FUCKING


It takes place on the top floor
where the television is and the big bed.
It takes place when the afternoon has reached an end
or after a trashed film has been shown on television
and when it is what is left to do.
It takes place between two bodies that join together
and have some movements to exchange
and some words to utter. Fucking is a language
that is used and a story that is told
and it is something that takes place while the ocean whispers
outside and the stars in the sky are still invisible
and the people in the town are still indoors.
Fucking is something that takes place in the eternal afternoon
when the electric pumps and the refrigerator have become silent
and conversations from the street rise up to the top floor
with the television and the bed. It is here with overwhelming
light coming in through windows and doors that it takes place. It
extends in this hour and takes shape in this room.

* * *

NEW TIRES


The white man fucks the black woman.
Amid vodou and death.
That’s how simple I see it.
Let me go on.
The palm tree trembles.
The sea prostitutes itself every day.
Animals murmur in the inner sanctum.
The gate is closed all day
         and there’s no water in the pool.
I buy four new tires and arrange a repair
         of the chassis.
That’s all.



Jorgen Leth, Trivial Everyday Things, translator: Martin Aitken, publisher: Book Thug
Metamorphosis of Narcissus (1937) - Salvador Dalí

Oh Cranium...


Oh cranium anus of the empty night
the sky blows away dies
the wind brings absence to obscurity

Deserting a sky sdistorting the being
empty voice tongue heavy with coffins
being bumping against being
the head conceals the being
the sickness of the being vomits a black sun of spit.

Shirt pulled off in the water
blooming with hairs
when filthy happiness licks the lettuce
heart sick in the rain
in the vacillating light of drool she laughs blissfully.

* * *

Earth turn turn earth
turning whores of wood
sun red sun black
roses white roses pink

roses of the grave
turning roses
whores of the grave
turning graves.



Georges Bataille, The Collected Poems of Georges Bataille, translator: Mark Spitzer, publisher: Dufour Editions
Amnon Bar-Tur's, model: Lilith, Club magazine (June 1976)

  'Η στιγμή της αναπαράστασης περικλείει  τη μετάβαση (κάτι προσωρινό, κάτι που μεταβαίνει, περνάει τα σύνορα), άρα την άρνηση με τη διαλεκτική έννοια: την υπέρβαση, μ’ άλλα λόγια την καταστροφή, μα και τη διαφύλαξη των ουσιωδών στοιχείων, που ξεπερνά ό,τι είναι αβέβαιο, σφαλερό ή επιφανειακό στη σχέση «αναπαράστασης-αναπαριστώμενου-αναπαραστατικής πράξης».'

  'Ο χώρος δεν είναι παρά η εγγραφή του χρόνου στον κόσμο, οι χώροι είναι οι πραγματώσεις, οι εγγραφές στην ταυτοχρονία του εξωτερικού κόσμου μιας σειράς χρόνων, ρυθμών της πόλης, ρυθμών του αστικού πληθυσμού... θα αναθεωρήσουμε και θα αναδομήσουμε τη σκέψη μας για την πόλη, όταν καταλάβουμε ότι η πόλη είναι η εφαρμογή του χρόνου... εκείνων που την κατοικούν.'

  'Σε κάθε προϊόν όσο ευτελές και να είναι, οι υποκειμενικές και αντικειμενικές του όψεις, η δραστηριότητα και το πράγμα, είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Πρόκειται για αντικείμενα μεμονωμένα, που έχουν διαχωριστεί από τη Φύση... Και όμως παραμένουν αντικείμενα της Φύσης... Κάθε προϊόν -κάθε αντικείμενο- στρέφεται αφενός προς τη Φύση και αφετέρου προς τον άνθρωπο. Είναι ταυτόχρονα αφηρημένο και συγκεκριμένο από τη στιγμή που έχει μια δεδομένη ουσία, συγκεκριμένο όταν γίνεται μέρος της δραστηριότητάς μας, αντιστεκόμενο ή υποτασσόμενο σε αυτήν. Μα είναι αφηρημένο, στον βαθμό που έχει πεπερασμένα και μετρήσιμα περιγράμματα, αλλά και επειδή μπορεί να αποκτήσει κοινωνική υπόσταση, να γίνει αντικείμενο ανάμεσα σε άλλα παρόμοια και να φέρει εντός του μιαν ολόκληρη σειρά νέων σχέσεων, σχέσεων επιπρόσθετων προς την υπόστασή του.'


Ανρί Λεφέβρ, από τα 'Critique de la vie quotidienne' [The Critique of Everyday Life], 'L'urbanisme aujourd'hui, mhthes et réalités' & 'Διαλεκτικός Υλισμός' κατά σειρά, στο Λεφέβρ: Έρωτας και Αγώνας, Διαλεκτικές του Χώρου του Ρομπ Σιλντς, μτφρ. Λία Γυιόκα, εκδ. Βάνιας

  'Η αληθινή ευτυχία μας βρίσκεται μόνο στο μάταιο ξόδεμα, σαν ν’ ανοιγόταν μια πληγή μέσα μας: θέλουμε πάντα νάμαστε σίγουροι για την αχρηστία, ενίοτε για τον καταστροφικό χαρακτήρα της δαπάνης μας. Θέλουμε να νιώθουμε όσο πιο μακριά γίνεται απ’ τον κόσμο όπου ο κανόνας είναι η αύξηση των πόρων. Όμως είναι λίγο να πούμε «όσο πιο μακριά». Θέλουμε έναν αναποδογυρισμένο κόσμο, θέλουμε τον κόσμο απ’ την ανάποδη. Η αλήθεια του ερωτισμού είναι η προδοσία.'

  'Η σιωπή όμως δεν καταργεί αυτά που η γλώσσα δεν μπορεί να επικυρώσει: η βία δεν είναι λιγότερο αναλλοίωτη από το θάνατο κι αν η γλώσσα καλύπτει μ’ ένα τέχνασμα τον καθολικό αφανισμό - το γαλήνιο έργο του χρόνου - μόνο η γλώσσα υποφέρει απ’ αυτό, αυτή περιορίζεται κι όχι ο χρόνος και η βία.'

  'Ο ερωτισμός έχει κατά θεμελιώδη τρόπο τη σημασία του θανάτου. Εκείνος που συλλαμβάνει για μια στιγμή την αξία του ερωτισμού αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι αυτή η αξία είναι η αξία του θανάτου. Είναι ίσως μια αξία, αλλά η μοναξιά την πνίγει.'

  '[...] η υπέρβαση είναι ακριβώς αυτό δια του οποίου η ύπαρξη είναι κατ’ αρχάς και πριν απ’ όλα έξω από κάθε όριο. Αναμφίβολα η ύπαρξη βρίσκεται επίσης μέσα σε όρια: αυτά τα όρια μας επιτρέπουν (μιλώ επίσης, αλλά μιλώντας δεν ξεχνώ ότι ο λόγος όχι μόνο θα μου ξεφύγει αλλά ότι μου ξεφεύγει). Αυτές οι μεθοδικά αραδιασμένες φράσεις είναι εφικτές (είναι σ’ ένα ευρύ μέτρο, γιατί η υπέρβαση είναι η εξαίρεση, το θαυμαστό, το θαύμα... και η υπέρβαση προσδιορίζει την έλξη - την έλξη αν όχι τη φρίκη για καθετί που είναι περισσότερο απ’ αυτό που είναι) αλλά το ανέφικτό τους είναι κατ’ αρχάς δεδομένο: ούτως ώστε ποτέ δεν είμαι δεμένος· ποτέ δεν υποδουλώνομαι αλλά διαφυλάττω την κυριαρχία μου που μόνο ο θάνατός μου, ο οποίος θ’ αποδείξει το ανέφικτο στο οποίο βρισκόμουνα να περιοριστώ στην χωρίς υπέρβαση ύπαρξη, χωρίζει από μένα. Δεν αποδοκιμάζω τη γνώση χωρίς την οποία δε θα έγραφα αλλά αυτό το χέρι που γράφει πεθαίνει και μ’ αυτόν τον επαγγελόμενο θάνατο, ξεφεύγει από τα παραδεδεγμένα όρια γράφοντας (παραδεδεγμένα για το χέρι που γράφει αλλά αρνημένα για εκείνο που πεθαίνει).'

'[...] η υπέρτατη στιγμή βρίσκεται μες στη σιωπή και μες στη σιωπή η συνείδηση διαφεύγει.'


Ζορζ Μπατάιγ, Μελέτες για τον Ερωτισμό, μτφρ. Τασία Χατζή, εκδ. Εντροπία

  'Υπάρχουν μόνον η αλήθεια και η πλάνη. Η αλήθεια διαμορφώνεται σε πραγματικότητα, μέσω των γεωμετρών, πίσω στο αληθινό άπειρο. Η πλάνη, μην έχοντας πρόσβαση στις γενικές παραδοχές της πραγματικότητας, δεν μπορεί να εκδηλωθεί πουθενά αλλού παρά μόνο στο υλικό σύμπαν. Παραμένει εκεί, ένα καταθλιπτικό σύννεφο, που διογκώνεται διαρκώς, αυξάνοντας έτσι διαρκώς και τη φθοροποιό επίδρασή του στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι ένας Αγύρτης! Ένα αχαλίνωτο, ανέστιο, και ξετρελαμένο κτήνος!'

  'Το υλικό σύμπαν είναι μια γεωμετρική πρόοδος ενέργειας σε κίνηση.'


Νταν Μπρίτεν, Θεοποιοί, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Ἐνας Αθάνατος μπορούσε να στοχεύσει στην αναπαραγωγή ενός είδους ανθρώπου όπως ένας θνητός μπορούσε ν' αναπαράγει πιο κομψές γάτες ή πιο γρήγορα άλογα. Μόνο που το προϊόν θα ήταν απλώς σαν ένα κομμένο λουλούδι, όμορφο, αλλά που δεν κρατά παρά μόνο για μια μέρα. Αναρωτήθηκε πόσοι από τους Αθάνατους μπορεί να έκαναν ακριβώς αυτό, διατηρώντας ουσιαστικά ένα χαρέμι τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο. Θα ήταν εξαίρετο, φτάνει τα συναισθήματα σου να παρέμεναν αδέσμευτα.'

  'Άκουγε τη μουσική του καρναβαλιού να ηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη στο Κάστρο του Ντέλαγουερ, έβλεπε τις λαμπερές κορδέλες των κινούμενων Δρόμων, μύριζε τα παρασυρόμενα από τον άνεμο αρώματα, χαμογελούσε στο πρόσωπο της Κέντρη.
   Υπήρχε ένα δευτερόλεπτο απεγνωσμένης βιάσης, σαν να πάλευε γατζωμένος με τα νύχια από το χείλος ενός αποσαθρούμενου γκρεμού, ενώ η ζωή και η συνείδηση διαλύονταν σε συντρίμμια κάτω από τα δάχτυλά του.'


Χένρι Κάτνερ, Μανία, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Ἡ φλέβα τοῦ αἰσθήματος εἶναι ἴδια σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ἐκεῖνο ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον, εἶναι τὸ πάχος τοῦ περιβλήματος ποὺ πρέπει νὰ σπάσει. Φυσικὰ γιὰ ὅλ’αὐτὰ πρέπει νὰ διαθέτεις μάτια καὶ αὐτιά. Χθὲς, καθὼς ἀνέβαινα τὴν κοιλάδα, εἶδα νὰ κἀθονται πάνω σ’ ἕνα βράχο δυὸ κοπέλες· ἡ μιὰ ἔδενε τὰ μαλλιά της καὶ ἡ ἄλλη τὴ βοηθοῦσε· τὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ κρέμονταν πρὸς τὰ κάτω, τὸ νεανικὸ της πρόσωπο ἦταν σοβαρὸ καὶ χλομό. Φοροῦσε μαῦρα ροῦχα καὶ ἡ ἄλλη τὴ φρόντιζε μὲ περισσὴ τρυφερότητα. Οἱ ὠραιότεροι, οἱ πιὸ ἀξιόλογοι πίνακες τῆς παλιᾶς Γερμανικῆς Σχολῆς, μᾶς δίνουν μερικὰ ἴχνη ἀπὸ τέτοιες σκηνές. Μερικές φορές πρέπει νὰ διαθέτεις τὴν κεφαλὴ τῆς Μέδουσας γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ἀποδώσεις στὴν πέτρα ἕνα τέτοιο σύμπλεγμα, πρὶν τὸ παρουσιάσεις στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν σηκώθηκαν ὄρθιες, ἡ θεσπέσια εἰκόνα καταστράφηκε· ὅμως καθὼς κατηφόριζαν ἀνάμεσα στοὺς βράχους, δημιουργήθηκε μιὰ νέα σύνθεση. Οἱ ὡραιότερες εἰκόνες, οἱ πιὸ ἀρμονικὲς μελωδίες, ἀποτελοῦν συνθέσεις ποὺ γρήγορα διαλύονται καὶ χάνονται.'

Γκέοργκ Μπίχνερ, Λεντς, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Άγρα

* * *

  'Ἕνας θεὸς ποὺ δὲν βοηθᾶ, δὲν ὑπάρχει. Ὅμως ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει, ἀρχίζει νὰ ξεχύνεται ἀπ’ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐνυπάρχουν στὸ χρόνο καὶ στὸ χῶρο ἡ φρίκη τοῦ κενοῦ. Καί, σ’ ἕναν κόσμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἡ θεϊκὴ διάσταση, αὐτὸ τὸ Ἐγώ, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἔμοιζε φανταστικό, συρρικνώνεται σ’ ἕνα ξερό, μοναχικό, ὀδυνηρὸ σημεῖο.'

Μάρτιν Βάλζερ, 'Από Τι Πεθαίνει ο Θεός', μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, από το Επίμετρο της έκδοσης
Eine Kleine Nachtmusik [A Little Night Music] (1943) - Dorothea Tanning

'κλαυτὸν δ’ ἀρτιδρόποις ὠμοδρόπων
νομίμων προπάροιθεν δαιμεῖψαι
δωμάτων στυγερὰν ὁδόν·
τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω
βέλτερα τῶνδε πράσσειν·
πολλά γὰρ, εὖτε πρόλις δαμασθῇ,
ἔ ἔ, δυστυχῆ τε πράσσει.
ἄλλος δ ἄλλον ἄγει, φονεύ-
ει, τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ
δὲ χραίνεται πόλισμ ἅπαν·
μαινόμενος δ ἐπιπνεῖ λαοδάμας
μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης.'

* * *

'Κι είναι να κλαις πικρά για τις αμάλαγες
παρθένες, που άθελα τη μαύρη στράτα
διαβαίνουν της ντροπής, όταν οι άντρες,
πριν να ’ρθει η τίμια ώρα,
τρυγούνε τον πρωτόλουβον ανθό τους·
ο σκοτωμένος, λέω, πιο λίγα θα υποφέρει·
γιατί στη νικημένη χώρα πλήθος, άα! άα!
πέφτουν οι συμφορές. Τραβούνε σκλάβους,
άλλοι σκοτώνουν κι άλλοι φωτιά βάζουν·
πνίγει ο καπνός την πόλη, κι ο φονιάς
Άρης με τη φριχτή του ανάσα
μολεύει τα ιερά μας φρενιασμένος.'


Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

  'Ὅμως καλά εἶναι κι ἔτσι. Καμιά ἄλλη θεωρία δέν εὐσταθεῖ: ὅλα ὅσα λέγονται καί κηρύσσονται καταλήγουν κάποτε στή γελοιότητα· στήν περίπτωση αὐτή ἀκόμα καί ὁ δικός μου σαρκασμός εἶναι περιττός. Ὅποιος ἔχει γνωρίσει καλά τόν κόσμο, ξέρει πώς εἶναι γεμάτος πλάνες. Παρ’ ὅλα αὐτά δέν μᾶς ἀρέσει νά τόν ἐγκαταλείπουμε, γιατί ἔχουμε τήν ἀφέλεια τῶν παιδιῶν, σκέφτηκα. Τί καλά, εἶπα στόν ἑαυτό μου, πού μέτρησα τήν πίεση τῶν ματιῶν μου! Τριάντα ὀχτώ. Δέν ἐπιτρέπεται νά ζοῦμε πιά μέ ψευδαισθήσεις: ὑπάρχει ἡ πιθανότητα ν’ ἀνατραποῦμε ἀνά πάσα στιγμή. Γι’ αὐτό χρειαζόμαστε ὄνειρα, ὅλο καί περισσότερα ὄνειρα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι πετᾶνε ἀπό τά παράθυρα κι ὕστερα ξαναμπαίνουν, ὄμορφοι ἄνθρωποι, φυτά πού δέν ἔχουμε ξαναδεῖ, μέ τεράστια φύλλα σάν ὀμπρέλες. Παίρνουμε τοῦ κόσμου τίς προφυλάξεις γιά τό θάνατο, ἀλλά ὄχι καί γιά τή ζωή.'

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

  'Επωφελούμαι τη ζωή απ’ τους νεκρούς πραγματωμένος, μα και χαμάλης της βάρδιας της νυχτερινής που γνωρίζει τα ζητήματα της πρωινής από την όψη την ανάποδη. Ότι ξεστόμισα ή σημείωσα στο χαρτί μέχρι χθες σημάδευε τον ήλιο. Σήμερα ανήκει στον ήλιο.
   Το βιβλίο που θα μ’ έσωζε δεν γράφτηκε, γι’ αυτό και τράβηξα το τσιρότο από το στόμα της σιωπής· γι’ αυτό και τούτος ο γλυκός μπελάς, καθαρά ανθρώπινος και κατά βάση μάταιος ηρωισμός, να γράψω το βιβλίο. Να γραφτώ. Για να ησυχάσω.'

  'Από την πατρίδα των μοναχικών και των μόνων, λοιπόν, σου γράφω όλα όσα θα μπορούσα να σου γράψω. Ανοίγω λιγάκι τις γρίλιες και βλέπω πως φυσάει και απέναντι στα ανοιχτά τζάμια του κλιμακοστάσιου με την κρεμώδη σκάλα δύο κοριτσίστικα γλυπτά πόδια να κατεβαίνουν, να κάνουν στάση, το δεξί πόδι στο πάνω σκαλί και το αριστερό στο κάτω, και μετά να πατούν και τα δυο στο ίδιο, κι ύστερα τα πόδια σιγά-σιγά τελειώνουν και βλέπω τμηματικά να κατέρχεται το σώμα ολόκληρο μα ποτέ το κεφάλι, λόγω της διάταξης και των αναλογιών μεταξύ των ανοιγμάτων και της κλήσης και της περιστροφής της σκάλας που αντηχεί των δύο κοριτσίστικων ποδιών την απομάκρυνση.'

  'Δεν με ενδιέφερε διόλου η ύπαρξή της. Γελιόμουν, δεν ήμουν καν σίγουρος αν με ενδιέφερε στο ελάχιστο η δική μου ύπαρξη, ο πόνος της μόνο με απασχολούσε. Την ύπαρξή μου κάπου την είχα ξεχάσει. Την γύρευα χρόνια σε οτιδήπότε μπορούσε να μου συμβεί. Αυτό που συνήθως συνέβαινε ήταν κάτι που δεν ταίριαζε· έμοιαζε με συρροή καλοσύνης, ακραιφνείς σημειώσεις για βιβλία που ήταν αμφίβολο αν θα εκδίδονταν ποτέ. Μα είχα πειστεί πως έτσι ήταν καλύτερα. Κρατούσα για μένα όλα τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα είχαν γίνει ένα με το κρέας. Το κρέας πονούσε, σκιρτούσε από αδυναμία να πάψει να είναι κρέας. Σαν ένα ξένο σώμα, ο εαυτός μου κυλιόταν σε κατάλοιπα, στα αυτοκρατορικά συντρίμμια μιας άγνωστης αλήθειας. Βρισκόμουν ακόμη μακρύτερα. Ήμουν τόσο μόνος που δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από το κρίμα. Την έσπρωξα πιο πέρα καθώς ξέφευγαν από τα μάτια της δυο τρία δάκρυα. Γύρισα την πλάτη στην άκρη της πλώρης και είδα τα αμυδρά μακρινά φώτα της Φορμεντέρα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί την αυγή με τι έμοιζαν...'


Γιάννης Λειβαδάς, Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα, εκδ. Λογείον

  'Κάθε φορά που γύριζε μπροστά του, ένας μυστηριώδης μηχανισμός αντανάκλασης συνάθροιζε στο βάθος αμέτρητα γυμνά είδωλά της, γιρλάντες κοριτσιών σε χαριτωμένες και περίλυπες παρέες που έσβηναν στη διάφανη απόσταση ή διασπώνταν σε μοναχικές νύμφες. Κάποιες απ' αυτές, σιγομουρμούριζε, έπρεπε να μοιάζουν με τους προγόνους της στα νιάτα τους -νεαρές χωριατοπούλες garlien που χτένιζαν τα μαλλιά τους στα ρηχά νερά, όσο μακριά μπορούσε να φθάσει το βλέμμα, κι έπειτα η ερωτοχτυπημένη γοργόνα από κάποιο παλιό παραμύθι, κι έπειτα τίποτε άλλο.'

  'Αν ήμουν ποιητής, σίγουρα θα έγραφα μια ωδή για τη γλυκιά παρόρμηση του να κλείσεις τα μάτια και να αφεθείς ολοκληρωτικά στην απόλυτη ασφάλεια του επιθανάτιου δέλεαρ. Γεμάτος έκσταση, νιώθεις εκ των προτέρων μια αγαλλίαση να περιβάλλει το απελευθερωμένο πνεύμα στην απεραντοσύνη του θείου εναγκαλισμού, τη ζεστή κάθαρση της φυσικής αποσύνθεσης, το καθολικό άγνωστο να καταβροχθίζει το μικροσκοπικό άγνωστο, αυτό που υπήρξε και η μοναδική αληθινή πλευρά της προσωρινής εγκόσμιας πραγματικότητας.'


Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Χλομή Φωτιά, μτφρ. Κατερίνα Γκούμα-Μεταξά, εκδ. Καστανιώτης

* * *
  '[...] σπαταλάμε υπερβολικό χρόνο πλάθωντας με τη φαντασία μας ανθρώπους σε ήρωες ιστοριών που τις διηγούμαστε στον εαυτό μας, ιστορίες για το πόσο υπέροχοι και πόσο σπάνιοι είμαστε οι ίδιοι. Όσο πιο χαρισματικοί λογοτέχνες είμαστε, τόσο πιο όμορφες ιστορίες έχουμε να διηγηθούμε και, συνήθως, τόσο πιο ανίκανοι είμαστε να διακρίνουμε τη ρεαλιστική διάσταση των πραγμάτων. Σε ακραίες περιπτώσεις υπάρχει και η κατηγορία των ανθρώπων που είναι εξίσου υπέροχα χαρισματικοί και ικανοί στο να μην αφήνουν ποτέ τον ανθρώπινο πόνο των άλλων να παρεισφρήσει στις ιστορίες που οι ίδιοι διηγούνται για τον εαυτό τους. Οι ιστορίες αυτές μετατρέπονται σε αληθινά αριστουργήματα.'

Ρίτσαρντ Ρόρτι, από το Επίμετρο της έκδοσης
Earl Miller, model: Melanie Sutherland, from Penthouse magazine (October 1975)

  'Στην πλάκα διαγραφόταν μια παράξενη, ακατανόητη μορφή, που είχε αποτυπωθεί με ποικίλα χρώματα και γραμμές· όποτε η λάμψη στρεφόταν σαν καθρέφτης προς αυτόν, θαμπωνόταν οδυνηρά, όμως αμέσως μετά απάλυναν τα μάτια του πράσινες και γαλαζωπές ανταύγειες· καθώς αγκάλιαζε με το βλέμμα τα διάφορα αντικείμενα, χανόταν όλο και περισσότερο στα βάθη του είναι του, όπου είχε ανοίξει μια άβυσσος γεμάτη οπτασίες, αρμονίες, νοσταλγία και ηδυπάθεια· χιλιάδες ήχοι διέσχιζαν την ψυχή του, πλημμυρίζοντάς την με μελαγχολικές ή ευφρόσυνες μελωδίες που τον συγκλόνιζαν: έβλεπε να ανατέλλει μέσα του ένας κόσμος πλασμένος από οδύνη και ελπίδα· από πελώριους θαυμαστούς βράχους ακλόνητης εμπιστοσύνης και μεγάλους υδάτινους όγκους ποταμών που κυλούσαν μελαγχολικά. Δεν αναγνώριζε πλέον τον εαυτό του και κατατρόμαξε όταν εκείνη η καλλονή άνοιξε το παράθυρο, του πρόσφερε τη μαγική πέτρινη πλάκα, προφέροντας αυτές τις ελάχιστες λέξεις: «»Λάβε αυτό για να με θυμάσαι!»'

Λούντβιχ Τικ, από το διήγημα 'Το Ρούνενμπεργκ', Ο Ξανθός Έκμπερτ. Το Ρούνενμπεργκ, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Σμίλη

'εἶτ’ αὖ πάλιν αὖθις ἀνιστάμενον συμψῆσαι καὶ προνοεῖσθαι
εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν.
ἠλείψατο δ' ἄν τοὐμφαλοῦ οὐδεὶς παῖς ὑπένερθεν τότ’ ἄν, ὥστε
τοῖς αἰδοίοισι δρόσος καὶ χνοῦς ὥσπερ μήλοισιν ἐπήνθει.'

*

'Όταν πάλι σηκώνονταν, έπρεπε την άμμο να ισιάζουν,
για να μη δουν οι εραστές τα χνάρια που άφηνε η ήβη.
Τότε κανένα παιδί από τον αφαλό και πάνω δεν αλειφόταν,
και στα αιδοία δροσερό το χνούδι, όπως στα μήλα, ανθούσε.'


Αριστοφάνης, Νεφέλαι, μτφρ. Βασίλειος Μανδηλαράς, εκδ. Κάκτος