'Ανάμεσα σε δυο βογκητά ηδονής, μου φωνάζει:
   «Χάιδεψέ του και τ’ αρχίδια, Ανιού μου, θα χύσει καλύτερα έτσι. Σε ικετεύω, χώσε μου το μεγάλο σου δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα, θέλω να νιώσω παραβιασμένη από παντού. Ναι, σπρώξε, κούνα το, δεν αντέχω αλλο, χύνω σαν τρελή...»
   Τι γρήγορα που μαθαίνει κανείς όταν έχει θέληση! Έτσι λοιπόν, η ακόλαστη φίλη μου έσκουζε από ηδονή, κι όχι από πόνο, καθώς της έμπαινε ένα πράγμα χοντρό σαν τον καρπό μου, αλλ’ αυτό δεν της ήταν αρκετό· ήθελε επιπλέον να νιώσει το δάχτυλό μου σε μια είσοδο ακόμα πιο απόκρυφη που έχασκε από προσμονή κάτω από το χάδι μου...
   Το αποτέλεσμα τόσης δραστηριότητας δεν άργησε να φανεί. Ο Μπονιφάς σκούζει, πληγώνοντας μου τα πισινά:
   «Χύνω, χύνω! Α, βρομιάρα, πάρ’ τα όλα, πάρ’ τα όλα..»
   Η Ματίλντ τον ακολουθεί με λυγμούς:
   «Χύνω πάλι, μου ξανάρχεται, αυτό το τέρας με γέμισε σπέρμα!»
   Εγώ συμμετέχω σ’ αυτή τη γενική τρέλα τρίβοντας τ’ αρχίδια του αντρειωμένου παλικαριού και ικετεύοντάς τον ν’ αρπάξει τον κώλο μου, που έχασκε κι αυτός από έρωτα. Μόλις νιώθω το χοντρό του δάχτυλο να μπαίνει μέσα μου, βγάζω κι εγώ μια κραυγή και σωριάζομαι στα καπούλια της Ματίλντ, δαγκώνοντάς τα μέχρι που μάτωσαν...
   Αν και τα διηγήθηκα όλ’ αυτά με τόσο αδέξιο τρόπο, πάλι είναι αυκολονόητο ότι χρειαστήκαμε ολόκληρο τέταρτο για να συνέλθουμε από τόσες συγκινήσεις, κι εγώ μια ολόκληρη βδομάδα για να γράψω χωρίς να τρέμει πολύ η πένα μου. Α, αν αποτολμούσα να τα ζωγραφίσω!'

Ανωνύμου, Το Άσεμνο Ημερολόγιο μιας Νεαράς Δεσποινίδος, μτφρ. Γιώργος Λίβιος, εκδ. Ερατώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου