'Ναι, στη ζωή μου, αφού πρέπει να τη λέω έτσι, υπήρχαν τρία πράγματα, η ανικανότητα να μιλήσω, η ανικανότητα να σωπάσω, και η μοναξιά, μ’ αυτά έπρεπε να τα βγάλω πέρα. Ναι, τώρα μπορώ να μιλάω για τη ζωή μου, είμαι πολύ κουρασμένος για λεπτολογήματα, αλλά δεν ξέρω αν έζησα ποτέ, ειλικρινά δεν έχω γνώμη πάνω στο θέμα. Όπως και νά ’χει, πιστεύω πως σύντομα θα σωπάσω για πάντα, παρά την απαγόρευση. Τότε, ναι, πάπαλα, έτσι απλά, σαν απλός ζωντανός, θα πεθάνω, πιστεύω πως σύντομα θα πεθάνω, ελπίζω αυτό νά ’ναι κάποια αλλαγή, Θά ’θελα να σώπαινα πριν πεθάνω, ώρες-ώρες πίστευα πως αυτό θά ’ταν η ανταμοιβή μου, η ανταμοιβή μου που μίλησα τόσο πολύ και τόσο αντρειωμένα, να μπω ζωντανός στη σιωπή, για να μπορέσω να τη χαρώ, όχι, δεν ξέρω γιατί, για να με νιώθω σιωπηλό.'

  'Τώρα ποιός; Τώρα ποῦ; Τώρα πότε; Χωρὶς νὰ τὸ ψάχνω. Ἐγὼ, νὰ λέω ἐγώ. Χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶ. Νὰ τὰ λέω ἐρωτήσεις, ὑποθέσεις. Νὰ προχωράω μπροστά, νὰ τὸ λέω προχωράω, νὰ τὸ λέω μπροστά. Λὲς νά ’γινε καὶ κάποια μέρα, ἐντάξει πῆρε μπρός, νά ’μεινα μέσα, ποῦ μέσα, ἀντὶ νᾶ βγὼ ἔξω, ὅπως ἔκανα πάντα, νὰ περάσω μέρα καὶ νύχτα ὅσο γίνονταν πιὸ μακριά, δὲν ἦταν μακριά. Κάπως ἔτσι μπορεῖ ν’ ἄρχισε.'

  'Αὐτὸς ὁ χρόνος ποὺ τρέχει, ποὺ καλπάζει, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ βρισκόταν σὲ λήθαργο. Κι αὐτὴ ἡ σιωπή, ποὺ μέσα της ὠρύονται καὶ ποὺ μιὰ μέρα θ’ ἀποκατασταθεῖ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλλοτινή. Ἴσως λιγάκι φθαρμένη άπ’ τὴ χρήση.'

  '[...] λέξεις, εἶμαι ὅλες τοῦτες οἱ λέξεις, ὅλες τοῦτες οἱ ἄγνωστες, ὅλος τοῦτος ὁ μπουχός ἀπὸ λέξεις, χωρὶς ἔδαφος νὰ κατακάτσει, χωρὶς οὐρανὸ νὰ διαλυθεῖ, ποὺ κολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, ξεκολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, πὼς ἐγὼ εἶμαι αὐτές, κι αὺτὲς ποὺ ἑνώνονται, κι αὐτὲς ποὺ χωρίζονται, κι αὺτὲς ποὺ δὲ γνωρίζονται, αὺτὲς καὶ τίποτ’ ἄλλο, ὄχι, ἐντελῶς ἄλλο, πὼς εἴμαι κάτι ἐντελῶς ἄλλο, κάτι βουβό, σ’ ἔνα μέρος ἄγριο, ἄδειο, κλειστό, μαύρο, ξερό, παγωμένο, ὄπου τίποτα ποτέ δὲ σαλεύει, τίποτα ποτέ δὲ μιλάει, καὶ πὼς ἀκούω, καὶ πὼς ψάχνω, σὰ θηρίο σὲ κλουβὶ γεννημένο ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβί ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα σὲ κλουβί πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα, σὰ θηρίο μὲ μιὰ λέξη, δική τους λέξη, σὰν τέτοιο θηρίο, καὶ πὼς ψάχνω, σὰν τέτοιο θηρίο, μὲ τὶς φτωχές μου δυνάμεις, τέτοιο θηρίο, μὲ μόνα ἀπομεινάρια ἀπ’ τὰ γνωρίσματα τοῦ εἴδους του τὸ φόβο καὶ τὴ λύσσα, ὄχι, ἡ λύσσα πέρασε, μόνο τὸ φόβο, ἀπ’ ὅλα ὅσα τοῦ ’πρεπαν μόνο τὸ φόβο, πολλαπλασιασμένο, τὸ φόβο τῆς σκιᾶς του, ὄχι, εἶναι τυφλό, γεννημένο τυφλό, τοῦ ἤχου ἄν θέλετε, αὐτὸ λοιπὸν, εἶναι ἀπαραίτητο, εἶναι ἀπαραίτητο κάτι, εἶναι κρίμα, ὰλλὰ ἔτσι εἶναι [...]'


Σάμουελ Μπέκετ, Ο Ακατονόμαστος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου