Sex and Poetry - Jeffrey Harrison

(After a friend asked me why
I didn’t write more poems about sex)
For one thing, it’s hard to get away with,
caught as we are red-handed in the Chamber
of Mimesis, one of those kinky rooms
with mirrors all over the walls and ceiling
where we hope to satisfy our unspeakable needs
but get instead an abyss of dwindling reflections.
Also, it’s less like being in bed with a lover
than standing alone in front of a copy machine
xeroxing her panties and bra. Snaps and garters
give way to the block ant tackle of narrative,
which no amount of fumbling will undo.
Now tell me, does that sound like fun to you?

Sometimes, however, while we are looking
elsewhere, the green-gold dust of pollen falls
and begins to settle over everything
like an idea that takes over without out knowing
and adds a glow to whatever we see,
and we find ourselves in the middle of a sentence,
we want to keep going, clause after clause,
as if the sinuosities of syntax were
the suave unfolding of limbs and skin
and language a seduction to which we love
to succumb, feeling the words take shape in our mouths
and tasting them on someone else’s tongue.
* * *
The Gulf Between the Given and the Gift – Heather McHugh


Between the driven and the drift, you’re moved −
whether air, or a cattle prod, does it.
Art, said the naturalist, in heaven. Said the blind:
Long time no touch. The hooker interjected:
Come again. But I, I once more was unable

even to converse. (I could not get the lion
out of my mind, intending to tear a gazelle
from the love of the leap of her life.) There was much
we would catch. There was much we would miss.
There was gone we would have to do twice.



from the anthology Poets of the New Century edited by Roger Weingarten & Richard Higgerson, publisher: David R. Godine
Brad Holland’s

Devolution of the Nude – Lynne McMahon


In Whitman’s day there were the street bathers
spied on by his poem’s spinster, yearning
behind the glass; in Emerson’s day
and Thoreau’s; in the Utopian societies eager
to transmute the dross of Puritanism into the gold
of burnished flesh; in every century or half-
century there have been faddists who know
the six openings of the body must go
unstopped, that the distinction between man
and woman is holy, and the expulsion from
the garden was the garment district’s
first advertisement ploy.
                                          In our day
there are perhaps fewer of these: acid rain
and factory seepage combine to forecast another
ice-age (this time the glacier greens with alloys),
have made stoppering hygenic;
and we’ve discovered in place of the open,
the principle of the closed, the Victorian tenet
that covered is more alluring than bare,
that Shame’s the secret passageway
to Eros. Ant though we may laugh at Marianne
Moore’s remark―“I like the nude,” she said,
handing back Kenneth Clark’s book, “but
in moderation”—it is us
                                       we find
swathed in bedclothes, as if we were asthmatic
invalids under covers, calming ourselves
with penlights and turn-of-the-century novels
whose characters’ cumbersome cloaks
and flannel layers protect them, protect us,
from what is only whispered of: the difficult
birth in the back room, the laying out
of the dead in the parlor, the two occasions
for nakedness that are dreadful
and not for our eyes—
                                      not yet.
* * *
Inspiration – Sherod Santos


Say what we will, at times it seems the rarest
Moments, the most splenetic trills, the most
Ecstatic gestures, are conceived in sloth
And degradation and executed by a great unstaggered
Surge of feeling which bursts forth suddenly
Like a yard given over to day lilies, surprise lilies,
Naked ladies, to the spiked, thumbed, overlooked
Phallus of the yucca plant, to the carmined
Secret of the flowering dogwood’s uninfected petals
Falling around you sunbathing naked in the grass
Like Susanna among the Elders, to the goat-horned
Furl of the climbing fern, to the certain posture
The May apple chooses to display itself, to the heart-
Raking itch of wood lice in the oak, to the coming
Darkness, to the secret balance, to the extreme
And desolate flowering of the night-blooming cereus,
And to all those things, all that loosestrife,
Spiderwort, tickweed and flax, all those hidden
Gothic amplitudes which leave us finally,
Tattooed and senseless, trembling on the stair.


from the anthology New American Poets edited by Jack Myers & Roger Weingarten, publisher: David R. Godine

EVERYONE GETS LIGHTER


Life is lots of presents,
and every single day you get
a big bunch of gifts
under a sparkling pine tree
hung with countless balls of colored lights,
piles of presents wrapped in fancy paper,
the red box with the green ribbon,
and the green box with the red ribbon,
and the blue one with silver,
and the white one with gold.

It’s not
what happens,
it’s how you
handle it.

You are in a water bubble human body,
on a private jet
in seemingly a god world,
a glass of champagne,
and a certain luminosity
and emptiness,
skin of air,
a flat sea of white clouds below
and vast dome of blue sky above,
and your mind is an iron nail in-between.

It’s not
what happens,
it’s how you
handle it.

Dead cat bounce,
catch
the falling knife,
after endless shadow boxing

in your sleep,
fighting in your dreams
and knocking yourself out,
you realize everything is empty,
and appears as miraculous display,
all are in nature
the play of emptiness and clarity.

Everyone
gets
higher
everyone
gets lighter
everyone gets
lighter
everyone gets lighter,
everyone is light.


John Giorno, from Subduing Demons in America: Selected poems 1962-2007, edited by Marcus Boon, publisher: Soft Skull Press

  'Όντας προσωπικά ταγμένος στην αντιπαράθεση και τη διαφωνία, ο λόγος διατηρούσε το στίγμα της φιλοπόλεμης καταγωγής του. Ο λόγος καταστρέφει, χωρίζει, και όταν ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο εκτός από αυτόν, δικαίως θεωρούμε τη σχέση λήξασα. Όταν, αντίθετα, συνοδεύεται, γλυκαίνει και, κατά κάποιο τρόπο, καθαγιάζεται με τα χάδια, ενδέχεται ο λόγος αυτός καθαυτόν να αποκτήσει μια άλλη σημασία μιας διανοητικής, αποστασιοποιημένης παράλληλης δράσης, χωρίς άμεσο διακύβευμα, ελεύθερης.'

  '[...] πιθανόν δεν έχω κάνει ποτέ πραγματική συζήτηση με άλλον εκτός από γυναίκα που αγαπούσα, και στο βάθος μου φαίνεται φυσιολογικό ότι η ανταλλαγή ιδεών με κάποιον που δε γνωρίζει το σώμα μας, που δεν είναι σε θέση να του προκαλέσει δυστυχία ή, αντίστροφα, να του δώσει χαρά, είναι άσκηση κίβδηλη και τελικά ανέφικτη, γιατί είμαστε σώματα, είμαστε πάνω απ’ όλα, πρωτίστως και σχεδόν αποκλειστικά σώματα και η κατάσταση του σώματός μας αποτελεί την πραγματική αιτία των περισσότερων από τις διανοητικές και ηθικές μας αντιλήψεις.'

  'Κολυμπούσα ώρες, στον ήλιο και στο φως των αστεριών, και το μόνο που ένιωθα ήταν μια ελαφρά αίσθηση, αόριστη και θρεπτική. Η ευτυχία δεν ήταν πιθανή προοπτική. Ο κόσμος είχε προδώσει. Το σώμα μου μου ανήκει για ένα μικρό διάστημα· δεν θα επιτύγχανα ποτέ τον δεδομένο σκοπό. Το μέλλον ήταν κενό· ήταν το βουνό. Συγκινησιακά φορτισμένες παρουσίες κατοικούσαν τα όνειρά μου. Ήμουν, πλέον δεν ήμουν. Η ζωή ήταν πραγματική.'


Μισέλ Ουελμπέκ, H Δυνατότητα Ενός Νησιού, μτφρ. Ελένη Σιπητάνου, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Robert Frank’s

  'Συνεχίζοντας την κοπιαστική πορεία μου, έβλεπα μεγάλους λάκκους από μετέωρα τα οποία είχαν πια θαφτεί εκτός θέας, ενώ πολύχρωμα πετράδια που μου ήταν αδύνατο να κατονομάσω αστραποβολούσαν ή αχνολαμπύριζαν μέσα στη σκόνη. Υπήρχαν πεσμένα κυπαρίσσια που σάπιζαν δίπλα σ’ ερειπωμένα μαυσωλεία, στα σκεπασμένα με λειχήνες μάρμαρα των οποίων έβλεπες να έρπουν χοντροί χαμαιλέοντες με βασιλικά μαργαριτάρια στο στόμα τους. Κρυμμένες πίσω από τις χαμηλές λοφοσειρές, υπήρχαν πόλεις που ούτε μια κολόνα τους δεν παρέμενε αλώβητη – απέραντες και πανάρχαιες πόλεις που κομμάτι-κομμάτι, μόριο με μόριο, κατέρρεαν για να επαυξήσουν τους απέραντους σωρούς των χαλασμάτων που κάποτε ήταν περίτρανοι ναοί, ενώ πεσμένοι θεοί κείτονταν βλοσυροί σαν φθαρμένες μάζες από ψαμμίτη ή με λοξοκοίταζαν σαν κομματιασμένοι όγκοι από πορφυρίτη στα πόδια μου. Και πάνω απ’ όλα βασίλευε μια απειλητική σιγαλιά, που την έσπαζαν μονάχα τα σατανικά γέλια της ύαινας ή το σούρσιμο από τις οχιές ανάμεσα στις συστάδες από τα ξερά αγκάθια ή στους αρχαίους κήπους που είχαν παραδοθεί σ’ εφήμερες τσουκνίδες και σε φουμαριές.'

Κλαρκ Άστον Σμιθ, από το διήγημα 'Τα Bδελύγματα της Γιοντό' της ανθολογίας Απαγορευμένα Τοπία, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

'Ω φίλε μου! Η ευδαιμονία που πηγάζει από το έγκλημα
είναι σαν τον κεραυνό, που με την απατηλή του λάμψη
εξωραΐζει για μια στιγμή την ατμόσφαιρα, για να γκρεμίσει
όμως μιαν ώρα αρχύτερα στην άβυσσο του θανάτου
τον δυστηχή που θαμπώθηκε από αυτήν.'

   'Ο Λα Ροζ έβγαλε αμέσως από ένα μεγάλο ερμάριο έναν διαγώνιο σταυρό από πολύ αγκαθωτό ξύλο. Ο μνημειώδης αυτός ακόλαστος ήθελε να με βάλει εκεί πάνω. Με ποιο όμως τέχνασμα σκόπευε να βελτιώσει τη βάναυση απόλαυσή του; Προτού με δέσει, ο Καρντοβίλ μου έχωσε στον πισινό μια επάργυρη σφαίρα σε μέγεθους αυγού. Την άλειψε καλά και την έσπρωξε να γλιστρήσει μέσα, ώσπου εξαφανίστηκε. Μόλις μπήκε μέσα στο σώμα μου, την ένιωσα να φουσκώνει και να με καίει. Αδιαφορώντας για τις οιμωγές μου, μ’ έδεσε σφιχτά πάνω στον αγκαθωτό σταυρό. Ύστερα, δέθηκε κι ο ίδιος κολλητά πάνω μου και μπήκε μέσα μου, πιέζοντας την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς μου πάνω στις μυτερές προεξοχές. Ο Ζυλιέν πήρε θέση πάνω του και μπήκε μέσα του. Φαντάζεστε τι πόνο τράβηξα αναγκασμένη να σηκώνω το βάρος των δύο αυτών σωμάτων και χωρίς να έχω άλλο στήριγμα πέρα από τους καταραμένους αιχμηρούς ρόζους που με πετσόκοβαν. Όσο πιο πάνω απωθούσα αυτούς που με πίεζαν προς τα κάτω τόσο πιο δυνατά με πλάκωναν ξανά στις προεξοχές του ξύλου που με ξέσχιζαν. Στο μεταξύ, η τρομερή μπάλα είχε φωλιάσει στα σωθικά μου και τα ανακάτευε, τα έκαιγε και τα σπάραζε. Ξέσπασα σε τρομερά ουρλιαχτά. Δεν υπάρχουν στον κόσμο εκφράσεις που να μπορούν να περιγράψουν αυτό που ένιωθα. Κι όμως, ο δήμιός μου το απολάμαβανε. Το στόμα του, κολλημένο στο δικό μου, έμοιαζε να ανασαίνει τον πόνο μου για να αυξήσει τις ηδονές του. Η μέθη του ήταν απερίγραπτη. Προτού τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του, που ήδη τις ένιωθε να χάνονται, θέλησε να γευτεί τα πάντα μιμούμενος τον φίλο του. Με γύρισε ανάποδα, μου έβγαλε τη σφαίρα από πίσω και μου την έχωσε μπροστά, για να ανάψει στον κόλπο μου την ίδια πυρκαγιά που είχε κατακάψει την έδρα μου. Εκείνη κατέβηκε κι έκαψε τη μήτρα ως το βάθος της. Με δέσανε όπως πριν, μπορύμυτα αυτή τη φορά πάνω στον ατιματισμένο σταυρό. Πάνω στις προεξοχές υπέφεραν τώρα μέρη του σώματός μου που ήταν πολύ πιο ευαίσθητα. Ο Καρντοβίλ διείσδυδε στο σφραγισμένο μονοπάτι. Το διαπέρασε την ίδια ώρα που ο άλλος τον χαιρόταν από πίσω. Εντέλει ο βασανιστής μου έφτασε στο παραλήρημα και ανήγγειλε με φρικτές ιαχές την αποπεράτωση του εγκλήματός του. Πλημμυρισμένη, με ξέλυσαν.'

  'Ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να καταστρέφει. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να παραλλάσσει τις μορφές, όχι όμως να τις εκμηδενίσει. Από την οπτική γωνία της φύσης, όλες οι μορφές είναι ίδιες. Τίποτε δεν χάνεται μέσα σε αυτήν την πελώρια χοάνη εντός της οποίας πραγματοποιούνται αυτές οι παραλλαγές. Κάθε σωματίδιο ύλης που πέφτει εκεί μέσα αναδύεται αέναα υπό διαφορετική μορφή και, όποιες κι αν είναι οι δικές μας ανθρώπινες πεποιθήσεις γι’ αυτή τη διαδικασία, καμία αλλαγή δεν προσβάλλει τη φύση ούτε την ευτελίζει. Οι καταστροφές που εμείς πραγματοποιούμε δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ανανεώνουν τη δύναμή της.'


Μαρκήσιος ντε Σαντ, Ζυστίν ή Οι Δυστυχίες της Αρετής, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. Νεφέλη

  'Στο κάτω-κάτω [...] αυτή ήταν μια μεταβατική περίοδος στην ιστορία [...]. Ήταν μια εποχή εντάσεων και καταπονήσεων, και σε τέτοιες εποχές τα πράγματα τείνουν να πάρουν μελοδραματική χροιά. Εδώ που τα λέμε, η κάθε γενιά αρέσκεται να πιστεύει ότι αυτή είναι το αξονικό σημείο της ιστορίας, ότι στη δική της εποχή θα παρθεί η μεγάλη απόφαση που θα θέσει τον άνθρωπο στο σωστό ή στο λανθασμένο δρόμο. Αλλά τα πράγματα δεν είναι δα στ’ αλήθεια και τόσο τραγικά. Πραγματικά, ο ρους της ανθρωπότητας είναι κάτι το πολύ μαζικό για ν’ αλλάξει δρόμο εντελώς απότομα· απλώς αλλάζει κατεύθυνση διαγράφοντας μια μακρά, βαθμιαία καμπύλη στο διάστημα πολλών γενιών.'

  'Μια ταυτότητα [...] πρέπει να είναι μια δυναμική, και όχι μια στατική υπόσταση. Αν είναι στατική, καταντά ανήμπορη μέσα στα πλαίσια της μορφοδιάταξης της ύπαρξής της. Αυτό είναι το μάθημα που κάποτε ο άνθρωπος θα πρέπει να μάθει. Αλλά αν είναι δυναμική, μπορεί να κατευθύνει την ύπαρξή της, όπως κατευθύνεται και μια μηχανή εξόρυξης, μέσα από την κατά τ’ άλλα αδιαπέραστη μάζα των βραχωδών στοιχείων που ξέρουμε ως πραγματικότητα. Αντί να εξουσιάζεται και να φυλακίζεται από αυτά, μπορεί να τα εξουσιάζει και να τα εκμεταλλευτεί, και με την ύπαρξή της να διατρήσει, να κονιορτοποιήσει και να επεξεργαστεί την πραγματικότητα έως ότου διαχωρίσει εκείνα τα ξεχωριστά αληθινά και πολύτιμα στοιχεία της που η ταυτότητα θέλει να κάνει δικά της.'


Γκόρντον Ντίκσον, Δεν Έχει Χώρο για τον Άνθρωπο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Γιατί, προς ταπείνωση και εξύψωψσή μας, ένα πράγμα πρέπει να καταλάβουμε καλά. Ολόκληρη η κωμωδία της τέχνης δεν παίζεται κατά κανένα τρόπο από μας για την καλυτέρευσή μας και για την καλλιέργειά μας ούτε είμαστε οι αληθινοί δημιουργοί αυτού του κόσμου τέχνης. Αντίθετα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είμαστε εικόνες και καλλιτεχνικές προβολές για τον αληθινό δημιουργό της, κι ότι η μεγαλύτερη αξία μας έγκειται στη σημασία μας ως έργων τέχνης -επειδή η ενθάδε ύπαρξη και ο κόσμος δικαιολογούνται εσαεί μόνον ως αισθητικό φαινόμενο· - ενώ, φυσικά, η επίγνωση της σημασίας μας αυτής πολύ λίγο διαφέρει από την επίγνωση της εικονιζόμενης σ’ έναν πίνακα μάχης εκ μέρους των πολεμιστών που είναι ζωγραφισμένοι στον πίνακα. Έτσι, όλη η γνώση μας για την τέχνη είναι και βάση εντελώς ψευδαισθητική, γιατί ως όντα που κατέχουν αυτή τη γνώση δεν είμαστε ένα και το αυτό μ’ εκείνο το ον το οποίο, ως μοναχικός δημιουργός και θεατής αυτής της κωμωδίας της τέχνης, εξασφαλίζει μια αιώνια απόλαυση για λογαριασμό του. Μόνο στον βαθμό που η μεγαλοφυΐα ταυτίζεται, στην πράξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με τούτο τον πρωταρχικό καλλιτέχνη του κόσμου, γνωρίζει κάτι από την αιώνια ουσία της τέχνης· γιατί μόνο σ’ αυτή την κατάσταση μοιάζει αυτή η μεγαλοφυΐα, με αξιοθαύμαστο τρόπο, μ’ εκείνη την ανησυχητική εικόνα του παραμυθιού που μπορεί να στρέφει τα μάτια της όπου θέλει και να βλέπει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό της· τώρα είναι υποκείμενο και αντικείμενο μαζί, ποιητής, ηθοποιός και θεατής μαζί.'

  'Η προϋπόθεση του μύθου του Προμηθέα είναι η ανεκτίμητη αξία που έδινε μια απλοϊκή ανθρωπότητα στη φωτιά ως αληθινό palladium [παλλάδιον] κάθε ανερχόμενου πολιτισμού. Το να ’χει όμως ελεύθερα στη διάθεσή του ο άνθρωπος τη φωτιά, χωρίς να την έχει δεχτεί ως δώρο από τον ουρανό, είτε σαν κεραυνό που πυρπολεί είτε σαν ηλιαχτίδες που θερμαίνουν, ήταν κάτι το οποίο θεωρούσαν ιεροσυλία εκείνοι οι στοχαστικοί πρωτ-άνθρωποι, ληστεία σε βάρος της θείας φύσης. Κι έτσι, το πρώτο φιλοφοσικό πρόβλημα παρουσιάζει μια οδυνηρή και άλυτη αντίφαση ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο και την κυλάει, σαν μεγάλη πέτρα, μπροστά στη θύρα κάθε πολιτισμού. Το καλύτερο και ανώτερο πράγμα που μπορεί να αποκτήσει η ανθρωπότητα, το παίρνει μέσω μιας ιεροσυλίας και πρέπει να πληρώσει μετά για τις συνέπειες, που περιλαμβάνουν όλο τον κατακλυσμό των οδυνών και των δεινών με τα οποία τιμωρούν -και οφείλουν να τιμωρούν- οι προσβεβλημένοι αθάνατοι την ανθρώπινη φυλή με τις ευγενείς επιδιώξεις της. Αυτή είναι μια σκληρή σκέψη, η οποία, χάρη στην αξιοπρέπεια που απονέμει στην ιεροσυλία, έρχεται σε παράξενη αντίθεση με τον σημιτικό μύθο του προπατορικού αμαρτήματος, στον οποίο η περιέργεια, η ψεύτικη παρουσίαση, η σαγήνη, η φιληδονία - με μια λέξη, μια σειρά εξεχόντων γυναικείων χαρακτηριστικών θεωρείται αρχή του κακού. Αυτό που διακρίνει την άρια σύλληψη είναι η έξοχη ιδέα της ενεργού αμαρτίας ως χαρακτηριστικά προμηθεϊκής αρετής· και τούτο μας δίνει συγχρόνως την ηθική βάση της πεσιμιστικής τραγωδίας: τη δικαιολόγηση του ανθρώπινου κακού, δηλαδή τόσο της ανθρώπινης ενοχής όσο και της ανθρώπινης οδύνης που συνεπάγεται αυτή. Η δυστυχία στην ουσία των πραγμάτων -την οποία δεν έχει την τάση να αποκρύψει ο στοχαστικός Άριος-, η αντίφαση μέσα στην καρδιά του κόσμου τού αποκαλύπτεται ως μπλέξιμο διαφορετικών κόσμων, για παράδειγμα ενός θεϊκού και ενός ανθρώπινου, από τους οποίους ο καθένας υπάρχει δικαιωματικά ως άτομο, αλλά μολοταύτα πρέπει να υποφέρει για την εξατομίκευσή του, επειδή ακριβώς υπάρχει δίπλα σ’ έναν άλλο. Στην ηρωϊκή προσπάθεια του ατόμου να πετύχει την καθολικότητα, στην προσπάθεια να ξεπεράσει την κατάρα της εξατομίκευσης και να θέλει να είναι το ίδιο η μία ουσία του κόσμου, οικειοποιήται την πρωταρχική αντίφαση που είναι κρυμμένη μέσα στα πράγματα, δηλαδή διαπράττει ιεροσυλία και υποφέρει.'


Φρίντριχ Νίτσε, Η Γέννηση της Τραγωδίας, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Πανοπτικόν