'Ὁ χῶρος - ἀνήκει ἄραγε στὰ ἀρχέγονα φαινόμενα, μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν ὁποίων (σύμφωνα μὲ μιὰ διατύπωση τοῦ Goethe) καταλαμβάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα δέος ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ ἕως τὴν ἀγωνία; Διότι πίσω ἀπὸ τὸ χῶρο, τουλάχιστον ἔτσι φαίνεται, δὲν ὑπάρχει τίποτα στὸ ὁποῖο θὰ μποροὺσε κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ. Ἐνώπιον αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμιὰ διαφυγὴ πρὸς κάτι ἄλλο. Ὅ,τι ἰδιάζει στὸ χῶρο πρέπει νὰ δειχθεῖ ἀφ’ ἐαυτοῦ του. Ἐπιτρέπει διόλου ὁ χῶρος νὰ δειχθεῖ ἡ ἰδιαιτερότητά του;'

  'Καὶ τί θὰ προέκυπτε σχετικὰ μὲ τὸ κενὸ τοῦ χώρου; Πολὺ συχνᾶ τὸ κενὸ ἐμφανίζεται μόνο σὰν ἕνα ἐλάτωμμα. Τότε τὸ κενὸ ἰσχύει ὡς ἔλλειψη μιᾶς πλήρωσης κούφιων κι ἐνδιάμεσων χώρων.'

  'Ἴσως ὅμως τὸ κενὸ συγγενεύει μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ τόπου καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλάττωμα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ προαγωγή.


Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η Τέχνη και ο Χώρος, μτφρ. Γιάννης Τζαβάρας, εκδ. Ίνδικτος

  'Στη ζωή μου γνώρισα την οδύνη, την καταπίεση, το άγχος· ποτέ την πλήξη. Δεν είχα ποτέ καμία ένσταση απέναντι στην αιώνια, στην ανόητη επανάληψη του ίδιου και του ίδιου. Εννοείται, δεν είχα την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσα να φτάσω σ αυτό το σημείο· ξέρω ότι η δυστυχία είναι ατσαλένια, εφευρετική και επίμονη· σε κάθε περίπτωση όμως ήταν μια προοπτική που δεν μου ενέπνεε την παραμικρή ανησυχία. Όταν ήμουν παιδί, μπορούσα να περνάω ώρες μετρώντας τα φύλλα των τριφυλλιών σ’ ένα λιβάδι: ποτέ, έπειτα από χρόνια έρευνας, δεν είχα βρει τετράφυλλο τριφύλλι. Δεν ένιωθα απογοήτευση, ούτε πικρία· εδώ που τα λέμε, θα πορούσα κάλλιστα να μετράω φύλλα γρασιδιού επ’ άπειρον: όλα εκείνα τα τριφύλλια, με τα τρία φύλλα τους, μου φάνταζαν ατελεύτητα όμοια, ατελεύτητα υπέροχα. Μια μέρα, στα δώδεκά μου, ανέβηκα στην κορυφή ενός ηλεκτρικού πυλώνα, σ’ ένα ύψωμα. Κατά την ανάβαση, δεν είχα κοιτάξει στιγμή προς τα κάτω. Όταν έφτασα στην κορυφή, πάνω στην πλατφόρμα, η κατάβαση μου φάνηκε δύσκολη κι επικίνδυνη. Οι οροσειρές απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, στεφανωμένες με προαιώνιο χιόνι. Το απλούστερο θα ήταν να παρέμενα στη θέση μου ή να πηδούσα. Με κράτησε, in extremis, η σκέψη της σύγκρουσης με το έδαφος· αλλιώς, νομίζω ότι θα μπορούσα να απολαμβάνω την πτήση μου στο διηνεκές.'

Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα, μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

  'Η ποίηση είναι, με την πιο στενή έννοια του όρου, «λήψη μέτρου», ενέργεια μέσω της οποίας -και μόνον αυτής- ο άνθρωπος δεξιώνεται το μέτρο για όλο το μέγεθος της ουσίας του. Ο άνθρωπος αναπτύσσει την ουσία του ως θνητός. Ονομάζεται έτσι γιατί μπορεί να πεθάνει. Μπορώ να πεθάνω σημαίνει: είμαι ικανός για τον θάνατο ως θάνατο. Μόνο ο άνθρωπος πεθαίνει - και μάλιστα συνεχώς- όσο καιρό διαμένει πάνω σ᾽ αυτήν τη γη, οσο καιρό κατοικεί. Όμως το κατοικείν εδράζεται στο ποιείν.'

  'Αυτό που παραμένει ξένο για τον θεό, οι όψεις του ουρανού, είναι στον άνθρωπο οικείο. Και είναι αυτό; Όλα όσα λάμπουν και θάλλουν στον ουρανό, κάτω από τον ουρανό, ηχούν και ευωδιάζουν, ανεβαίνουν καιπλησιάζουν και σιωπούν, ωχριούν και σκοτεινιάζουν. Σε όλα αυτά που είναι οικεία στον άνθρωπο αλλά ξένα στον θεό, προσαρμόζεται ο Άγνωστος για να παραμείνει μέσα τους και να προστατευτεί ως Άγνωστος. Όμως, ο ποιητής καλεί όλη τη φωτεινότητα των όψεων του ουρανού και την ηχώ των μονοπατιών και της ανάσας του στον άδοντα λόγο, κι έτσι τα κάνει να φέγγουν και να ηχούν. Μόνο που ο ποιητής, αν είναι ποιητής, δεν περιγράφει απλώς την εμφάνιση του ουρανού και της γης. Στις όψεις του ουρανού, ο ποιητής καλεί Εκείνο το οποίο, αφού αποκαλυφθεί, φέρνει στην επιφάνεια το καλυμμένο, και μάλιστα ως εφ’ εαυτού καλυμμένο. Ο ποιητής καλεί στις οικείες εμφανίσεις το ξένο, ως εκείνο στο οποίο αποστέλλει τον εαυτό του το Αόρατο για να παραμείνει αυτό που είναι: άγνωστο.'


Μάρτιν Χάιντεγκερ, Ποιητικά Κατοικεί ο Άνθρωπος, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον

  'ΑΝΤΟΡΝΟ: [...] Ἡ θέση τοῦ Νίτσε ἀπέναντι στὴ φιλοσοφία, τὸ μίσος του γιὰ τὴν παραδοσιακὴ φιλοσοφία, ἦταν, ἄν τὸ ποῦμε μὲ μιὰ σύγχρονη ἔκφραση, μίσος γιὰ τὴν ὀντολογία. Δὲν ἡπῆρξε ἴσως κανένας στοχαστής, ἐνδεχομένως οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Χέγκελ, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀντιταχθεῖ μὲ τόσο πάθος ὅσο ὁ Νίτσε στὴ διδασκαλία γιὰ τὶς σταθερές, στὴν ἀντίληψη γιὰ τὶς ἀμετάβλητες ἰδιότητες τοῦ Εἶναι, γιὰ τὸ Εἶναι, τὸ ἀμετάβλητο τῆς ἀλήθειας, τῆς πλατωνικῆς ἰδέας, καὶ οἱ θαυμάσιες ἀναλύσεις, προπάντων τῆς ὄψιμης περιόδου, ἀποσκοποῦσαν στὴν ἀποσυναρμολόγηση αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πλάνης. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ μάθουμε σήμερα ἴσως περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν Νίτσε, ἀκριβῶς στὶς σημερινὲς συνθῆκες τῆς φιλοσοφίας στὴ Γερμανία, εἶναι ὅτι τὸ ἐφήμερο καὶ τὸ παροδικό, αὐτὸ ποὺ εἶναι ἑτοιμόρροπο καὶ φθαρτό, καὶ ὄχι τὸ δῆθεν αἰώνιο ποὺ πάντα ἐπιβιώνει, πρέπει νὰ θεωρείται ὡς περιεχόμενο τῆς ἀλήθειας.
   ΧΟΡΚΧΑΪΜΕΡ: Ἄν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπικαλεῖται τὶς σταθερὲς κατὰ τῆς ἀλλαγῆς, τότε ἡ φιλοσοφία τοῦ Νίτσε ὄντως δὲν εἶναι μ ό ν ο συντηρητικὴ καὶ ὁ Νίτσε θέλει κ α ὶ τὴν κοινωνικὴ ἀλλαγή. Καὶ ἀπέναντι στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔχει ἑρμηνευτεῖ ἡ φιλοσοφία του μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μεταξὺ τοῦ ὑπερσυντηρητισμοῦ τοῦ Νίτσε καὶ τῆς ἐξέγερσης ὑπάρχει μιὰ πολύ στενή συγγένεια.
   ΓΚΑΝΤΑΜΕΡ: Ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶτε, κύριοί μου, τὸ τραγικό πάθος ποὺ περιέχει ἡ κεντρικὴ διδασκαλία τοῦ Νίτσε γιὰ τὴν αἰώνια ἐπιστροφή. Τὸ ἀναπόφευκτο τῆς ἀναγκαιότητας, ἡ αδυναμία νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸν ὁρισμένο κύκλο, αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι τὰ πράγματα ποὺ μὲ μιὰ οὐσιαστικὴ διάσταση τραγικῆς συνείδησης διακρίνουν τὸν Νίτσε ἀπὸ ἕναν κοινωνικό μεταρυθμιστή.'

Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, Τέοντορ Β. Αντόρνο & Μαξ Χόρκχαϊμερ, Για τον Νίτσε, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Ίνδικτος

  'Κάθε λέγειν καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ ἡ ἑκάστοτε πλάση καὶ ἔργο, ἡ κάθε δράση καὶ ἡ κάθε πράξη δέχονται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ διατηροῦν μέσα της τὸν προσδιορισμὸ τοῦ τύπου τους. Γιατὶ ἣ ἀλήθεια εἶναι τὸ φέρον πεδίο: Εἶναι τὰ ἀνοικτὰ ποὺ αὐτοπροσφέρονται, φέρονται πρὸς τὰ πάντα, τὰ ὁριοθετοῦν καὶ τὰ ἐλευθερώνουν, ποὺ ἐπιτρέπουν στὸ κάθε τι ποὺ εἶναι παρὸν καὶ ἀπὸν νὰ ἔρχεται καὶ νὰ διαρκεῖ, ν’ ἀποχωρεῖ καὶ νὰ λανθάνει.
   Κάθε ποίηση καὶ νόηση προϋποθέτει τὴν θεώρησή της ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Αὐτὴ ἡ ἴδια κατακρατεῖται ἔτσι μέσα στὴν θνητὴ πρό-βλεψη. Ἡ ἀλήθεια βλέπεται, ἀλλὰ δὲν νοεῖται ὡς πρὸς τὸ προσίδιο χαρακτηριστικό της μὲ τρόπο ποὺ νὰ προσιδιάζει σ’ αὐτό. Ἔκτοτε παρέμεινε μὴ νοημένη καὶ ἀνερώτητη γιὰ τὴν προέλευση της.
   Ἀλήθεια εἶναι ἡ αὐθεντική λέξη τοῦ ἑλληνικοῦ Dasein, ὁ μῦθος, δηλαδὴ τὰ λεγόμενα ποὺ γίνονται ἡ ἑλληνικὴ νόηση, ὅταν ἐκδιπλώνονται ὡς ὁ λόγος μέσα στὸ λέγειν καὶ στὸ διαλέγεσθαι, δηλαδὴ μέσα στὸ ἐκ-φράζειν τοῦ παρεῖναι καὶ τὸ δια-φράζειν του. Τὰ παρόντα ἀληθεύουν, ἐπειδὴ ἡ παροντικότητά τους ξεσκεπάζεται μέσα στὸν ὁρίζοντα τοῦ κρυψίματος· τὸ ἀληθεύειν εἶναι ὁ βασικὸς χαρακτήρας ποὺ διατηρεῖ ἡ ἑλληνικὴ σκεψη ἀπ' ἄκρση σ' ἄκρη, χωρὶς νὰ τὸν ἔχει περαιτέρω συλλογισθεῖ.'

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Διαμονές: Το Ταξίδι στην Ελλάδα, μτφρ. Γιώργος Φαράκλας, εκδ. Κριτική
American Apparel Ad, January 2006

'The Seagulls of Kristiansund' [album: One More Time (2002)] -
Mal Waldron (with Jean-Jacques Avenel & Steve Lacy)

  'Μᾶς ἑλκύουν στό μέτρο ἀκριβώς πού μᾶς παραμελοῦν. Καί γι αὐτό ἔπρεπε ἀσφαλῶς ὁ ζῆλος νά συνίσταται στό νά παραμελεῖ τήν ἀμέλεια, νά γίνει ὁ ἴδιος μιά ἔγνοια θαρραλέα ἀμελής, νά προχωρήσει πρός τό φῶς μέσα ἀπό τήν παραμέληση τῆς σκιᾶς, ὤς τή στιγμή πού ἀνακαλύπτεται ὅτι τό φῶς δέν εἶναι παρά ἀμέλεια, καθαρό ἔξω ἰσοδύναμο μέ τή νύχτα, ἡ ὁποία διασκορπίζει, σάν ἔνα κερί πού σβήνουμε, τόν ἀμελή ζῆλο ποὐ ἑλκύστηκε ἀπ’ αὐτήν.'

