'Υποφέρω τρομερά απ’ τη ζωή. Δεν υπάρχει κατάσταση που να μπορώ να φθάσω. Κι είναι απόλυτα βέβαιο ότι είμαι νεκρός από καιρό, ότι έχω ήδη αυτοκτονήσει. Μ’ αυτοκτονήσανε, δηλαδή. Κι όμως τι θ’ αναλογιζόσαστε για μια αυτοκτονία προγενέστερη, μια αυτοκτονία που θα μας έκανε να παλινδρομήσουμε, αλλά απ’ την άλλη μεριά της ύπαρξης και όχι απ’ τη μεριά του θανάτου. Αυτό μονάχα θα ’χε για μένα κάποια άξία. Δεν αισθάνομαι την επιθυμία του θανάτου, αισθάνομαι την επιθυμία του να μην υπάρχεις, του να μην είσαι ποτέ ριγμένος μέσα σ’ αύτή τη διασκέδαση που σου προσφέρουν οι χαζομάρες, οι αποκηρύξεις οι αρνήσεις κι οι άχρωμες συναντήσεις, που είναι το εγώ του Αντονέν Αρτώ, πολύ πιο αδύναμο απ’ αυτόν τον ίδιο. Το εγώ αυτού του περιπλανώμενου σακάτη που από καιρό σε καιρό έρχεται να προβάλλει τη σκιά του πάνω στην όποία έχει φτύσει ο ίδιος από πολύ καιρό. Αυτό το εγώ, το ανάπηρο, που σέρνεται στη γη, Αυτό το αυτοδύναμο, απίθανο εγώ, που παρ’ όλα αυτά ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα στην πραγματικότητα. Κανένας δεν ένιωσε όπως αυτό την αδυναμία του που είναι η κύρια, η ουσιαστική αδυναμία του ανθρώπινου γένους. Να καταστρέψει, να μην υπάρξει.'

  'Μου μιλάνε για λέξεις, μα δεν πρόκειται για λέξεις, πρόκειται για τη διάρκεια του πνεύματος.
   Σ αυτή τη φλούδα των λέξεων που πέφτει, πρέπει να φανταστούμε πως είναι ανακατεμένη και η ψυχή. Δίπλα στο πνεύμα υπάρχει η ζωή, υπάρχει η ανθρώπινη ύπαρξη, στην περιφέρεια της οποίας περιστρέφεται αυτό το πνεύμα, ενωμένο μαζί της μ ένα πλήθος νοημάτων...'

  'Για μένα, όποιος λέει Σάρκα, εννοεί, πάνω απ όλα, σύλληψη, ένα δασύ τρίχωμα, μια ξεγυμνωμένη σάρκα με όλη τη διανοητική εμβάθυνση αυτού του θεάματος της καθαρής σάρκας και μ’ όλες τις συνέπειες που επιφέρει στις αισθήσεις, δηλαδή μέσα στο συναίσθημα.
   Μα όποιος λέει συναίσθημα εννοεί προαίσθημα, δηλαδή άμεση γνώση, επικοινωνία που επιστρέφει και φωτίζεται από μέσα. Υπάρχει ένα πνεύμα μέσα στη σάρκα, αλλά ένα πνεύμα αιφνιδιαστικό σαν τον κεραυνό. Και παρ' όλα αυτά, η δόνηση της σάρκας μετέχει στην υψηλή ουσία τους πνεύματος.
   Και από την άλλη, όποιος λέει σάρκα, εννοεί ακόμα ευαισθησία. Ευαισθησία, δηλαδή οικείωση, αλλά οικείωση εσώτερη, κρυφή, βαθιά, απόλυτη με τον πόνο του ίδιου μου του εαυτού και, κατά συνέπεια, γνώση μοναχική και μοναδική αυτού του πόνου.'

  'Υπάρχει αύτή ή αδιάκοπη μόλυνση της ζωής, υπάρχει αύτή ή επιδρομή της φύσης η οποία διαμέσου ενός παιχνιδιού από μυστηριακές αντανακλάσεις και διακυβεύσεις εισχωρεί πολύ καλύτερα κι από μας τους ίδιους μέχρι την πηγή της ζωής μας. Απ’ όποια μεριά και να κοιτάξω μέσα στον εαυτό μου, νιώθω πως καμιά απ’ τις χειρονομίες μου, καμιά απ’ τις σκέψεις μου δε μου ανήκει.
   Δεν αισθάνομαι τη ζωή παρά με μια καθυστέρηση που την καθιστά απελπιστικά αυτοδύναμη.
   Για καθεμιά σκέψη μου που αποκηρύσσω έχω ήδη αυτοκτονήσει. Ακόμα και μέσα στο κενό μένουν παρά πολλά πράγματα για να καταστρέψω. Νομίζω πώς αρνούμαι να πεθάνω. Δε συλλαμβάνω, δε νιώθω το θάνατο σαν μια περιπέτεια, νιώθω να πεθαίνω, να πεθαίνω χωρίς στόμφο, χωρίς αντίσταση, χωρίς κουβέντα, άλλά μ’ έναν αργό, αμετάβλητο σπαραγμό.
   Δεν μπορώ να συλλάβω τίποτ’ άλλο έκτός απ’ αυτό που μπαίνει στη σκέψη μου. Ο θάνατος δεν μπορεί να ’ναι παρά ένα απ’ αυτά τα χίλια ρίγη, μια απ’ αυτές τις αόριστες γρατσουνιές των πραγμάτων που αγγίζουν τη μεμβράνη του εγώ μου. Και τα πράγματα στ’ αλήθεια δεν είναι πια για να τα ζει κανείς: αισθάνομαι ότι έχω ζήσει τα πάντα, και αν στραφώ προς το θάνατο για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτή την υποδούλωση του να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να ζεις.
  Αλλά αυτό που μου προκαλεί το μεγαλύτερο φόβο μες στο θάνατο, δεν είναι αυτό το πλησίασμα με το Θεό, αυτή η επιστροφή στο επίκεντρό μου, είναι ή αναγκαιότητα μίας οριστικής επιστροφής στον ίδιο τον εαυτό μου σαν κατάληξη για τα βάσανα μου.
   Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από τη ζωή. Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από κάτι.
   Θα ’θελα να βεβαιωθώ πως η σκέψη, η αίσθηση, η ζωή, είναι γεγονότα προγενέστερα του Θεού· η αυτοκτονία θα ’χε τότε κάποιο νόημα.
   Αλλά ο Θεός, ο ανόητος ο θάνατος, η ζωή η ακόμα πιο φριχτή, είναι οι τρεις όροι ενός άλυτου προβλήματος που η αυτοκτονία δεν αγγίζει.'

  'Σκύλοι πάψτε πια να κυλάτε τα χαλίκια στην ψυχή μου. Εγώ. Εγώ. Γυρίστε τη σελίδα των συντριμμάτων. Ακόμα κι εγώ ελπίζω στην ουράνια αμμουδιά και στη χωρίς όρια παραλία. Πρέπει αυτή η φωτιά ν’ αρχίσει μέσα μου. Αύτή η φωτιά κι αυτές οι γλώσσες, και οι σπηλιές της κυοφορίας μου. Ας ξανάρθουν τα παγόβουνα να εξοκείλουν στα δόντια μου. Έχω το κρανίο χοντρό, μα την ψυχή λεία και μια καρδιά από κατακάθια. Μου λείπουν οι μετεωρισμοί, μου λείπουν τ’ αναμμένα χαστούκια. Γυρεύω μέσα στο λαρύγγι μου ονόματα, και σαν το βλέφαρο που τρεμοπαίζει πράγματα, τη μυρωδιά του κενού, μια μπόχα του παράλογου, την κοπριά του ολοκληρωμένου θανάτου.... Το ελαφρό και σπάνιο χιούμορ. Κι εγώ ακόμα περιμένω τον άνεμο. Όπως κι αν το λένε, αγάπη ή αθλιότητα, δε θα μπορέσει να με ρίξει παρά σε μια ακτή γεμάτη κόκαλα.'


Αντoνέν Αρτό, Η Μεγάλη Μέρα και η Μεγάλη Νύχτα, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ. Αιγόκερως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου