'Ἀσφαλῶς, μποροῦσα νὰ πεθάνω, ὁ θάνατος ὅμως ἔλαμπε ὕπουλα γιὰ ἐμένα ὅπως ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, εἰς τρόπον ὥστε, ἔχοντας γίνει ὁ αἰώνιος ἄνθρωπος πού παίρνει τὴν θέση τοῦ θνήσκοντα, αὐτὸς ὁ χωρὶς ἔγκλημα ἄνθρωπος, ὁ χωρὶς λόγο νὰ πεθάνει ποὺ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ πεθαίνει, θὰ πέθαινα, πεθαμένος τόσο ξένος στὸν θάνατο ὤστε διῆγα τὴν ὑπέρτατη στιγμή μου μέσα σὲ ἕναν χρόνο ὅπου ἤδη δὲν ἦταν πλέον δυνατὸν νὰ πεθάνω καὶ ποὺ ὡστόσο ζοῦσα ὅλες τὶς ὧρες τῆς ζωῆς μου στὴν ὥρα ὅπου δὲν μποροῦσα πλέον νὰ τὶς ζήσω. Ποιός περισσότερο ἀπὸ ἐμένα ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν τελευταία ἐλπιδοφόρα στιγμή, σὲ τέτοιο σημεῖο στερημένος ἀπὸ τὴν τελευταία παρηγοριὰ τὴν ὁποία ἡ ἀνάμνηση προσφέρει στοὺς ἀπελπισμένους, σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀκριβῶς λησμονήσει τὴν εὐτυχία καὶ ρίχνονται ψηλὰ ἀπὸ τὴν ζωὴ προκειμένου νὰ ξαναθυμηθοῦν τὶς χαρὲς της; Καὶ παρὰ ταῦτα ἤμουν ἀληθῶς ἔνας νεκρός, ἤμουν μάλιστα ὁ μόνος ἐφικτὸς νεκρὸς, ἤμουν ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὅτι πέθανε κατὰ τύχη. Ὅλη ἡ δύναμή μου, τὸ αἴσθημα ποὺ εἶχα ὅτι εἶμαι, πίνοντας κώνειο, ὄχι Σωκράτης τελευτῶν ἀλλὰ Σωκράτης ἐπαυξημένος μὲ Πλάτωνα, αὐτὴ ἡ βεβαιότητα τοῦ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ ἐξαφανιστεῖς τὴν ὁποία ἔχουν μόνον τὰ ὄντα ποὺ ἔχουν πληγεῖ ἀπὸ μιὰ θανάσιμη ἀσθένεια, αὐτὴ ἡ εὐδία ἐμπρὸς στὸ ἰκρίωμα ἡ ὁποία δίνει στοὺς καταδικασμένους τὴν ἀληθινὴ τους χάρη, ἔκανε τὴν κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μου τὴν στιγμὴ ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ζωή. Τὸ εἶναι μου ὁλόκληρο φάνηκε νὰ συγχέεται μὲ τὸν θάνατο. Μὲ τὴν ἴδια φυσικότητα ποὺ οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν ὅτι ζοῦν, ἀποδεχόμενοι ὡς μία κίνηση ἀναπόδραστη τὴν ἀλληλοδιαδοχή τῆς ἀνάσας καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ αἵματος, ἔπαψα νὰ ζῶ. Ἄντλησα τὸν θάνατό μου ἀπὸ τὴν ἴδια μου τὴν ὕπαρξη καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῆς ὕπαρξης. Φανέρωσα ἕναν θάνατο ποὺ δὲν περιοριζόταν στὴν ὄψη ἑνὸς ὄντος μειωμένου, κι αὐτὸς ὁ νεκρός, ὑπερπλήρης παθῶν ἀλλὰ ἀναίσθητος, ζητώντας τὴν σκέψη του σὲ μία ἔλλειψη σκέψης κι ὡστόσο μὲ φροντίδα ἀπομακρύνοντας ὅ,τι κενό, ὅποια ἄρνηση θὰ μποροῦσε νὰ ἐνυπάρχει στὴν ζωὴ προκειμένου νὰ  μὴν κάνει τὸν θάνατό του μία μεταφορά, μία ἀκόμη έξασθενημένη εἰκόνα τοῦ συνήθους θανάτου, ἐκπροσωποῦσε στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὸ παράδοξο καὶ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ θανάτου.'

Μoρίς Μπλανσό, Θωμάς ο Σκοτεινός, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Σμίλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου