'Θά πάψετε ἐπιτέλους νά μέ βασανίζεται μέ τόν καταραμένο τό χρόνο σας! Εἶναι ἀπάνθρωπο! Πότε! Πότε! Μιά μέρα! Δέ σᾶς φτάνει αὐτό; Μιά μέρα σάν τίς ἄλλες, μιά μέρα μουγγάθηκε, μιά μέρα τυφλώθηκα, μιά μέρα θά κουφαθοῦμε, μιά μέρα γεννηθήκαμε, μιά μέρα θά πεθάνουμε, τήν ἴδια μέρα, τήν ἴδια ὥρα, τήν ἴδια στιγμή, δέ σᾶς φτάνει αὐτό; (Πιό ἤρεμα.) Ξεγεννᾶνε καβάλα σ’ ἕνα τάφο, ἀστράφτει τό φῶς μιά στιγμή, κι ὕστερα πάλι σκοτάδι.'

   'Καβάλα σ’ ἕνα τάφο καί δύσκολη γέννα. Στόν πάτο τοῦ λάκκου, μέ τό πάσο του, ὁ νεκροθάφτης βάζει μπρός τόν ἐμβρυουλκό. Ἔχουμε καιρό νά γεράσουμε. Ὁ ἀέρας ἀντιλαλεῖ τίς κραυγές μας. (Ἀφουγκράζεται.) Ἀλλά ἡ συνήθεια εἶναι σπουδαῖος σιγαστήρας. [...] Καί μένα μέ κοιτάζει κάποιος τώρα, καί γιά μένα ὑπάρχει κάποιος που λέει, Κοιμᾶται, δέν ξέρει τίποτα, ἄσ' τον νά κοιμηθεῖ. (Παύση.) Δέν μπορῶ νά συνεχίσω.'


Σάμουελ Μπέκετ, Περιμένοντας τον Γκοντό, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου