'Ἡ σιλουέτα πού ἔρχεται νά προφέρει: Ὁ Θεός ἄς λυπηθεῖ τήν ψυχή του παραπέμπει τόν Σκότι στόν θεατή, ἀφήνοντάς τον, δολοφόνο καί νικητή τῆς νεύρωσής του, νά ξαναβυθιστεῖ στή μοναξιά καί τήν πραγματικότητα (ὄπως ἴσως καί ὁ θεατής πού φεύγει ἀπό τήν αἴθουσα προβολῆς). Ἡ μόνη καταφυγή πού ὁ σκηνοθέτης ἐκχωρεῖ στόν Σκότι εἶναι ἡ σκοτεινιά τοῦ ὀνείρου, καί μέσα του ὁ ἀστυνομικός θά κλάψει τά κρίματά του, καί τήν ἀπόπειρα του νά ξαναφτιάξει ἔναν κόσμο.
   Μέ τήν τελευταία φράση: Ὁ Θεός ἄς λυπηθεῖ τήν ψυχή του, ὁ Χίτσκοκ δίνει στήν ἠθική μιά θρησκευτική σημασία. Ὅμως, καί ὁ θεατής πού δέν παραδέχεται αὐτῆς τῆς μορφῆς τήν ἠθική, μπορεῖ νά δεχτεῖ, μέ τίς προσωπικές του ἰδέες, αὐτό τό τρελό ποίημα ἀγάπης.
   [...] αὐτοί [...] πού ἔχουν δεῖ τήν ταινία, δέ θά μπορέσουν ποτέ νά ξεχάσουν τή γέφυρα, κάτω ἀπό τήν ὁποία ὁ Σκότι ψαρεύει τή Μάντλεν, οὔτε τήν τελική ἐμφάνιση τῆς καλόγριας. Ἔτσι ὁ σκηνοθέτης δίνει στά ὄνειρα ἕνα χαρακτήρα ἀναγκαιότητας, νοσηρό και ἀμφίλογο, ὅπου ἡ δύναμη καί ἡ ἄκαμπτη ἀκρίβεια καταλήγουν στήν ἄρνηση τοῦ θρύλου.'

από το συλλογικό Χίτσκοκ, επιμ. Pierre Lherminier & (ελ. εκδ.) Άρης Εμμανουήλ, μτφρ. Γιώργος Σπανός, εκδ. Πλέθρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου