῶν ἄστρων σμῆνος.



Oυίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, από το Μπαλάντες και Περιστάσεις, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Άγρα

  'Στὸν τάφο του, ποὺ ἔγινε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιθυμίες του, ζήτησε νὰ χαράξουν τοὺς ἑξῆς στίχους:

Ρόδο, ὦ καθαρὴ ἀντινομία, ἀπόλαυση
Τοῦ κανενὸς ὁ ὕπνος νά σαι κάτω ἀπὸ τόσα
Βλέφαρα

   Σ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, τὸ τριαντάφυλλο, ποὺ τόσους πόνους τοῦ προκάλεσε μὲ τ ἀγκάθια του, ὑπῆρξε ἀντικείμενο γοητείας, μαγείας, εὐφροσύνης, ἐνθουσιασμοῦ, ὀνειροπόλησης καὶ κατάνυξης. Στὸ σύντομο αὐτὸ ποίημα, μετατρέπεται σὲ μιὰ ἀλληγορία τοῦ «καθαροῦ», δηλαδὴ τοῦ «συμφιλιωμένου». Ἐπιπλέον ἐμφανίζεται καὶ ὡς πλησμονὴ τοῦ τίποτα («τοῦ κανενὸς ὁ ὕπνος»), ποὺ μετατρέπεται στὸ συμβολικὸ ἄνθος τοῦ παγκόσμιου πνεύματος. Εἶναι ὅμως παράλληλα καὶ τὸ κρυπτογραφικὸ σημείωμα γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν οὐσία τοῦ νεκροῦ ποιητῆ.
Τὰ βλέφαρα ἔχουν διπλὴ σημασία: ἀναφέρονται στὸ συγκεκριμένο τμῆμα τοῦ ματιοῦ (Lider), ἀλλὰ καὶ στὰ τραγούδια (Lieder) τοῦ τραγουδοποιοῦ ποὺ κείτεται μέσα στὸν τάφο. Πίσω ἀπ αὐτά, πίσω ἀπὸ τὴν ἐκτυφλωτική, αἰώνια μοσχοβολούσα ἄνθηση τοῦ ἔργου του, ὁ ἴδιος, ποὺ εἶναι καὶ ὁ συγγραφέας αύτοῦ τοῦ κειμένου, ἐξαφανίζεται ὡς ἕνα  τίποτα - ἕνας ὕπνος ποὺ κανεὶς δὲν κοιμᾶται.'


Αλέξανδρος Ίσαρης, Κάτω από Τόσα Βλέφαρα, εκδ. Ίκαρος

  'Η εξωτική μελωδία δυνάμωνε και χαμήλωνε μέχρι που ’σβηνε σχεδόν, θυμίζοντας αμυδρά κάποιο κομμάτι του Ραβέλ. Ήταν σαν να ’βγαινε από τη φλογέρα κάποιου γητευτή φιδιών, και η ασημένια θεά ακολουθούσε το ρυθμό της. Το ασημορόδινο κορμί της μια φαινόταν να ψηλώνει απίστευτα και την άλλη να βουλιάζει και να λιώνει στο πάτωμα, σαν να μην ήταν φτιαγμένο από σάρκα και οστά, μα απ’ αναλυτό ασήμι. Ύστερα ορθωνόταν πάλι κυματιστά, φιλήδονα, με τα μπράτσα και τα δάχτυλα ν’αναδεύονται φιδίσια. Σαν μια ζωντανή φλόγα που προσκαλούσε –και προκαλούσε– όλους γύρω της να τη ζυγώσουν... ν’ αφεθούν στα χάδια της...'

Γιώργος Μπαλάνος, Νύχτες της Εκάτης, εκδ. Locus 7

  'Δημιουργική ὑπέρβαση τῆς φύσης σημαίνει ὅτι ἡ φύση δέν εἶναι πιά τό ἀκλόνητο καί αἰώνιο θεμέλιο τῆς σκέψης καί τῆς πράξης. Χρέος μας εἶναι τόσο νά τή σεβόμαστε, ὅσο καί νά τή μεταμορφώνουμε μέ τόν λιγότερο βέβηλο τρόπο.
   Δημιουργική ὑπέρβαση τοῦ θεοῦ σημαίνει τήν ἀναγνώριση ὅτι οὔτε ὁ θεός εἶναι τό πρῶτο καί ὕστατο θεμέλιο. Εἴμαστε προορισμένοι νά σκεφθοῦμε καί νά ζήσουμε τήν παρουσία τῆς ἀπουσίας τοῦ θεοῦ καί πέρα ἀπό τήν παρουσία καί τήν ἀπουσία, τήν πίστη καί τήν ἀπιστία, νά ἀνοιχτοῦμε σέ ἕνα μή θεολογικό ὁρίζοντα.
   Δημιουργική ὑπέρβαση τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει νά πάψουμε νά θεωροῦμε τόν ἄνθρωπο κέντρο, θεμέλιο, κάτοχο καί ἐξουσιαστή ὅσων ὑπάρχουν. Βαδίζουμε ἤδη σ ἕνα δρόμο πού ὁδηγεῖ στό ξεπέρασμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι ὅτι οἱ ἐμπειρικοί ἄνθρωποι θά πάψουν νά ζοῦν καί νά ἀναπαράγονται. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὅμως ἤδη ἀρχίσει νά μήν ἀνήκει στόν ἄνθρωπο· γίνεται ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ ἀνοιχτοῦ Ὅλου. Αὐτό ὀνομάζω μεταμόρφωση, ἀνάληψη τοῦ ἀνθρώπου.
   Οἱ τρεῖς αὐτές ὑπερβάσεις εἶναι ἀλληλένδετες, ἀποτελοῦν τόν ἕνα στόχο τοῦ στοχασμοῦ. Ὁ ποιητικός αὐτός στοχασμός ἀποτελεῖ μία προσπάθεια πού ἀφορᾶ ὅλους μας -εἴτε τό ξέρουμε εἴτε ὄχι- καί προσφέρεται σάν δῶρο πού τοῦ κάνει τό Ἄνοιγμα, τό ὁποῖο δέν εἶναι μία ὑπέρτατη ἀρχή καί δέν ἔχει κανένα περιοριμένο ἤ γενικό σκοπό. Χωρίς γιατί. Χωρίς ἐπειδή. Χωρίς αἰτιατικό προσδιορισμό καί χωρίς νά ἀποτελεῖ μία μοίρα πού ἔρχεται ἀπό τά ἔξω ἤ ἐπιβάλλεται άπό τά μέσα.'

Κώστας Αξελός, Από το Εργαστήρι της Σκέψης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πληγές, ελάφια και βέλη
αστραφτερά πόδια βυθίζονται κουκουλωμένα
κοντά σε γαλήνιες γυναίκες.
Εντυπωσιακή η υπακοή των ανθρώπων της λίμνης.
Εκπληκτικά σπήλαια για λεηλασία.
Χαλαρά, χωρίς νεύρο, μπαλέτα λαφυραγωγίας.
Αγόρια τρέχουν.
Κορίτσια κραυγάζουν, πέφτουν.
Ο αέρας είναι πυκνός από καπνό.
Νεκρά σύρματα που κροταλίζουν χορεύουν
          λίμνες από θαλάσσιο αίμα.

*

Ἐνα ζευγάρι φτερούγες
Συντριβή
Σφορδοί άνεμοι του Κάρμα

Σειρήνες

Γέλιο και νεανικές φωνές
στα βουνά.

*

Άγρια μοίρα

Γυμνό κορίτσι, που το βλέπεις από πίσω,

σ ένα δρόμο της φύσης

Φίλοι
εξερευνούν τον λαβύρινθο

- Κινηματογραφική ταινία
νεαρή γυναίκα εγκαταλελειμένη στην έρημο

Μια πόλη τρελάθηκε από τον πυρετό



Τζιμ Μόρισον, Νέα Πλάσματα, μτφρ. Γιώργος Βολουδάκης, εκδ. Άρκτος

  'Ἀλλά καθώς ὁ ποιητής προσεγγίζει τή θεία παρουσία, τήν καρδιά τοῦ ρόδου τῆς φωτιᾶς, ἡ προσπάθεια τῆς μετάφρασης σέ λόγο γίνεται ὁλοένα καί πιό κοπιαστική. Οἱ λέξεις γίνονται ὁλοένα καί λιγότερο ἐπαρκεῖς γιά νά ἀποδώσουν τήν ἄμεση ἀποκάλυψη. Τό φῶς περνάει ἐλάχιστα στόν λόγο ἀντί νά καθιστᾶ νοηματικά διάφωτη τή σύνταξη· μοιάζει νά διασκορπίζεται σ’ ἕνα ἀσύλληπτο θαῦμα ἤ κατακαίει τόν λόγο μεταβάλλοντάς τον σέ στάχτη. Αὐτό εἶναι τό δράμα τοῦ τελευταίου Ἄσματος. Καθώς ὁ ποιητής προχωρεῖ μπροστά, οἱ λέξεις του πέφτουν πίσω.'

Τζορτζ Στάινερ, Η Σιωπή και ο Ποιητής, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος

Ξαναγυρίζω, μένω έκπληκτος
που βρίσκω εκεί το θλιμμένο της πρόσωπο
ως μέσα στη σπηλιά ουρανός και χώμα
και μια μια οι παλιές φωνές
πέρα απ τον τάφο
κι αργά το ίδιο φως
που στις πεδιάδες της Ένα με αργούς βιασμούς
μούσκευε πριν από λίγο τα χορτάρια
και οι ίδιοι νόμοι όπως πριν από λίγο
κι αργά στον ορίζοντα που σβήνει
η Περσεφόνη και η Άτροπος
αξιολάτρευτο του αμφίβολου κενού
ακόμα το στόμα σκιάς

*

τέτοια σιωπή που ό,τι ήταν πριν
ποτέ ξανά δε θα ναι
από τον ξεσχισμένο ψίθυρο
μιας λέξης χωρίς παρελθόν
να χει πει πάρα πολλά μην μπορώντας άλλο
κάνοντας όρκο να μη σιωπήσει πια

*

κάθε μέρα επιθυμείς
να σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες


Σάμουελ Μπέκετ, Ποιήματα Συνοδευόμενα από Σαχλοκουβέντες, μτφρ. Γιώργος Βίλλιος, εκδ. Ερατώ

Σήραγγα - Αρμπέν Ντέντια


Αυτή η σήραγγα που παιδί εγώ την περνούσα
χαρούμενος, με το τρένο των θερινών
διακοπών, είναι το αιδοίο της μάνας μου
ενώ γεννιέμαι· κι αυτό το σφύριγμα,
που έρχεται φοβισμένο από το σκοτάδι
της σήραγγας, είναι του κορμιού μου
καθώς γλιστράει στους μηρούς ανάμεσα
της μάνας μου· κι αυτό το μακρινό φως, στο βάθος
της σήραγγας, αυτό το φως που σου κόβει
την ανάσα, αυτή η χοάνη χρωμάτων
που ορμάει αστραπιαία πάνω μου,
είναι ο θάνατος, ο ωραίος θάνατος που περιμένω.

* * *

Μαύρες παπαρούνες του θανάτου - Αγκρόν Τούφα


Μαύρες παπαρούνες του θανάτου... η συμφορά σας ντύνει νοσταλγικά
σε τούτη την εξώπορτα, κάτω από τις βροχές που θωρακίζουν τον Νοέμβρη.
Η στέγη στο παραγώνι,
αρπαγμένη, λες με τα νύχια, πάνω στη ράχη, τη σκεπασμένη από μυρτιές,
αποπνέει ανία, χάνεται κάποτε στην άχνη
του θαμπώματός της,
που βγάζει από μέσα της και σκορπάει στο χερσότοπο.
Απ’ τις πλευρές, πλησιάζει η ερήμωση
κι αρχίζει να γερνάει το Πνεύμα της ουσίας.
Τα θεμέλια τούτης της στέγης βράζουνε από μαύρα προαισθήματα, ενώ
από τα κρύα μέτωπα των απέναντι βουνών ξετυλίγονται
κάτι σάβανα στείρων χρωμάτων
για να φάνε στο τέλος αυτό το καστανό μανιτάρι
με την ομπρέλα του μαρτυρίου στην πλάτη.

* * *

Η γυναίκα μου μου δίνει ένα ροδάκινο - Ιντλίρ Αζίζι


Η γυναίκα μου μου δίνει ένα ροδάκινο και με ρωτάει
γιατί γελάω. Το ροδάκινο το έχει καθαρίσει
επειδή ξέρει ότι η φλούδα του μου προκαλεί αλλεργία. Τη βλέπω
αργότερα γυμνή και κουλουριασμένη στο κρεβάτι γι’ αυτό
σηκώνομαι και γράφω ένα γράμμα για την Jorie Graham:
«(a woman whose body is the limit of every peach)».
Ύστερα κοιτάζω τον ουρανό τη νύχτα
και ούτε που μπορώ να καταλάβω τη στάση του παραθύρου,
ακριβέστερα, καταλαβαίνω πως είναι η πρώτη φορά που
σκέφτομαι κάτι τέτοιο: ο Άμλετ, στοχάζομαι,
θα έπρεπε να είχε μείνει πιο πολύ στο σκοτάδι
και μετά να παντρευτεί· στοχάζομαι,
ο Άμλετ είναι ο τάφος της γεωμετρίας· αλλά έβαλε ψύχρα,
γι’ αυτό κλείνω το παράθυρο και περπατώ προς τα πίσω,
μέχρι το κρεβάτι, προσέχοντας μήπως ακούσω καμιά καινούργια
λέξη που βρίσκεται στο δρόμο από τον καθρέφτη προς εμένα.



από την Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης, μτφρ. Ρομέο Τσολάκου, εκδ. Ροές

Ἄλλη μιὰ χρονιὰ σ’ αὐτὸν τὸν κατάκοπο κόσμο: τὸ ἴδιο σῶμα.
[1814]

Ὑπάρχω: στέκομαι ἐδῶ καῖ χιονίζει.
[1805]

Αὑτὴ ἡ παγωνιὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ θεοῦ.
[1815]


Κομπάγιασι Ίσα, Μύγες και Βούδες, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Γαβριηλίδης
Network of Stoppages (1914) - Marcel Duchamp

'Εἶναι καιρὸς νὰ συντριβοῦν μὲ τρόπο ἀνοικτίρμονα ὅλα τὰ μικρά μεγέθη - κοίταξε ἀπὸ ὅσες πλευρὲς ἀντέχει τὸ μυαλό σου τὴν λέξη «μικρά», εἶναι πάρα πολλὲς. Ἀτίμασαν ἐξανδραπόδισαν στὸ ὄνομα τοῦ μέτρου τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μέτρησε τὸν ἄνθρωπο μὲ μέτρο τὴν ἀτίμωση καὶ τὸν ἐξανδραποδισμό. Ἡ δική σου ἀναμέτρηση εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα τῆς ἀρχῆς τῆς συντριβῆς. Δὲν θὰ ὑπάρξει ἐπαναφορά.

Ἡ συντριβὴ θὰ εἶναι ἀνοικτίρμων. Καὶ κάθε εἴδους οἴηση εὐπρόσδεκτη, γιὰ νὰ κορυφωθεῖ σὰν νύχτα ποὺ συνέχει σὲ μιὰ νύχτα ὅλες τὶς νύχτες, καὶ γιὰ νὰ συντριβεῖ κι αὐτὴ μεταλαμπαδεύοντας σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους τὴν ἀπύθμενη λύσσα τῆς ἀπύθμενης πείνας της ποὺ θὰ τὴν κάνει νὰ ἐπιζεῖ μετὰ τὴ συντριβή της.'


Δημήτρης Δημητριάδης, Η Ανθρωπωδία. Η Ανάθεση. (Προοίμιο σε Μία Χιλιετία), εκδ. Άγρα

  'Λένε πως ο θάνατος είναι ένα άγνωστο, άπιαστο, ακατάληπτο, άρρητο μυστήριο. Ο θάνατος μπορεί να είναι απολύτως γνωστός, απτός, καταληπτός, ρητός. Ένα πρωί ξύπνησα και βρήκα τη γιαγιά μου νεκρή. Ήταν τόσο νηφάλια και σιωπηλή, τα μάτια  της κοιτούσαν μέσα της και τα χέρια της είχαν αγκαλιάσει το στήθος της. Υπέροχα πρέπει να είναι εκεί πέρα, όπου κι αν είναι το εκεί πέρα, σκέφτηκα. Στο πρόσωπό της νεκρής γιαγιάς μου αντίκρισα για πρώτη και τελευταία φορά την ευδαιμονία. Εκείνο το πρωί ο θάνατος και η ευδαιμονία συγκατοίκησαν αξεδιάλυτα μέσα μου.'

  'Είμαι ένας μοναχικός. Η μοναχικότητα με δημιούργησε κατ’ εικόνα της. Η μοναχικότητα διαφέρει ριζικά από τη μοναξιά. Μοναξιά αισθάνεται εκείνος του οποίου η σχέση του με τους ανθρώπους διαψεύστηκε. Ποτέ δεν αισθάνομαι μοναξιά: η μοναξιά αφορά μόνο όσους έχουν ανάγκη τους άλλους.'


Γιώργος Λαμπράκος, Αναμνήσεις από το Ρετιρέ, εκδ. Γαβριηλίδης

'[...] Πές μου, παιδί μου,
εἶναι ἡ καρδιά σου τόσο βαριὰ ὅσο
ἡ δική μου, χρόνο μὲ τὸν χρόνο
μιὰ σύρτις ἀπό βότσαλα παρασύρεται
ἀπό τὰ κύματα τῆς θάλασσας
ὅλο καὶ ψηλότερα στὸν Βορρᾶ,
κάθε πέτρα καὶ μιὰ νεκρὴ ψυχή,
καὶ αὐτὸς ὁ οὐρανὸς τόσο γκρίζος,
τόσο ὁμοιόμορφα γκρίζος
καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ
δὲν ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ
νὰ κρέμεται τόσο χαμηλά.'

Β. Γκ. Ζέμπαλντ, Εκ του Φυσικού, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα

+10. ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΟ ΣΑΝ ΝΥΦΗ *




















* Μαύρο και διαστελλόμενο -κατά αποκλειστικό κανόνα-, μα στη σελίδα αυτή αποφάσισα το σύμπαν να συστέλεται λευκό: Ας πούμε πως, εδώ, του παρέχω ευκαιρία να ξαποστάσει για μια στιγμή απ τη μοίρα του. (Χρεώστε μου ουτοπία και ναρκισσισμό. Ναι, οπωσδήποτε, σωστά. Αλλά: Ό,τι σε ποίημα πεις, υπάρχει.)


Βασίλης Αμανατίδης, από το 4 - D: Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων, εκδ. Γαβριηλίδης


  'Πέρα από αυτά βίαζε αγόρια ελεύθερων οικογενειών και αποπλανούσε παντρεμένες γυναίκες. Διέφθειρε ακόμα και την Εστιάδα Παρθένο Ρουβρία. Με το Νόμο για τις Ελεύθερες Γυναίκες, έκανε σχεδόν νόμιμη σύζυγό του την απελεύθερη Ακτή, αφού δωροδόκησε μερικούς ανθυπάτους να ψευδορκήσουν βεβαιώνοντας ότι είχε βασιλική καταγωγή. Ευνούχισε το παιδί Σπόρο και αποφάσισε να τον κάνει γυναίκα του. Τέλεσε μαζί του, με όλες τις τυπικότητες γάμο, με προίκα και νυφικά πέπλα και τον εγκατέστησε στο σπίτι του, ακολουθούμενος από πλήθος λαού. Και συμπεριφέρθηκε απέναντί του σαν να ήταν σύζυγός του. Τότε κάποιος έκανε μια έξυπνη παρατήρηση που λέγεται ακόμα και στις ημέρες μου: «Το καλύτερο για τον κόσμο θα ήταν αν ο πατέρας του Νέρωνα, ο Δομίτιος, είχε κι αυτός μια γυναίκα σαν τον Σπόρο». Τον Σπόρο, που στολιζόταν σαν αυτοκράτειρα και είχε δικό του φορείο, τον έπαιρνε μαζί του στα δικαστήρια, στις ελληνικές αγορές και αργότερα και στην ίδια τη Ρώμη, φιλώντας τον τρυφερά, ανοιχτά στους δρόμους. Ήταν γνωστό πως επιδίωκε άνομες σχέσεις με την ίδια τη μάνα του, αλλά τον εμπόδισαν οι εχθροί της Αγριππίνας, επειδή φοβούνταν πως οι σχέσεις αυτές θα έδιναν στην αυταρχική και προκλητική αυτή γυναίκα νέες δυνατότητες επιβολής. Πολλές συζητήσεις έγιναν σχετικά μ’ αυτό, όταν ο Νέρων περιέλαβε στις παλλακίδες του και κάποια που έμοιαζε πολύ με τη μητέρα του, λέγεται πως, όταν μετακινούνταν με το φορείο του μαζί της, είχαν αιμομεικτικές σχέσεις, πράγμα που προδιδόταν από τα λερωμένα της ρούχα.'

Σουητώνιος, Η Ζωή των Καισάρων: Νέρων, μτφρ. Περικλής Ροδάκης, εκδ. Παρασκήνιο

  'Τόσο ἀπό τήν ἀνάγκη ὅσο καί ἀπό τή μοίρα, τόν μόρον -τό μέρος τοῦ Ὅλου πού εἴμαστε καί παραμένουμε ὅ,τι κι ἄν σκεφθοῦμε καί κάνουμε, ἐμεῖς οἱ θνητοί, οἱ ἄνθρωποι-, δέν σκεφτόμαστε αὐτό πού πραγματικά θέλουμε, ἀλλά αύτό πού μᾶς παρέχεται καί ὅπως, μέ τή σειρά μας, τό παρέχουμε καί τό δουλεύουμε. Ἥ ἀνώτατη αὐτή «συντυχία» πού ὀνομάστηκε εἱμαρμένη, εἶναι αὐτό πού μᾶς ἔλαχε, τό Αὐτό, καί στέκεται στόν ὅλο χρόνο, πίσω μας καί μπροστά μας καί πέραν τῆς παρουσίας καί τῆς ἀπουσίας, εἶναι καί δέν εἶναι «μέσα» μας καί «ἔξω» μας. Ὁ Κόσμος -εἴτε τό ξέρουμε εἴτε ὄχι- εἶναι τό κύριο, μοναδικό καί πολλαπλό μέλημά μας, ἐμᾶς τῶν θνητῶν, πού συνέχεια τόν ἀμελοῦμε. Ἀνοιχτός καί ὑπέρτατος ὁρίζοντας τῶν ὁριζόντων, δέν περιορίζεται στό νά ἀποτελεῖ ἔστω καί τόν ὁρίζοντα. Καί ὁ πιό ἀπέραντος καί βαθύς ὁρίζοντας ἔχει τά ὅριά του, στρέφεται πρός ἐμᾶς κι ἐμεῖς στρεφόμαστε πρός ἐκεῖνον, τί γίνεται ὅμως μέ ὅ,τι ἀποστρέφεται; Ἡ ἐμπειρία καί  ἡ σκέψη μας καθορίζονται σάν ὁριζόντιες, διαγώνιες καί κάθετες. Δέν παύουν νά μᾶς ξεφεύγουν. Ὁ Κόσμος περιέχει -δέν εἶναι, ὅμως, το δοχεῖο πού περιέχει λουλούδια καί ἀγκάθια- ὅλες τίς περιοχές τῶν κόσμων. Δέν ὑπακούει σέ κανόνες ἐνδοκοσμικούς ἤ ἐξωκοσμικούς, ἐμψυχώνει καί συνθλίβει τήν κάθε σκέψη. Τό ἀπεριόριστο ἀλλά ὄχι ἄπειρο, ἀνοιχτό καί μή ἀθροιστικό Σύνολο ὅλων τῶν ἐπιμέρους συνόλων, πού καί αὐτά ἀκτινοβολοῦν, μέσα ἀπό τήν ἀρθρωμένη, διαρθρωμένη καί ἐξαθρωμένη ἀποσπασματικότητά του, «εἶναι» (τά εἰσαγωγικά ἐπιβάλλονται) Αὐτό πού μᾶς προσφέρεται, μᾶς δίνεται, μᾶς χαρίζεται, μᾶς ἀναγκάζει καί μᾶς ἀπελευθερώνει (ἀπό τί;) ὥστε -καί ὄχι γιά- νά τό σκεφθοῦμε. Ταυτόχρονα, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται, συγκαλύπτεται, ἀπομακρύνεται καί ἀποτραβιέται.'

Κώστας Αξελός, Γιατί Σκεφτόμαστε; Τί να Πράξουμε;, εκδ. Νεφέλη

  'είτε πράξεις το ένα είτε πράξεις το άλλο, τίποτα πια δεν έχει σημασία... πάψε να σκέφετσαι πως η ζωή πέρα απ’ το ανέφικτο όνειρο της δίδυμης ομορφιάς είναι εφιάλτης... είναι ο συμβιβασμός με την ήττα κι είναι η άλλη όψη του υπέροχου... Διότι είτε αποφασίσεις να μείνεις και να παλέψεις με την προφορική βλακεία που παράγει ο εγκλωβισμός σου, είτε τελικά αποχωρήσεις αυτήν εδώ τη στιγμή, ένα και το αυτό... η ιστορία διαρκώς θα παραλλάσσεται και μόνον η πιθανότητα της ομορφιάς θα παραμένει...'

Αλέξανδρος Κάππα, Η Ρουφήχτρα, εκδ. Post Script

  'Μελλόνυμφοι, ἡ τελετὴ τοῦ Γάμου σας θὰ γίνει σὲ τρεῖς χρόνους. Προσέξτε νὰ τηρηθοῦν αὐστηρότατα οἱ ὅροι τῆς τελετῆς, γιατὶ μόνον αὐτοὶ ἐγγυῶνται τὸ μέτρο, τὸ θεῖο μὲτρο. Αὐτὸ τὸ μέτρο εἶν’ ὁ νόμος μας, ἄφθαρτη παρακαταθήκη τῶν ἀθάνατων προγόνων, γιατὶ πρέπει νὰ ξέρετε πὼς ὁ σωστὸς τρόπος διεξαγωγῆς τῆς τελετουργίας θὰ μᾶς δώσει τὸ πολυπόθητο ἀποτέλεσμα ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὰ ὁλοκληρωμένη ἕνωσή σας. Αὐτὸ σημαίνει πὼς, γιὰ νὰ ἑνωθεῖτε τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, ὀφείλετε νὰ συγχρονίζεστε, νὰ παρακολουθεῖ ἀσταμάτητα ὁ ἕνας τὴν πορεία τοῦ ἄλλου, νὰ ἐκτιμᾶ τὴν πρόοδό του, νὰ ἐπιβραδύνει, ἤ νὰ ἐπιταχύνει τὴν προσπάθειά του ἀναλόγως. Πρόκειται, ὅπως καταλαβαίνετε, γιὰ ἕναν ἀγώνα ἡδονικοῦ δρόμου, γιὰ μιὰ εὐγενὴ αἱματηρὴ ἅμιλλα πρὸς τὴ συζυγικὴ εὐτυχία. Τὰ καλὰ αἵμασι κτῶνται.
   Γνωρίζετε αύτὸ τὸ σύστημα τῶν ὁριζόντιων λεπίδων, ποὺ σᾶς χωρίζουν καὶ ποὺ θὰ σᾶς ἑνώσουν γιὰ πάντα. Σᾶς συμβουλεύω ν’ ἀποκλείσετε ἀπὸ τὼρα κάθε εἵδους ἀπερίσκεπτες πρωτοβουλίες ἐπιδεικτικῆς φύσεως. Συναισθανθεῖτε βαθύτατα τοῦτο: εἶστε δέσμιοι ἑνὸς αὐστηροῦ καὶ ἀμείλικτου μυστηρίου. Συνεπῶς: μὴ χάνετε τὸν ἔλεγχο τοῦ πάθους καὶ τοῦ πόθου. Μὴν παραφέρεστε. Μὴν ἐπιδιώκετε νὰ φτάσετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γρηγορότερα ἀπ’ ὅσο τὸ ἐπιτρέπει ἡ διάρκεια τῶν τριῶν χρόνων. Ἡ πάλη τῶν φύλων δὲν ἔχει ἐδῶ καμμία θέση. Οἱ λεπίδες αύτὲς σᾶς ἐξισώνουν μιὰ γιὰ πάντα. Συνυπάρχετε ἤδη ἐπὶ ἴσοις ὅροις μέσα στὸν ἀνελἐητο Νόμο τοῦ Γάμου σας ποὺ εἶναι ἡ θυσία τοῦ αἵματός σας στὴ Νέα Ἐκκλησία.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Η Νέα Εκκλησία του Αίματος: Μία Θεατρική Ανάσταση, εκδ. Άγρα

  'Το σκυθρωπό μεγαλείο αυτών των απόμακρων και μοναχικών τόπων μάλλον τον κατέκλυζε με μια αίσθηση της δικής του ασημαντότητας. Η βλοσυρή αίσθηση των πυκνόφυτων και άγριων περιοχών, που θα μπορούσαν να περιγραφούν μονάχα σαν αμείλικτες και τρομερές, φαινόταν ν’ αναδίδεται από εκείνα τα αλαργινά γαλάζια δάση που αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα και που αποκαλύπτονταν τώρα μπροστά τους. Καταλάβαινε τη σιωπηλή τους προειδοποίηση. Είχε επίγνωση της δικής του απόλυτης ανημποριάς.'

  'Τα πιο ευάλωτα σημεία ενός ανθρώπου, μάλιστα, λένε ότι είναι τα πόδια και τα μάτια του· τα πόδια, βλέπετε, επειδή αποζητούν την περιπλάνηση και τα μάτια επειδή αποζητούν την ομορφιά.'

Άλτζερνον Μπλάκγουντ, Γουέντιγκο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Σκιές


Από απλησίαστες για μένα γειτονίες
σκιές κατεβαίνουν
αγόρια εραστές
μεγαλωμένα μ' επίθεση και πόθο
Σκιές με όνειρα απραγματοποίητα
με μάτια που με τρομάζουν
γεμάτα ψέμα κι αυθορμητισμό
Απ' το μυαλό τους ξεπηδάνε
μηχανές λαμπερές
γκόμενες ξεσκισμένες
και μοναξιές θανάσιμες
Σκιές που πλαγιάζω μαζί τους
που με ποθούν
μόνο εκείνη τη στιγμή
μεσ' από μύθους κάγκελα
κι από σαλταρισμένες εμπειρίες
Μοναχικές σκιές
που πεθαίνουν στα εικοσιπέντε τους

Από απλησίαστες για μένα γειτονιές
σκιές κατεβαίνουν.

* * *

Θα κλαίμε


Θα 'ρθει η στιγμή
που δε θα μπορούμε να κλάψουμε
για κανέναν που αγαπήσαμε
Γιατί δεν υπήρξε
Θα κλαίμε μόνο για το τι μπορούσαμε να κάνουμε
και τι δεν κάναμε
για να μην έρθει η στιγμή



Πάολα, Σαλτάρισμα, εκδ. Σιγαρέτα

  'Εφόσον η Μαγεία έχει σαν αντικείμενο την ανακάλυψη του Ανώτερου Εαυτού και τη σύνδεση του με τον υπόλοιπο πνευματικό κόσμο με στόχο τη συνεργασία, ένας τρόπος να το πετύχει είναι να ενώσει προσεκτικά τα επίπεδα του ατομικού Ασυνείδητου με τα διάφορα πεδία του Συλλογικού. Το αποτέλεσμα της αποδοχής της ύπαρξης του προσωπικού Ασυνείδητου λειτουργεί σαν καταλύτης των συνηθισμένων αντιστάσεων κατά την ελεύθερη λειτουργία του. Για αυτό, απόρροια τούτης της αποδοχής είναι η συνεργασία με εκείνο το τμήμα της Φύσης που ονομάζουμε Ανώτερο Εαυτό. Κατά τον ίδιο τρόπο και η αποδοχή του Συλλογικού Ασυνείδητου, μαζί με την αντίληψη της ζωής σαν μια άρρηκτη ενότητα, ανεβάζει ανάλογα τη συνειδητή συνεργασία σε ένα υψηλότερο και πολύ πιο σοβαρό επίπεδο. Μεταθέτει την εξέλιξη από μια καθαρά προσωπική ταύτιση με τη Φύση σε μία πραγμάτωση του θείου έργου της ατομικής ύπαρξης. Επακόλουθο αυτής είναι η έκφραση σε πλήρη συνειδητότητα της διαίσθησης πως η δυνατότητα εκπλήρωσης αυτού του στόχου θα ήταν μεγαλύτερη, αν συνδεόταν με όλους τους άλλους ανθρώπους και τη ζωή στο σύνολό της.'

Ίσραελ Ρεγκάρντιε, Η Μεσαία Στήλη, μτφρ. Χριστίνα Μιχαλίτση, εκδ. Ιάμβλιχος
The Man with the Parrot [Ο Άνθρωπος με τον Παπαγάλο] (2005) - Alexandros Issaris [Αλέξανδρος Ίσαρης]

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
(Πρώτο σχεδίασμα)


Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί -
ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει·
το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι χτυπάει.
Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.

Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στο συνωστισμό.
Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές.
Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται οι καστανιές.
Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.

Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει.
Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή·
Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.

Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει
ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.

* * *

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ


Είναι ένας αγρός θερισμένος που πάνω του πέφτει μια μαύρη βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στο γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.



Γκέορκ Τρακλ, Το Όνειρο του Κακού: Ποιήματα 1913-1915, μτφρ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, εκδ. Ερατώ

Ἄσε μὲ νὰ σ’ ἀγαπῶ
ἀγαπῶ τὴ γεύση ἀπ’ τὸ παχύ σου αἷμα
τὸ κρατῶ καιρὸ μέσα στὸ δίχως δόντια στόμα μου
ἡ πυράδα τού μου καίει τὸ λαρύγγι
ἀγαπῶ τὸν ἱδρώτα σου
μ’ ἀρέσει νὰ χαϊδεύω τὶς μασχάλες σου
περίρρυτες ἀπὸ χαρὰ
ἄσε μὲ νὰ σ’ ἀγαπῶ
ἄσε μὲ νὰ γλείφω τὰ κλειστά σου μάτια
ἄσε μὲ νὰ τὰ τρυπήσω μὲ τὴ σουβλερή μου γλώσσα
καὶ τὴ γούβα τους νὰ γεμίσω μὲ τὸ θριαμβευτικό μου
σάλιο
ἄσε μὲ νὰ σὲ τυφλώσω.

* * *

Σ’ ἀρέσει νὰ πέφτεις στὸ ξεστρωμένο μας κρεβάτι,
οἱ παλιοὶ ἱδρῶτες μας δὲν σ’ ἀηδιάζουν,
τὰ λερωμένα, ἀπὸ ξεχασμένα ὄνειρα σεντόνια μας
οἱ κραυγές μας ποὺ στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο ἀντηχοῦνε
ὅλα ἐτοῦτα ξεσηκώνουνε τὸ ἀχόρταγο κορμί σου,
τὸ ἄσχημό σου πρόσωπο ἐπιτέλους λάμπει
ποῦ οἱ χθεσινοί μας πόθοι εἶναι ὄνειρα αὐριανά σου

* * *

Γυμνὴ θέλω νὰ δειχτῶ στὰ ὠδικά σου μάτια
θέλω νὰ μὲ δεῖς νὰ οὐρλιάζω ἀπὸ ἡδονὴ
ποῦ τὰ λυγισμένα κάτω ἀπὸ μεγάλο βάρος μέλη μου
σὲ ἀνόσιες σὲ σπρώχνουν πράξεις
ποῦ τὰ ἴσια μαλλιὰ τῆς ἀφηρημένης κεφαλῆς μου
μπλέκονται στὰ νύχια σου
ἀπ’ τὴν παραφορὰ καμπυλωμένα
ποῦ τυφλὸς κρατιέσαι ὀρθὸς κι ἀφοσιωμένος
ξανοίγοντας ἀπὸ τοῦ μαδημένου μου κορμιοῦ τὸ ὕψος

* * *

Ἀφοῦ σὲ προκαλοῦν τὰ στήθια μου
θέλω τὴ λύσσα σου
θέλω νὰ δῶ τὰ μάτια σου νὰ βαραίνουν
τὰ μάγουλά σου νὰ ρουφιόνται νὰ χλωμιάζουν
θέλω τ’ ἀνατριχιάσματά σου
θέλω ἀνάμεσα στὰ σκέλιά μου νὰ γενεῖς κομμάτια
πάνω στὸ καρπερό του κορμιοῦ σου χῶμα
οἱ πόθοι μου χωρὶς ντροπὴ νὰ εἰσακουστοῦνε

* * *

Κορμὶ μικρὸ κακοκαμωμένο
μὲς στὸ ὑπόγειο τοῦ δίχως ἡμέρες
μικρὸ κεφάλι καλογυαλισμένο
δίχως μάτια οὔτε χαμόγελο
εἶναι ἡ παιδικὴ ἡλικία
μικρὰ κόκαλα δίχως θέληση
τσακισμένα μὲ σπουδὴ ἀνάμεσα σὲ ἄγουρα δάχτυλα
ἰνδικὸ χοιρίδιο πλαδαρὸ γλυκὸ καὶ καταδικασμένο
παιδὶ διόλου τέκνο μίας μάνας δίχως ἐραστὴ
καταδικασμένο στὴ μοναξιὰ
καταδικασμένο στὴν ἐπιστήμη

* * *

Ἕνα χέρι φύτεψα παιδιοῦ
ὠχρὸ ἀπ’ τὸ σαράκι ποὺ τὸ τρώει
στὸν κῆπο μου μὲ τ’ ἀνθισμένα δέντρα·
τὸ παράχωσα καλὰ στὴ δυσώδη ἄρουρα
τὸ πότισα τὸ κλάδεψα τ’ ὀνομάτισα
ξέροντας πὼς στὸν τόπο ἐτοῦτο
θ’ ἀναβλαστήσει μιὰ παρθένα
μιὰ κόρη ἀστράφτοντας ἀπὸ ζωὴ ἀπὸ φῶς
μιὰ νέα πίστη μέσα σ’ ἐρειπωμένους τόπους

