'Ὡραῖε ἀντικατοπρισμέ μέ τό σχῆμα τῆς βαρειᾶς σφήρας τοῦ σιδηρουργοῦ. Ὡραίε ἀντικατοπρισμέ τοῦ ἄνδρα πού μπαίνει μέσα βαθειά στή μήτρα. Ωραῖε ἀντικατοπρισμέ πηγῆς καί φρούτων ἕτοιμων νά φαγωθοῦν. Καί ἰδού οἱ ταξιδιῶτες πού τρελλάθηκαν τά χείλη τους νά γλείφουν. Ἡ Εἰρήνη εἶναι σάν μιά ἀψίδα πάνω ἀπό τή θάλασσα. Δέν ἔχω πιεῖ ἐδῶ καί ἐκατόν ἡμέρες, καί οἰ άναστεναγμοί μέ βοηθοῦν νά ξεδιψάσω. Ἄχ, ἄχ. Ἡ Εἰρήνη καλεῖ τόν ἐραστή της. Τόν ἐραστή της πού καυλώνει ἀπό μακριά. Ἄχ, ἄχ. Ἡ Εἰρήνη ἀγωνιᾶ καί σπαρταρᾶ. Ἐκείνος ὀρθώνεται καυλωμένος σάν θεός πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο. Αὐτή κουνιέται, ἐκεῖνος τήν ἀποφεύγει, αὐτή κουνιέται καί τοῦ δίνεται. Ἄχ. Ἡ ὄαση ὑποκλείνεται μέ τίς πανύψηλες τίς χουρμαδιές της. Ταξιδιώτες, οἱ πανωφόρες σας στροβιλίζονται μέσ' τή λεπτή τήν ἄμμο. Ἀπ τό λαχάνιασμα ἡ Εἰρήνη κοντεύει νά διαλυθεῖ. Ἐκεῖνος τήν κοιτάζει. Τό μουνί ἔχει μουσκέψει καρτερώντας τ' ὁλοζώντανο παλούκι. Στ ἀπατηλά βουνά τῆς ἄμμου, μιά σκιά ζαρκαδιοῦ.

   Κόλαση ἄς ἀρχίσουν οἱ καταραμένοι σου νά μαλακίζονται, ἡ Εἰρήνη ἔχυσε.'


Λουί Αραγκόν, Το Μουνάκι της Ειρήνης, μτφρ. Ανδρέας Νεοφυτίδης, εκδ. Φόρμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου