'Τώρα ποιός; Τώρα ποῦ; Τώρα πότε; Χωρὶς νὰ τὸ ψάχνω. Ἐγὼ, νὰ λέω ἐγώ. Χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶ. Νὰ τὰ λέω ἐρωτήσεις, ὑποθέσεις. Νὰ προχωράω μπροστά, νὰ τὸ λέω προχωράω, νὰ τὸ λέω μπροστά. Λὲς νά ’γινε καὶ κάποια μέρα, ἐντάξει πῆρε μπρός, νά ’μεινα μέσα, ποῦ μέσα, ἀντὶ νᾶ βγὼ ἔξω, ὅπως ἔκανα πάντα, νὰ περάσω μέρα καὶ νύχτα ὅσο γίνονταν πιὸ μακριά, δὲν ἦταν μακριά. Κάπως ἔτσι μπορεῖ ν’ ἄρχισε.'

  'Τὸ οὑσιῶδες εἶναι νὰ σφαδάζεις αἰώνια στὴν ἄκρη τοῦ ἁρμιδιοῦ, ὅσο ὑπάρχουν νερά, καὶ ὄχθες, καὶ λυσσασμένος στὰ οὐράνια ἕνας θηρομανὴς θεὸς νὰ ταλανίζει τὸ δοῦλο του διὰ χειρὸς τῶν περιούσιων χαλέδων του. Ἐγὼ ἔχαψα τρία δολώματα καὶ πεινάω ἀκόμα. Ἐξ οὗ καὶ οἱ στριγγλιές.'

  'Οἱ ἄνθρωποι. Ἕνας μόνο, κι ὕστερα ἄλλοι. Ἕνας, στραμμένος πρὸς τὸν πανανίσχυρο, τὸν πανάμαθο, ποὺ τὸν καταδιώκει, κι ὕστερα ἄλλοι. Πρὸς αὐτὸν ποὺ τρέφει μὲ τὶς σάρκες του, αὐτὸς ὁ ξενηστικωμένος, καὶ ποὺ μὲν ἔχοντας τίποτα ἀνθρώπινο, δὲν ἔχει καὶ τίποτ’ ἄλλο, δὲν ἔχει τίποτα, δὲν εἶναι τίποτα. Ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο χωρὶς νὰ γεννηθεῖ, καὶ παραμένει σ’ αὐτὸν χωρὶς νὰ ζεῖ, χωρὶς ἐλπίδα νὰ πεθάνει, ὀμφαλὸς τῆς λύπης, τῆς χαρᾶς, τῆς ἠρεμίας. Ποὺ ὄντας τὸ πιὸ στάσιμο ἀπόχτημα, περνάει γιὰ τὸ πιὸ ἀληθινό. Ὁ ἔξω ἀπ’ τὴ ζωὴ ποὺ ποτέ μας δὲν παύουμε νὰ ’μαστε ἐντέλει ὥς τὸ τέλος τῆς ἀτέλειωτης μάταιης ζωῆς μας. Ποὺ δὲ γλυτώνει ἀπὸ τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ μιλήσει, τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ σκεφτεῖ, νὰ μάθει τί εἶναι, τί ἦταν, στὸ τρελὸ ἐκεῖνο ὄνειρο, ἐκεῖ πάνω, κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τ’ οὐρανοῦ, στὶς νυχτερινές του ἐξορμήσεις. Ὁ ποὺ ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ σωπαίνει, ποὺ ἀγνοεῖ τὴ σιωπή του καὶ σωπαίνει, ποὺ δὲν κατάφερε νὰ ὑπάρξει κι ἐγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Ποὺ στριμώχνεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνωρίζουν σ’ αὐτὸν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοῦ στέλνουν πίσω ἀπαράλλαχτη τὴ δικιά του αἰώνια γκριμάτσα. Εὐχαριστῶ γι’ αὐτὰ τὰ βασικὰ στοιχεῖα. Αὐτὸς ποὺ ἀναζητᾶ τὸ ἀληθινό του πρόσωπο, ἄς μὴν ἀπελπίζεται, θὰ τὸ βρεῖ, συσπασμένο ἀπ’ τὴν ἀγωνία, μὲ τὰ μάτια πεταγμένα ἔξω. Αὐτὸς ποὺ λαχταράει νά ’χε ζήσει, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε, ἄς μὴν ἀγωνιᾶ, ἡ ζωὴ θὰ τοῦ πεῖ πῶς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια πολὺ παρήγορα.'

  'Αὐτὸς ὁ χρόνος ποὺ τρέχει, ποὺ καλπάζει, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ βρισκόταν σὲ λήθαργο. Κι αὐτὴ ἡ σιωπή, ποὺ μέσα της ὠρύονται καὶ ποὺ μιὰ μέρα θ’ ἀποκατασταθεῖ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλλοτινή. Ἴσως λιγάκι φθαρμένη άπ’ τὴ χρήση.'

  '[...] λέξεις, εἶμαι ὅλες τοῦτες οἱ λέξεις, ὅλες τοῦτες οἱ ἄγνωστες, ὅλος τοῦτος ὁ μπουχός ἀπὸ λέξεις, χωρὶς ἔδαφος νὰ κατακάτσει, χωρὶς οὐρανὸ νὰ διαλυθεῖ, ποὺ κολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, ξεκολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, πὼς ἐγὼ εἶμαι αὐτές, κι αὺτὲς ποὺ ἑνώνονται, κι αὐτὲς ποὺ χωρίζονται, κι αὺτὲς ποὺ δὲ γνωρίζονται, αὺτὲς καὶ τίποτ’ ἄλλο, ὄχι, ἐντελῶς ἄλλο, πὼς εἴμαι κάτι ἐντελῶς ἄλλο, κάτι βουβό, σ’ ἔνα μέρος ἄγριο, ἄδειο, κλειστό, μαύρο, ξερό, παγωμένο, ὄπου τίποτα ποτέ δὲ σαλεύει, τίποτα ποτέ δὲ μιλάει, καὶ πὼς ἀκούω, καὶ πὼς ψάχνω, σὰ θηρίο σὲ κλουβὶ γεννημένο ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβί ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα σὲ κλουβί πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα, σὰ θηρίο μὲ μιὰ λέξη, δική τους λέξη, σὰν τέτοιο θηρίο, καὶ πὼς ψάχνω, σὰν τέτοιο θηρίο, μὲ τὶς φτωχές μου δυνάμεις, τέτοιο θηρίο, μὲ μόνα ἀπομεινάρια ἀπ’ τὰ γνωρίσματα τοῦ εἴδους του τὸ φόβο καὶ τὴ λύσσα, ὄχι, ἡ λύσσα πέρασε, μόνο τὸ φόβο, ἀπ’ ὅλα ὅσα τοῦ ’πρεπαν μόνο τὸ φόβο, πολλαπλασιασμένο, τὸ φόβο τῆς σκιᾶς του, ὄχι, εἶναι τυφλό, γεννημένο τυφλό, τοῦ ἤχου ἄν θέλετε, αὐτὸ λοιπὸν, εἶναι ἀπαραίτητο, εἶναι ἀπαραίτητο κάτι, εἶναι κρίμα, ὰλλὰ ἔτσι εἶναι [...]'

  'Ναί, στὴ ζωή μου, ἀφοῦ πρέπει νὰ τὴ λέω ἕτσι, ὑπῆρχαν τρία πράγματα, ἡ ἀνικανότητα νὰ μιλήσω, ἡ ἀνικανότητα νὰ σωπάσω, καὶ ἡ μοναξιά, μ’ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλω πέρα.'


Σάμουελ Μπέκετ, Ο Ακατονόμαστος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου