8 Φεβρουαρίου 1959

στην άκρη κάποιου πηγαδιού πάνω στο χλωρό χορτάρι
παλικάρι αστόχαστο κοιμόταν σχεδόν γυμνό και ντυμένο
δέρματα αρκούδας ή αρνιού σιμά στα δυο ή τρία σημεία
του ορίζοντα καμωμένα πέρδικα και βατράχι απ' έξω και μέσα
από τα ψίχουλα βαλμένα να μουλιάσουν στην άκρη της φωτιάς
με τις μουλέτες τους και τα μεταξωτά τους πάνω και τα μαχαιροπήρουνά τους.
από μέταλλο και σφιχτοβρασμένο αυγό πιο βιαστικά και τρέχοντας ανάστατος
σ' απόσταση βολής κοτόπουλου και χαραμάδα καρπουζιού κρεμώντας σε κάθε μια κουρούνα.
τίποτ' άλλο και προσμένοντας τ' αγριοπερίστερο τη φτερούγα του πευκώνα
και του κεριού τα κρόσσια να κάνουν τις αναμετρήσεις τους πάνω
στ' απλωμένο φόρεμα του πέτρινου δάσους κουβαριασμένο
μέσα στους θάμνους της νεκρής συκιάς πετώντας
τις αναμετρήσεις του κάτω από τον αφαλό του πηλένιου βραχνά
και κραυγές και μανταρίσματα πατώντας κάτω
από την πόρτα χαραγμένη με βούρτσα παχιά πάνω στο
σιροπιασμένο κομμάτι ενός ουρανού
που επαγρυπνούσε στην άκρη του λίκνου
που σπίθιζε θρύψαλα και τριγμούς πάνω στο
σπίτι που σύρθηκε στη θάλασσα, μύγα του τοπίου
τηγανισμένο στο τηγάνι να παγώνει τα χέρια του
στον αυλό του γρίφου.


Πάμπλο Πικάσο, Ένα Κομμάτι Δέρμα, μτφρ. Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. Απόπειρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου