I [απόσπασμα]


[...]
Εφιάλτες μόνο βλέπω
μπροστά μου: προβλέπω
και δεν το ’θελα αυτό το χάρισμα,
τρόμαζα και πίεζα να το πνίξω,
μάντης κάθε προσωπικής μου
απώλειας στο μέλλον
όπισθεν δεν έχει η ζωή.
Δεν μου δόθηκε να τραγουδήσω
το φόβο ούτε την έκβαση
της κρίσης, ούτε έγραψα ποτέ μου
πως κόκκινο ήταν το αεράκι
που σμίλευε ρυτίδες
στο σεντόνι της θάλασσας.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινο
το αδηφάγο στόμα μου
όταν κάθονταν πάνω στο στόμα της.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινα
τα χέρια που αγκάλιαζαν
το κορμί της - δεν τα τραγούδησα.
[...]
Δεν τραγούδησα τις απαγορεύσεις.
Μόνον αυτά που εισέπραττα.
Τραγούδησα το λυγμό μου
που είχε το βάθος ενός χαμόγελου.
Τραγούδησα την απροσδόκητη χαρά
που κρύβει μέσα της βαθειά
κόκκινο άγριο χρώμα,
το αίμα που έφτυσα
όσο μακριά μπορούσα
να δω προς τα πού φυσάει
ο άνεμος να καθορίσει
την κατεύθυνση
τον προσεχή προορισμό μου.
Δεν ἐγραψα για τη χαρά.
[...]


Σωτήρης Παστάκας, από τη συλλογή Παράρτημα στη Χαρά, εκδ. Ποιείν

  'Τα αγγλικά. που μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις του Άμλετ και την τραγωδία του Ληρ, δεν έχουν λέξεις για το ρίγος και τον πονοκέφαλο. Η γλώσσα αναπτύχθηκε προς μία μόνο κατεύθυνση. Η κάθε μαθητριούλα, μόλις ερωτευθεί, έχει τον Σαίξπηρ και τον Κιτς να μιλήσουν για λογαριασμό της· βάλτε όμως τον άνθρωπο που υποφέρει να περιγράφει τον πόνο στο κεφάλι του κι η γλώσσα στερεύει αμέσως. Δεν υπάρχει καμιά έτοιμη έκφραση για να χρησιμοποιήσει. Θ’ αναγκαστεί να επινοήσει λέξεις, και παίρνοντας απ’ το ένα χέρι τον πόνο του κι απ’ το άλλο ένα κομμάτι καθαρού ήχου (όπως έκαναν ίσως στην αρχή οι κάτοικοι της Βαβέλ), να τους κοπανήσει μεταξύ τους, να τους τσακίσει, ώσπου να ξεπηδήσει τελικά μια ολοκαίνουργια λέξη.'

Βιρτζίνια Γουλφ, Πώς Είναι να Είσαι Άρρωστος, μτφρ. Άννυ Σπυράκου, εκδ. Συνάψεις

Ένας μανδύας


Και περπάτησα γυμνή
εξ αρχής

εισπνέοντας
τη ζωή μου,
εκπνέοντας
ποιήματα,

αλαζών μέσα στην αθωότητα.

Μα από τα σύνεφα-άσματα που έφτιαξε η ανάσα μου
μες στον ψυχρό αέρα

ένας μανδύας γεννήθηκε.
 λευκός και,
                        μία λέξη εδώ
                        η άλλη παρά πέρα
παγωμένη, αστραφτερή,
βαριά σαν πέτρα.

Μια μάσκα που σκοπό δεν είχα
να φορέσω, σαν από πάγο,
κρύβει το πρόσωπό μου.
                                                     Τα μάτια ερευνούν,
μια πολυπόθητη σιωπή στου αίματος τον πυρήνα.

* * *

Κυριακή απόγευμα


Μετά απ’ την Πρώτη Κοινωνία
και το γεύμα με τα μάνγκο και
τη γαμήλια τούρτα, οι νεαρές κόρες
του εμπόρου του καφέ ξαπλώνουν
για ύπνο μεγάλο μεσημεριανό, και τα λευκά τους φορέματα
ξαπλώνουν δίπλα τους ήσυχα
και τα λευκά πέπλα στα όνειρά τους
αιωρήθηκαν ενώ οι μύγες βούιζαν.
Όμως σαν έγειρε
καμένο το απόγευμα σηκώθηκαν
κι έτρεξαν γύρω στη γειτονιά
ανάμεσα στις μισόκτιστες βίλες
ζωντανές, ολοζώντανες, κλοτσώντας μια μπάλα του μπάσκετ, φορώντας
άλλα νέα φορέματα, ματοκόκκινα βελούδα.



Ντενίς Λέβερτοφ, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Το μάτι μοιάζει με κάτι χυδαίο
μέσα στο άσκημο τσόφλι του.
Βγες στ’ ανοιχτά
μ’ όλη τη λάμψη σου.

* * *

Γιάτρεψε την τύφλωση με το σάλιο μιας πόρνης.

* * *

Επιδίωκε να εκτίθεται, και ζούσε τη φρίκη της προσπάθειας να συναρμολογήσει ένα μύθο ενώπιον ενός δισεκατομμυρίου σκοτεινών, στεγνών και ανελέητων ματιών. Αφήνοντας το αεροπλάνο του, προχωρούσε αποφασιστικά προς το συρματόπλεγμα, περιφρονώντας τις συμβουλές των πρακτόρων του, για ν αγγίξει κάτι με τα χέρια του. Όντας πολύ κοντά κι έτοιμα ν αποκριθούν στην πρόσκλησή του να έρθουν να τον αποθαυμάσουν είτε από λατρεία είτε με τα όπλα. Κι αυτή η έντονη ενδόμυχη ανέκφραστη βεβαιότητα πως το σώμα του ήταν ένας στόχος σε κάθε δημόσια στιγμή. Νέες νευρικές αισθήσεις ανθίζουν στην κοιλότητα του κήπου του νωτιαίου μυελού του αυχένα του. Θα λεγες πως όταν σας κοίταζε, απογύμνωνε το περιεχόμενο του κρανίου σας. Φυσικά. Διότι τα χαμόγελα ενός καλοπροαίρετου θαυμαστή κρύβουν άνετα το θάνατο πίσω από τα δόντια του γάτου. Ούτε παράνοια, ούτε ξεγνασιά που αγνοεί το θάνατο, αλλά μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας σ ένα αιώνιο παρόν.

* * *

Η επιλογή ενός ερωτικού συντρόφου αρχικά βασίζεται πάνω στην οπτική έλξη. Είναι λάθος να πιστεύεις πως το μάτι μπορεί να χαϊδέψει μια γυναίκα. Μια γυναίκα είναι φτιαγμένη από φως ή από σάρκα; Η εικόνα της δεν είναι ποτέ πραγματική για το μάτι, εγγράφεται στα άκρα των δαχτύλων.


Τζιμ Μόρισον, Σημειώσεις για την Όραση, μτφρ. Αντώνης Εμμανουήλ & Τασία Χατζή, εκδ. Ερατώ

'Τό πλοῖο μέ τή μεσίστια ἔχει περάσει τό μισό...
Μπροστά ἄσπρο γαλάζιο ἀχνό ράχες μέ ἴσκιο βαθύ
γυναῖκες ομίχλης μέ φωσφορίζοντα κόκαλα
ἀπέναντι κοιτᾶνε
Τό πλοίο ἔχει περάσει πιό πάνω ἀπ' τό μισό...
Πίσω τό λιμάνι
προβολεῖς χιαστί κι ὑπνωτισμένοι σκύλοι
ἀνιχνεύουν τή θάλασσα
Πίσω οἱ Μητροπόλεις
σκοτεινές φωταγωγημένες
πυροτεχνήματα καί σεληνιασμένοι πέφτουν στή ιάλασσα
ψάχνουνε κύμα τό κύμα
τό πλοῖο
Στήν πορεία του κόκκινοι ἀφροί
παρασιτικά ὄστρακα ἕλικες πνιγμένοι καί φύκια
τό πλοῖο ἀνεβάζει ἀργά λάθος (;) χρῶμα τή σημαία
Ξανά πεθαίνει ὁ Αἰγέας
Κρέπια στίς Μητροπόλεις ἀνεμίζουνε
Ἄθεοι στό Χριστό θυσιάζονται
Ἡ πίστη ἀποκαθίσταται
τό πλοῖο ταξιδεύει...'

Κατερίνα Γώγου, από τη συλλογή Απόντες, εκδ. Καστανιώτης 

  'Λόγω της μονοσήμαντης αντίληψης του Χρόνου στην οποία παραμένει προσκολλημένη η συμβατική σκέψη, οι άνθρωποι έχουν την τάση να σκέφτονται τα πάντα με γραμμικό, κοσμοκεντρικό τρόπο. Αυτή η διανοητική παγίδα έγινε αφορμή για τη γέννηση βραχύβιων θεωριών σχετικά με το αίτιο και το αιτιατό, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση μιας κατάστασης όπου οι αντιδράσεις μας στις κρίσεις είναι απαράλλαχτα σπασμωδικές κι απρογραμμάτιστες.'

  'Οποιοδήποτε μονοπάτι περιορίζει τις εναλλακτικές μορφές του μέλλοντος μπορεί να καταλήξει θανάσιμη παγίδα. Οι άνθρωποι δεν περπατάνε μέσα σ' ένα λαβύρινθο. Έχουν μπροστά τους έναν ανοιχτό ορίζοντα, γεμάτο μοναδικές ευκαιρίες. Ο περιορισμός των εναλλακτικών εκδοχών μπορεί να αποδειχθεί ελκυστικός μόνο σε πλάσματα που περνούν τη ζωή τους με το κεφάλι στην άμμο. Η σεξουαλικά παραγόμενη μοναδικότητα και διαφοροποίηση των ατόμων αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την επιβίωση του είδους.'

  'Η υπόθεση ότι ένα ολόκληρο σύστημα μπορεί να πιεστεί να λειτουργήσει καλύτερα μέσα από μια ολομέτωπη επίθεση επί των συνειδητών στοιχείων του προδίδει μια επικίνδυνη άγνοια. Αυτή ήταν συχνά η προσέγγιση των πραγμάτων που ακολουθούσαν οι επιστήμονες και οι τεχνολόγοι.'


Φρανκ Χέρμπερτ, Dune: Τα Παιδιά του Ντιουν, μτφρ. Νικήτας Τουρβάς, εκδ. Anubis

Ευγένεια ουσ. Η πιο αποδεκτή υποκρισία.

Δόλωμα ουσ. Η διαδικασία που κάνει το αγκίστρι πιο νόστιμο. Το καλύτερο είδος ομορφιάς.

Ζηλιάρης επίθ.  Ο υπέρμετρα προσηλωμένος στη διαφύλαξη αυτού που θα μπορούσε να χάσει μόνον αν δεν άξιζε να το κρατήσει.

Θρησκεία ουσ. Κόρη της Ελπίδας και του Φόβου, που εξηγεί στους αμαθείς τη φύση της αμάθειας.

Παρελθόν ουσ. Το τμήμα της Αιωνιότητας, με του οποίου ένα πολύ μικρό μέρος διατηρούμε κάποια ασήμαντη, εντελώς μηδαμινή σχέση. Μια κινητή γραμμή που ονομάζεται Παρελθόν χωρίζει την αιωνιότητα από μια φανταστική περίοδο γνωστή ως Μέλλον. Αυτές οι δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις της Αιωνιότητας, που αλληλοεξοντώνονται συνεχώς, είναι τελείως διαφορετικές. Η μια είναι σκοτεινή, γεμάτη θλίψη  και απογοήτευση και η άλλη φωτεινή, γεμάτη προσδοκία και χαρά. Το Παρελθόν είναι η χώρα των λυγμών, το Μέλλον είναι η επικράτεια των τραγουδιών. Στην πρώτη, κάθεται κατάχαμα η Μνήμη, ντυμένη μ' ένα θλιβερό κουρέλι, σκεπασμένη με στάχτες, κι όλο μουρμουρίζει προσευχές, κι όλο ζητάει συγχώρεση. Κάτω απ' τον ολόλαμπρο ήλιο της δεύτερης πετάει ελεύθερη η Ελπίδα, κι όλο κελαηδά στους ναούς της επιτυχίας, κι όλο τιτιβίζει γλυκά στους κήπους της απόλαυσης. Κι όμως, το Παρελθόν είναι το Μέλλον του χθες και το Μέλλον είναι το Παρελθόν του αύριο. Το ίδιο πράγμα: γνώση και όνειρο.

Προσεύχομαι ρ. Ζητώ να καταργηθούν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη ενός μόνο αιτούντος που, συν τοις άλλοις, είναι ομολογουμένως ανάξιος.

Υπερβολή ουσ. Στην ηθική, έτσι ονομάζεται η απόλαυση που ενισχύει, με τις κατάλληλες παραβάσεις, νόμο της μετριοπάθειας.


Άμπροουζ Μπιρς, από το Αλφαβητάρι του Διαβόλου, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ηλέκτρα

   'Βαθιά, ἀπροσμέτρητη ἡ ἀξία τοῦ ρεούμενου τούτου κόσμου: ἀπὸ αύτὸν πιάνεται ὁ Θεός κι ἀνεβαίνει· ἀπὸ αὐτὸν θρέφεται ὁ Θεὸς καὶ πληθαίνει.
   Ἀνοίγει ἡ καρδιά μου, φωτίζεται ὁ νοῦς, καὶ μονομιᾶς τὸ φοβερὸ τοῦτο στρατόπεδο τοῦ κόσμου μοῦ ξεσκεπάζεται ἐρωτικιὰ παλαίστρα.
   Δυὸ σφοδροὶ ἀντίθετοι ἄνεμοι, ὁ ἕνας ἀρσενικός, ὁ ἄλλος θηλυκός, συναντήθηκαν καὶ συγκρούονται σ ἕνα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μιὰ στιγμή, πύκνωσαν, γενῆκαν ὁρατοί.
   Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι τὸ Σύμπαντο. Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι ἡ καρδιά μου.
   Ἀπὸ τὸ πιὸ σκοτεινὸ μόριο ὕλης ὥς τὸν πιὸ μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ὁ χορὸς τῆς γιγάντιας ἐρωτικιᾶς σύγκρουσης.
   Ἡ ὕλη εἶναι ἡ γυναίκα τοῦ Θεοῦ μου· οἱ δυὸ μαζὶ παλεύουν, γελοῦν καὶ κλαῖνε, φωνάζουν μέσα στὸ θάλαμο τῆς σάρκας.
   Γεννοβολοῦν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριὰ καὶ θάλασσα κι ἀγέρας ἀπὸ φυτολόι, ζωολόι, ἀνθρωπολόι καὶ πνεύματα, τὸ ἀρχέγονο ζευγάρι μέσα στὸ κάθε ζωντανὸ ἀγκαλιάζεται, διαμελίζεται καὶ πληθαίνει.
   Ὅλη ἡ ἀγωνία τοῦ Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στὸ κάθε ζωντανὸ καὶ ὁ Θεὸς μέσα στὴ γλύκα, μέσα στὴν πίκρα τῆς σάρκας κιντυνεύει.
   Μὰ τινάζεται, πηδάει ἀπὸ τὰ φρένα κι ἀπὸ τὰ λαγόνια, χιμάει, πιάνεται ἀπὸ καινούρια λαγόνια καὶ φρένα, καὶ ξεσπάει πάλι ἀπαρχῆς ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐλευτερία.
   Γιὰ πρώτη φορά, ἀπάνω στὴ γῆς ἐτούτη, μέσα ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κοιτάζει ὁ Θεὸς τὸν ἀγώνα του.
   Χαρά! Χαρά! Δὲν ἤξερα πὼς ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι τόσο ἕνα μαζί μου, πὼς ὅλοι εἴμαστε ἕνας στρατός, πὼς οἱ ἀνεμῶνες καὶ τ ἄστρα μάχουνται, δεξὰ ζερβὰ μου, καὶ δὲ μὲ γνωρίζουν, μὰ ἐγὼ στρέφουμαι καὶ τοὺς γνέφω.
   Θερμό, ἀγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σὰν τὸ κορμί μου, εἶναι τὸ Σύμπαντο. Ἔρωτας μαζί καὶ πόλεμος, σφορδὴ ἀνησυχία, ἐπιμονὴ κι ἀβεβαιότητα.
  Ἀβεβαιότητα καὶ τρόμος. Σὲ μιὰ βίαιη ἀστραπὴ ξεχωρίζω: στὴν πιὸ ἀψηλὴ κορφὴ τῆς δύναμης ἀγκαλιάζουνται -τὸ πιὸ στερνό, τὸ πιὸ φοβερὸ ἀντρόγυνο- ὁ Τρόμος κι ἡ Σιγή. Κι ἀνάμεσά τους μιὰ Φλόγα.'

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική: Salvatores Dei, εκδ. Καζαντζάκη

Ό,τι υπήρξε
οριζόντια
πριν τη μέρα
υιοθετώντας τις παράξενες
συνήθειες ερπετού
κάτω απ την πέτρα
ζώντας τον χειμώνα
μέσα στα δέντρα
εικόνες της μικρής ζωής
επαληθεύοντας
την κλειδωμένη άνθηση
επαληθεύοντας
τη ραγισμένη αίσθηση
ό,τι υπήρξε πριν
τον κάθετο ίλιγγο.

* * *

Μέρα κι όπως έρωτας
το έρεβος μαραίνει
μέρα το ρημαγμένο
χέρι λειτουργεί.

* * *

Φύλλα ραγίζοντας γυρίζουν στον αγέρα
φύλλα γυρίζοντας ραγίζουν τον αγέρα
φύλλα χορεύοντας διαγράφουν την άνοιξη
την άνοιξη γδύνοντας δείχνοντας
πάλι το γυμνό
πεπερασμένο σώμα.



Νίκος Βιολάρης, Πέρα απ τη Μέρα, εκδ. Γαβριηλίδης

  'Η μνήμη έχει μια παράδοξη σημασία για μένα, μια σημασία που έλπιζα πως θα βρεθούν κάποιοι να τη μοιραστούν μαζί μου. Πάντα με άφηνε έκπληκτο το πώς οι άνθρωποι κρύβονται από τις προγονικές αναμνήσεις τους, απομονώνοντας τους εαυτούς τους πίσω από τα χείλη του μύθου. Ω, δε θα περίμενα από αυτούς να αναζητήσουν ποτέ την τρομερή αμεσότητα κάθε ζωντανής μνήμης που είμαι εγώ υποχρεωμένος να βιώνω. Καταλαβαίνω πως ίσως να μη θέλουν να βυθιστούν σε μια θάλασσα ασήμαντων προγονικών αναμνήσεων. Επιπλέον, έχετε κάθε λόγο να φοβάστε ότι μπορεί οι ζωντανές στιγμές σας να καταληφθούν από άλλους. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία βρίσκεται εκεί, ανάμεσα σ’ αυτές τις μνήμες. Κουβαλάμε την κληρονομιά του παρελθόντος μας προς το μέλλον σαν ένα ζωντανό κύμα, όλες τις ελπίδες, τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες και τους θριάμβους του παρελθόντος. Τίποτα ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις μνήμες δεν είναι κενό νοήματος, τίποτε δε στερείται επιρροής - όχι, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει ανθρώπινο είδος. Έχουμε τούτη τη λαμπρή Αιωνιότητα ολόγυρά μας, το Χρυσό Μονοπάτι του πάντοτε, στο οποίο μπορούμε διαρκώς να καταθέτουμε την ασήμαντη αλλά εμπνευσμένη μας αφοσίωση.'

  'Σε ολόκληρο το σύμπαν μου, ποτέ δε συνάντησα ένα νόμο της φύσης σταθερό και αναλλοίωτο. Το μόνο που έχει να παρουσιάσει το σύμπαν είναι μεταβαλλόμενες σχέσεις, που κάποτε εκλαμβάνονται ως νόμοι από βραχύβιες συνειδήσεις. Αυτές οι σαρκικές συναθροίσεις αισθήσεων τις οποίες αποκαλούμε άτομα δεν είναι παρά εφήμερα φαινόμενα, που λιώνουν στη φλόγα της αιωνιότητας και γνωρίζουν για μια φευγαλέα στιγμή κάποιες πρόσκαιρες συγκυρίες που τους περιορίζουν τις δραστηριότητες και μεταβάλλονται μαζί τους. Αν πρέπει να δώσουμε όνομα στο απόλυτο, τότε καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε το σωστό όρο: Εφήμερο.'


Φρανκ Χέρμπερτ, Dune: Ο Θεϊκός Αυτοκράτορας του Ντιουν, μτφρ. Νικήτας Τουρβάς, εκδ. Anubis

Ἡ χώρα τοῦ αἵματος τρέχει κάτω ἀπὸ τὸ φόρεμα σὲ σκοτεινὲς πάντα διαδρομὲς
Ὅταν λέμε Ἐδῶ ἀρχίζει ἡ σάρκα τῆς νυκτὸς καὶ βουλιάζουν στὴν ἄμμο οἱ λάθος δρόμοι
Κι ἐσὺ σοφὴ σκάβεις τοποθετώντας φανοστάτες μέσα στὰ κοπάδια
Καὶ ξαπλώνεις στὸ κατώφλι τῆς ἄχαρης χώρας τοῦ θανάτου.

* * *

ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ II


Κοίτα, τώρα ὅλοι οἱ δρόμοι ποὺ ἀκολουθοῦσες κλείνουν,
Οὔτε κι αὐτὴ ἡ ἀνακωχὴ πιὰ σοῦ δίνεται
Νὰ βαδίζεις ἔστω χαμένος. Γῆ ποὺ ὑπεκφεύγει
Εἶναι ὁ θόρυβος τῶν βημάτων σου ποὺ πιὰ δὲν προχωροῦν.

Γιατί ἄφησες τοὺς βάτους νὰ ξανασκεπάσουν
Μιὰ μεγάλη σιωπὴ ποὺ εἶχες προσεγγίσει;
Ἡ φωτιὰ ἔρημη ἀγρυπνεῖ στὸν κῆπο τῆς μνήμης
Καὶ σύ, σκιὰ στὴ σκιά, ποῦ εἶσαι, ποιός εἶσαι;



Ιβ Μπονφουά, Ποιήματα, μτφρ. Μηνάς Δημάκης & Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Καστανιώτης

  '[...] οι πρσωπικές αντωνυμίες, που δεν είναι πρώτου προσώπου (εσύ, αυτή κ.λ.π.), αναφέρονται κατ’ αρχήν στο σώμα· γιατί πιθανόν τα σώματα είναι πιο σταθερά από τους εαυτούς, κι οι άλλοι δεν μπορούν να σε αναγνωρίσουν χωρίς ένα σώμα. Παρ’ όλα αυτά δεν είσαι αναγκαστικά το σώμα σου: κατουράς, κόβεις τα νύχια και τα μαλλιά, αφαιρείς όγκους, ανανεώνεις το δέρμα σου, κάνεις πλαστικές, αλλάζεις νεφρό ή φύλο, και μία απ’ αυτές τις μέρες η αστυνομία θ’ αποκτήσει το μεγάλο πονοκέφαλο: τη μεταμόσχευση σώματος = χωρίς εαυτό. Εκτός αυτού, εσύ μπορείς πάντοτε και να τα τινάξεις. Οπότε γλιτώνεις κι απ’ τη σκοτούρα: την πλύση εγκεφάλου, αφού ακόμα κι εσύ τείνεις να ταυτίζεσαι με τη νόμιμη ανατομία σου. Όπου, βέβαια, η αυτοκτονία είναι παράνομη ή όπου μπορείς να χάσεις κάποιο μέλος σου για κλεψιά ή κάτι άλλο που έκανες, η ανατομία σου δεν είναι νόμιμα δική σου, αλλά του κράτους.
   Δεν είσαι απαραίτητα το σώμα, το φύλο, η σεξουαλικότητα (συγνώμη Φρόυντ), το επάγγελμα, η εθνικότητα ή η φυλή «σου» κι όλα τ’ άλλα. Η Άντζελα Νταίηβς αποφάσισε να αυτοαποκαλείται μαύρη· στην πραγματικότητα είναι πιο λευκή από πολλούς «ευκούς». Αυτό σημαίνει ελευθερία.
   Αυτή είναι με λίγα λόγια η τουριστική θεώρηση της ζωής. Διάγραμμα μιας δυνατότητας κι όχι κατηγορική προσταγή. Το θέλεις, το παίρνεις. Ή τ’ αφήνεις, κι αφήνεις κι όλους τους άλλους στην ησυχία τους. Παίξε το δικό σου παιχνίδι. Ταξίδεψε χωρίς αποσκευές, ζήσε χωρίς αποσκευές, γιατί αργά ή γρήγορα όλα πετάνε (εκτός απ’ αυτή την τελευταία φράση). Φτιάχνε σχέσεις μονάχα για το Σαββατοκύριακο. Σταμάτα να συσσωρεύεις, αντί γι’ αυτό αυτοσχεδίαζε, έτσι ώστε να μπορείς να φύγεις στα γρήγορα. Να ’σαι επισκέπτης στη ζωή, όχι σαν ρακοσυλλέκτης, σαν «εφαλαιοκράτης», εκτός, ίσως κι αν είσαι σαν τον Στωικό αυτοδημιούργητο εκατομμυριούχο Σενέκα, που κατείχε αλλά δεν κατεχόταν απ’ τα πράγματα. Η κεντρική ιδέα είναι πως αυτό που μετράει στο τέλος δεν είναι πόσα έχεις, αλλά πόσο έχεις δοθεί, σε ανθρώπους και πράγματα. Πώς νιώθεις όταν φεύγουν. Να ’σαι ατάραχος. Αγάπα τα και άφησέ τα.'

Τζαίησον Ξενάκης, Χίππηδες και Κυνικοί, εκδ. Απόπειρα
Roy Stuart’s

'τίγρη φωτόχρωμη, σταχτὶ ἐλάφι
βαθιὰ μὲς στὰ περίχωρα τῆς νύχτας,
μισοϊδωμένο ἕνα κορίτσι γέρνει
ἀπ’ τῆς βροχῆς τὰ πράσινα μπαλκόνια,
πρόσωπο ἐφηβικὸ ποὺ δὲν μετριέται,
ξέχασα τ’ ὄνομά σου, Μελουσίνα,
Λάουρα, Ἰσαβέλλα, Περσεφόνη,
ἕχεις τὰ πρόσωπα ὅλα καὶ κανένα,
ἕχεις ὅλες τὶς ὧρες καὶ καμμία,
μοιάζεις ἐσῦ μὲ σύννεφο, μὲ δέντρο,
εἶσαι ὅλα τὰ πουλιὰ μὰ κι ἕνα ἀστέρι,
μοιάζεις ἐσὺ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη,
τὴν κούπα τὴν αἱμάτινη τοῦ δήμιου,
κισσὸς ποὺ εἰσβάλλει, ζώνει, ξεριζώνει
καὶ τὴν ψυχὴ χωρίζει ἀπ’ τὸν ἑαυτό της,'

'ὄψη καμένη, καταφαγομένη,
ὄψη ἐφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ἡμέρες
ποὺ σ’ ἴδια αὐλὴ ὁδηγοῦν, στὸν ἴδιο τοῖχο,
καίει ἡ στιγμή, κι εἶναι μιὰ ὀψη μόνο
οἱ ὄψεις οἱ διαδοχικὲς τῆς φλόγας,
ἕνα ὄνομα ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι,
ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἕνα μόνο,
μονάχα μιὰ στιγμὴ ὅλοι οἱ αίῶνες
καὶ πάντα στοὺς αἰῶνες  τῶν αἰώνων
θὰ φράζουν τοῦ αὔριο τὴν ὁδὸ δυὸ μάτια,'

'καλύτερα ἡ ἁγνότητα, ἄυλο ἄνθος
ποὺ στῆς σιωπῆς λικνίζεται τοὺς μίσχους,
τὸ δύσκολο διαμάντι τῶν ἁγίων,
φίλτρο τῶν πόθων, κορεσμὸς τοῦ χρόνου,
γάμοι τῆς κίνησης καὶ τῆς γαλήνης,
μιὰ ἐστεμμένη μοναξιὰ ποὺ ψάλλει,
κάθε ὥρα εἶναι ἕνα πέταλο κρυστάλλου,
ὁ κόσμος ξεγυμνώνεται ἀπ’ τὶς μάσκες,
στὸ κέντρο του, μιὰ διαύγεια ποὺ πάλλει,
ὅ,τι λέμε Θεό, τὸ ἀνώνυμο εἶναι,
κοιτιέται στὸ μηδέν, τὸ ἀπρόσωπο εἶναι
προβάλλει ἀπ’ τὸν ἑαυτό του, ἡλίων ἥλιος,
πληρότητα ἀπ’ ὀνόματα καὶ ὄντα·'


Οκάβιο Πας, αποσπάσματα από την Ηλιόπετρα, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, εκδ. Μαΐστρος

  'Μου αρέσει πολύ να με γλείφουν στο μικρό μου πίσω άνθος. Πέφτω στα τέσσερα και χώνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, χαμηλώνω την πλάτη και τουρλώνω στο μάξιμουμ τον πισινό μου, για να ανοίξουν οι γλουτοί, απομακρύνω τα γόνατα και περιμένω.
   Γονατίζει, πλησιάζει το πρόσωπό του στη μικρή τριζάτη χαραμάδα μου. Όταν κολλάει το στόμα του είναι σα να σκαρφαλώνει εκεί ένα σαλιγκάρι, στη βαθιά μου κοιλάδα.
   Ξέρω ότι εν συνεχεία, για να ξεπληρώσω τις καλές του υπηρεσίες, θα μου επιβάλει μια ηδονή πιο βίαιη. Από φόβο και ελπίδα το κεφάλι μου γυρίζει, αφήνομαι απολύτως σε αυτή την πρώτη ευτυχία και η έκστασή μου τον ενθαρρύνει να την κάνει να διαρκέσει περισσότερο.
   Ενίοτε, καθώς το μέτωπο πιέζει το σεντόνι, ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω στον άξονα της γέφυρας που σχηματίζουν οι μηροί μου: βλέπω τότε, στο βάθος του πίνακα, το μίσχο του τεντωμένο στο κενό, ή σφιγμένο στην παλάμη του που πηγαινοέρχεται, καθώς το στόμα του είναι κολλημένο σα βεντούζα στο μικρό μου άνθος. Οι γλουτοί μου κυματίζουν μαζί με την ευτυχία μου. Τη στιγμή που οι γοφοί μου και η κοιλιά μου αναπηδούν, κολλάω στο πηγούνι και τη μύτη του, και γίνομαι τόξο ακόμα περισσότερο, για να του παρουσιάσω το άνθος μου και να έρθει η γλώσσα του να ολοκληρώσει την ηδονή μου.
   Στους παλμούς του κρεβατιού νοιώθω το ρυθμό της παλάμης του, τις αλλαγές του ρυθμού και τις στιγμές που πρέπει μα σταματήσει για να μην τελειώσει ακόμα. Εγώ χύνω χωρίς συγκρατημό, γιατί δεν έχω όρια.'

  'Βρίσκω ότι η φύση είναι καλοφτιαγμένη, να προσφέρει στον άνδρα που αγαπώ το άνθος μου από την καλή μεριά, το μικρό ρόδο από την ανάποδη και το στόμα στο πρόσωπό μου.
   Στις μεγάλες στιγμές μπορείς να χρησιμοποιείς τις τρεις εισόδους εναλλακτικά και με άλλη σειρά. Δεν είμαστε παρά δύο, αλλά αυτό μας τρελαίνει και μοιάζει σαν όργιο με πολύ κόσμο.
   Το να χάνεις το συναίσθημα και τη γεύση του οργίου στον έρωτα, είναι σα να χάνεις τα πάντα. Μου αρέσει, παραδείγματος χάριν, να βάζω τον άντρα στα τέσσερα, να δαγκώνω, να μαλάζω, να χτυπάω τα πισινά του· να ξαπλώνω, με το κεφάλι κάτω από το θησαυρό του που κρέμεται, για να τον κλείσω ανάμεσα στα δόντια μου, να τον ρουφήξω, να το βυθίσω ως τις αμυγδαλές μου· ύστερα να τον περιποιηθώ από πίσω, γλείφοντας το δικό του μικρό ρόδο, και βυθίζοντας μέσα τα δάχτυλά μου. Μου αρέσει να νοιώθω κάτω από το δέρμα το κύμα που φτάνει χτυπώντας δυνατά και πάει να πέσει βαριά κάτω από εκείνον, στο σεντόνι, ή στο πάτωμα.'


Αλίνα Ρέγες, Το Ημερολόγιο του Άνθους Μου, μτφρ. Άννα Δαμιανίδη, εκδ. Ποταμός

   'Κατά μήκος της αμμουδιάς, στα ρηχά, η κινητή αυτή φωτεινότητα ήταν γεμάτη αλλόκοτα πλάσματα, με κορμιά φτιαγμένα από φεγγαροαχτίδες και μάτια που έκαιγαν, κάπου - κάπου, ένα πιο μεγάλο βότσαλο αγκιστρωνόταν στη θέση του και γέμιζε μαργαριτάρια. Η παλίρροια ισοπέδωσε τη σκαμμένη από τη βροχή άμμο, σκεπάζοντάς τα όλα μ’ ένα στρώμα από ασήμι. Άγγιξε τον πρώτο από τους λεκέδες που είχε στάξει από το τσακισμένο κορμί, και τα πλάσματα σχημάτισαν ένα κινητό κομμάτι φως όταν μαζεύτηκαν στην άκρη. Το νερό σηκώθηκε κι άλλο και γέμισε με φως τα τραχιά μαλλιά του Σάιμον. Το μάγουλό του έγινε ασήμι κι ο ώμος του πελεκημένο μάρμαρο. Τα παράξενα πλάσματα με τα φλογισμένα μάτια και τα διάφανα σώματα μαζεύτηκαν γύρω από το κεφάλι του. Το κορμί σηκώθηκε λίγα χιλιοστά από την άμμο και μια φυσαλίδα ξέφυγε απ’ το στόμα μ’ έναν υγρό ήχο. Έπειτα κύλησε απαλά στο νερό.
    Κάπου πάνω από τη σκοτεινιασμένη καμπύλη του κόσμου, ο ήλιος και το φεγγάρι πάλευαν· και το υγρό υδάτινο στρώμα στον γήινο πλανήτη κρατήθηκε μετέωρο, φουσκώνοντας ελαφρά από τη μια πλευρά, ενώ ο στέρεος πυρήνας εξακολουθούσε να γυρίζει. Το μεγάλο κύμα της παλίρροιας συνέχισε την πορεία του κατά μήκος του νησιού και το νερό σηκώθηκε. Σιγά – σιγά, περιστοιχισμένο από περίεργα πλάσματα, ασημένια σιλουέτα κάτω από τους απαθείς αστερισμούς, το νεκρό κορμί του Σάιμον ξεκίνησε για τ’ ανοιχτά.'

Γουίλιαμ Γκόλντιγκ, Ο Άρχοντας των Μυγών, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, εκδ. Καστανιώτης

  'Ο κόσμος καθαυτός δεν είναι λογικός. Ωστόσο, αυτό που συνιστά το παράλογο είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ανορθολογικό και τη σφοδρή επιθυμία για σαφήνεια, που η επίκλησή της ηχεί ως τα μύχια του ανθρώπου. Το παράλογο αφορά εξίσου στον άνθρωπο και στον κόσμο. Αποτελεί, προς το παρόν, το μοναδικό σημείο συνάντησής τους.'

  'Την έννοια της ελευθερίας την αντιλαμβάνομαι όπως ο φυλακισμένος ή όπως το σύγχρονο άτομο μέσα στους κόλπους του Κράτους. Η μόνη ελευθερία που γνωρίζω είναι εκείνη του πνεύματος και της πράξης. Συνεπώς, αν το παράλογο εκμηδενίζει όλες μου τις ευκαιρίες για αιώνια ελευθερία, εξωθεί και ξεσηκώνει την ελευθερία μου για δράση.'

  'Να λοιπόν ο κόσμος της φαντασίας· κόσμος διορθωμένος από την παρέμβαση του καλλιτέχνη· ένας κόσμος όπου ο πόνος —αν το θελήσει ο καλλιτέχνης— μπορεί να τον ακολουθεί ως το θάνατο, με πάθη πάντα ζωντανά, και υπάρξεις παρούσες διαρκώς η μια για την άλλη, παραδομένες στις εμμονές τους. Ο άνθρωπος δίνει τελικά στον εαυτό του τη μορφή και το μέτρο της γαλήνης που κυνηγάει μάταια στην υπαρξιακή του κατάσταση.'


Αλμπέρ Καμί, Αλμπέρ Καμύ: Επιλογή από το Έργο του, μτφρ. Ελένη Ποταμιάνου, εκδ. Στιγμή
La Toilette Inutile (1964) - Leonor Fini

  'ΦΟΡΩΝΤΑΣ μιὰ βαμβακερὴ ποδιά, ἕνα κοριτσάκι ἕντεκα χρονῶ αὐνανίζεται σ’ ἕνα ἄδειο σαλόνι στὴ Γλασκώβη. Κάθεται σφίγγοντας τὰ πόδια πάνω σὲ μιὰ μπάλα τοῦ ράγκμπυ καὶ κουνιέται ἀργὰ πέρα-δῶθε. Μπροστά στὴν ὀθόνη τῆς τηλεόρασης, παῖκτες τοῦ ράγκμπυ μὲ ἀκάλυπτες γάμπες τρέχουν καὶ πέφτουν ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλον. Τὴ στιγμὴ ποὺ φτάνει σὲ ὁργασμὸ πιέζει μὲ δύναμη τὴ στρογγυλεμένη ἄκρη τῆς μπάλας στὸ ἐφηβαῖο.'

Χάρι Μάθιους, Ιδιαίτερες Απολαύσεις, μτφρ, Ιουλία Ραλλίδη, εκδ. Άγρα

Πολλές φορές αρνούμαι το γινόμενο Μνήμη.
Προτιμώ τη διαρκή πράξη,
το Τότε του Τώρα
σε αναστάσιμο πολλαπλασιασμό.

Αλλιώς,
κλαίω πάνω του αόριστος
γιατί ουσιαστικά επαναπατρισμός δεν υπάρχει
και οι νεκροί είναι πουλιά.

Τη μέρα ανοίγει ο χρόνος
και ο νέος πόνος σφυρίζει
στην αειπάρθενη πραγματικότητα.


Δημήτρης. Ι. Κατσαγάνης, από τη συλλογή Διαμερίσεις, εκδ. Γαβριηλίδης

στον κινέζο ποιητή Λι Χο (791-817) 
 
ο θάνατος πάνω στ' άλογό του
λευκός ποιητής
γυρίζει από Κίνα σε Κίνα
πουλάει τα ποιήματα
στις αγορές
ένα προς ένα
ένα προς θάνατο
οι άνθρωποι ακούνε
ο θάνατος απαγγέλλει
ο κόσμος αγοράζει
αυτό που πιότερο του αρέσει

* * *

με της έφηβης την ακατάλυτη σιγουριά
με το χαμόγελο απαλό
(σεντόνι δροσερό
       στου ύπνου μας το μεσημέρι
       και θάνατος χειμώνα)
η πρώτη άνοιξη μας χαιρετά
ήρεμη και πανέμορφη βαδίζοντας
τον χρόνο της εχέδωρο κι απέραντο
και διόλου βιιαστικά!
γνωρίζοντας
πως μόνο η αβεβαιότητα δεν έχει υπομονή

* * *

δικά σου είναι τα ποιήματα που δεν τα γράφω
e. e. cummings

αδυσώπητα χυμούν στο ποίημα
τ’ αχόρταγα φιλιά σου
δαγκώνοντας βαθιά την κάθε λέξη
και με τη γλώσσα της
τον κάθε μου στίχο λαξεύει
μέχρι αυτός να γίνει τέλειος!
ώσπου στο τέλος
μέσα στο σώμα της μοναδικό
όλο το ποίημα θα γευτεί
όλο το ποίημα μέσα στα σπλάχνα της
πάλι και πάλι
θα χαθεί



Αντώνης Ψάλτης, ποιήματα από τη συλλογή Ο Ήρωας Μέσα Μου, εκδ. Γαβριηλίδης

  '[...] σε τοπικό επίπεδο οι ουσίες κινούνται για διάφορους λόγους. Κατά πρώτον, για να εξασφαλίσουν τη διάρκεια και τη διατήρηση της ζωής τους που εξαρτάται από την κίνηση (καθώς, όπως προαναφέραμε, τα πράγματα κινούνται κυκλικά στην καθαυτό τους θέση χάρη στην έμφυτη ψυχή και το πνεύμα)· κατά δεύτερον, για να διαφύγουν το αντίθετό τους· κατά τρίτον, για να αποκτήσουν κάτι αγαθό ή ωφέλιμο· κατά τέταρτον, λόγω απομάκρυνσης ή απώθησης εξαιτίας μιας αντίθετης ώσης· κατά πέμπτον, λόγω βίαιης έλξης από ένα αντίθετο σε κατάσταση έλλειψης ή χρείας μιας ουσίας μετατρέψιμης σε αυτό το ίδιο· καθ' έκτον, λόγω ψυχικής επιλογής σε συμφωνία με την τάση μιας φυσικής δύναμης και, τέλος, λόγω μιας βίαιης δύναμης η οποία -διά της τέχνης ή ακόμη και της μελέτης- παρεμποδίζει τις φυσικές δυνάμεις και τις μεταστρέφει, είτε πάλι λόγω βίας που ασκεί η ίδια η φύση, η οποία -ενόσω είναι αρκετά δυνατή ώστε να κινήσει κάτι προς μία κατεύθυνση- παρεμποδίζει μια άλλη κίνηση μικρότερης ισχύος και την ανακόπτει.'

Τζορντάνο Μπρούνο, Περί Μαγείας, μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Εξάντας

  'Μοναξιά. Τί ξέρεις ἐσὺ ἀπὸ μοναξιά; Ξέρεις τὴ μοναξιὰ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνίκανων. Χμ! Μοναξιά; Μὰ ποιά; Ἄ! Ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις ὅτι δὲν εἶσαι μόνος ποτέ! Κι’ ὅτι παντοῦ σὲ συνοδεύει ἡ ἴδια βαρειὰ θλίψη τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ παρελθόντος! Αύτοὶ ποὺ σκοτώθηκαν εἶναι μαζί μας. Καὶ γι’ αύτοὺς θἄταν κάπως εὔκολο. Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ ἀγαπήσαμε, αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀγαπήσαμε ἀλλὰ μᾶς ἀγάπησαν, οἱ λύπες, οἱ ἐπιθυμίες, ἡ θλίψη καὶ ἡ γαλήνη, οἱ πόρνες κι’ ὅλο τὸ σινάφι τῶν θεῶν. [...] Μόνος! Ὤ! ἄν τουλάχιστον στὴ θέση αύτὴ τῆς δηλητηριασμένης μοναξιᾶς, ὅπως εἶναι ἡ δικιά μου, μποροῦσα νὰ γευτῶ τὴν ἀληθινὴ σιωπὴ καὶ τὸ θρόϊσμα ἑνὸς δέντρου! [...] Μοναξιά! Ἀλλὰ ὄχι, Σκιπίωνα. Ἀυτὴ ἡ μοναξιὰ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τριξίματα δοντιῶν κι’ ἀντηχεῖ ὁλάκερη ἀπὸ θορύβους καὶ πνιγμένες κραυγές. Κι’ ὅταν νυχτώνει καὶ κοντὰ στὶς γυναῖκες ποὺ ἀγκαλιάζω πιστεύω πὼς μὲ χορτασμένη πιὰ τὴ σάρκα μου θ’ ἀδράξω ἐπιτέλους ἕνα κομματάκι τοῦ ἑαυτοῦ μου ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο, ὁλόκληρη ἡ μοναξιά μου γεμίζει ἡδονὴ μὲ τὴν ξυνισμένη μυρωδιὰ ἀπὸ τὶς μασχάλες τῆς γυναίκας ποὺ μοιάζει σὰ σκιὰ ἀκόμα στὸ πλάϊ μου.'

Αλμπέρ Καμί, Καλιγούλας, μτφρ. Μαρία Γ. Πορτολομαίου, εκδ. Δωδώνη