* * *

Τὸ πρόσωπό μου φωτίζεται μέσα σ’ ἕνα ξέθωρο καθρέφτη
Τὰ δάκρυά μου ἀνοίγουνε καὶ σκορπᾶνε τ’ ἄρωμά τους
Ἡ σιωπή, ποὺ δέεται μὲς στὴν τρυφερή μου κάμαρη
πεθαίνει καὶ τὸ αἰδοῖο σου χίλια κομμάτια
Εἶναι χαρωπὸς ὁ φόβος κρυμμένος μὲς στὸ χέρι μου.
Εἶναι ἀλαργινὴ ἡ ἀφρώδης εἰρήνη τοῦ πρωιοῦ
Τὸ γέλιο σου ἀνθίζει στοῦ κρεβατιοῦ μου μέσα τὸ σκοτάδι
κι ἀνεβαίνει τὸ νερὸ μὲς στῆς νυχτὸς
τὸ ἔναστρο πηγάδι


Τζόις Μανσούρ, Κραυγές. Σπαράγματα. Όρνια., μτφρ. Έκτωρ Κακναβάτος, εκδ. Άγρα
Family of Saltimbanques (1905) - Pablo Picasso


Ευτυχής πιωμένος·
φύλλα μακριά
παρασύρονται

*

Ήχος κυμάτων
μακριά κοντά
πόση ζωή ακόμη;

*

Λευκό του
χιονιού γαλήνη
σ᾿ όλο το σπίτι

*

Κοιμάμαι
όπου φωτίζει
το φεγγάρι

*

Πεταλούδες
εν κινήσει
στον άνεμο

*

Φθινοπωρινός
άνεμος για την
πορεία μου όλη


Σαντόκα Τανέντα, Φύλλα Πορείας, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Έλευσις

  'Όποιος συνένωσε τη σημασία, συνένωσε τη σκέψη, και όποιος συνένωσε τη σημασία στη σκέψη, τις συνένωσε σύμφωνα μ' έναν αποτρεπτικό ιδεασμό που είχε τους επίσημους γραπτούς πίνακές του, τους πίνακες των αντιληπτικών εννοιών εγγεγραμμένους στην επιφάνεια ενός αντεστραμμένου εγκεφάλου.
   Διότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι παρά ένας σωσίας που εκπέμπει, μέσω προβολής, έναν ήχο για κάθε σημείο, μία σημασία για κάθε ήχο, ένα συναίσθημα για κάθε σημείο του είναι, μια ιδέα για κάθε κίνηση, όλα είναι γραπτά, βιωμένα στην αστρική ύλη και τα γράμματα δεν είναι παρά κινήσεις που υποχρεώνουν κατάτι περισσότερο την μεγάλη ταινία να εκδιπλώνει την απογύμνωσή του.
   Ένας χαρακτήρας είναι μια πεπερασμένη κίνηση που έρχεται μια φορά ακόμα να προβάλει το ψωλόχυμα ενός εσχάτου εωσφόρου
   και τότε όλες οι λέξεις θ’ αναγνωστούν
   όλα τα γράμματα ολοσχερώς θα εξαντληθούν.
   Και κάθε γραμμένο βιβλίο θ’ αναγνωσθεί και δεν θα μπορεί πλέον να πει τίποτα στους καθ’ ολοκληρίαν αποσυντεθειμένους εγκεφάλους, καθόσον θα έχουν αυθαίρετα επιβληθεί και ξαναεπιβληθεί.'

Αντονέν Αρτό, Πούτσα και Ξύλο, μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδ. Ουαπίτι

Νεκρές Πολιτείες


Στίς ἄκρες τῶν χειλιῶν της μαζεύτηκε ἡ βροχή
ὁ περασμένος ἄνεμος, ἡ σκόνη τῶν αἰώνων.
Αὐτές τίς νεκρές πολιτεῖες πῶς νά τίς ἀναστήσουν
τά λόγια τῶν διπλανῶν ἐρωτευμένων
πού ὅσο συμπλησιάζουν τόσο ἀπομακρύνονται;
Κάτω ἀπό τά ἐπιχρίσματα τῆς μουσικῆς
οἱ στοές τῶν ὀρυχείων προχωροῦν
μέ τή δική τους αὐτοδυναμία
τ’ ἀγάλματα τοῦ ἁλατιοῦ
σχηματίζονται μονάχα τους.
Στίς ἄκρες τῶν χειλιών της στέγνωσε ἡ βροχή.



Τίτος Πατρίκιος,  Ποιήματα ΙΙΙ, 1959-1973, εκδ. Κέδρος

Όγδοη Ελεγεία   [απόσπασμα]


Εμείς ποτέ δεν έχουμε, ούτε για μία μονάχα μέρα,
τον καθαρό χώρο μπροστά μας, όπου τ’ άνθη
δίχως τέλος ξεφυτρώνουν. Πάντοτε ο κόσμος
και ποτέ το Πουθενά δίχως Όχι: το Καθαρό,
Ανεπίβλεπτο, που το αναπνέει κανείς
κι απείρως το γνωρίζει και δεν το επιθυμεί. Σαν παιδί
ένας σιωπηλά βυθίζεται σ’ αυτό κι απότομα
τινάζεται. Ή πεθαίνει κάποιος κι είναι αυτό.

* * *

Ένατη Ελεγεία   [απόσπασμα]


Αλλά γιατί το να 'σαι δω είναι πολύ, και γιατί, καθώς φαίνεται,
οτιδήποτε εδώ μας χρειάζεται,  οτιδήποτε φθίνει και παράδοξα
σε μας αποτείνεται. Σε μας, τους πλέον φθίνοντες. Μία φορά
το καθένα, μονάχα μία φορά. Μία φορά και ποτέ πια. Κι εμείς επίσης
μία φορά. Ποτέ ξανά. Όμως αυτή τη
μία φορά να ’χεις υπάρξει, αν και μονάχα μία φορά,
επί της γης να ’χεις υπάρξει, αμετάκλητο φάινεται.



Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Ελεγείες του Ντουίνο, μτφρ. Σωτήρης Σελαβής, εκδ. Περισπωμένη