  'Τό καθαρό ἔξω τῆς γένησης, ἄν εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού μεριμνᾶ νά περισυλλέξει ἡ γλώσσα, δέν σταθεροποιεῖται ποτέ σέ μιά ἀκίνητη καί διεισδύσιμη θετικότητα. Καί τό ἔξω, πού πάντα ξαναρχίζει, τοῦ θανάτου, ἄν καί φέρεται πρός τό φῶς ἀπό τήν οὐσιώδη στή γλώσσα λήθη, δέν θέτει ποτέ τό ὅριο, πέραν τοῦ ὁποίου θά σκιαγραφοῦνταν, ἐπιτέλους, ἡ ἀλήθεια. Πέφτουν ἀμέσως τό ἕνα μέσα στό ἄλλο. Ἡ γένεση ἔχει τἠ διαφάνεια αὐτοῦ πού δέν ἔχει τέλος, ὁ θάνατος ἀνοίγεται ἀπεριόριστα στήν ἐπανάληψη τῆς ἀρχῆς. Καί αὐτό πού εἶναι ἡ γλώσσα (ὄχι αὐτό πού θέλει νά πεῖ, ὄχι ἡ μορφή μέ τήν ὁποία τό λέει), αὐτό πού εἶναι ἐν τῶ εἶναι του, εἶναι αὐτή ἡ τόσο λεπτή φωνή, αὐτή ἡ τόσο ἀδιόρατη ἀπόσυρση, αὐτή ἡ ἀδυναμία στό ἐπίκεντρο καί γύρω ἀπό κάθε πράγμα, ἀπό κάθε πρόσωπο, πού λούζεται ἀπό τήν ἴδια οὐδέτερη λάμψη -καί τή μέρα καί τή νύχτα-, ἡ ὄψιμη προσπάθεια τῆς γένεσης, ἡ πρωινή διάβρωση τοῦ θανάτου. Ἡ θανάσιμη λησμονιά τοῦ Ὀρφέα, ἡ προσμονή τοῦ δεσμώτη Ὀδυσσέα, εἶναι τό ἴδιο τό εἶναι τῆς γλώσσας.'


Μισέλ Φουκό, Ο Στοχασμός του Έξω: Για τον Maurice Blanchot, μτφρ. Γιώργος Σπανός, εκδ. Πλέθρον
Detail from the wall-painting depicting the abduction of Persephone by Pluto,
mid-4th century BC, Vergina, Tomb of Persephone

  '[...] η ιστορία είναι ο πιο βαθύς περιορισμός, ο θεμελιώδης περιορισμός. Ο χρόνος, συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι προπάντων η συνθήκη του ανεπανόρθωτου. Το τετελεσμένο γεγονός, παρασυρμένο από ένα παρόν που υπήρξε, διαφεύγει για πάντα από τον άνθρωπο, ωστόσο βαραίνει στη μοίρα του. Πίσω από τη μελαγχολία για την αιώνια ροή των πραγμάτων, για το απατηλό παρόν του Ηράκλειτου, υπάρχει η τραγωδία της μη μετάθεσης ενός ανεξάλειπτου παρελθόντος, που καταδικάζει την πρωτοβουλία να μην είναι τίποτ' άλλο από μια συνέχεια. Η πραγματική ελευθερία, η πραγματική αρχή, απαιτούν ένα πραγματικό παρόν το οποίο, πάντοτε στο αποκορύφωμα μιας μοίρας, ξαναρχίζει αενάως.'

  'Το σώμα δεν είναι μονάχα ένα ευτυχές ή δυστυχές ατύχημα, που μας φέρνει σε επαφή με τον αμείλικτο κόσμο της ύλης -η συνάφειά του με το Εγώ έχει μια αξία καθαυτή. Είναι μια συνάφεια από την οποία δεν μπορεί να διαφύγει και καμία μεταφορά δεν μπορεί να το μπερδέψει με την παρουσία ενός εξωτερικού αντικειμένου: είναι μια ένωση την τραγική γεύση της οποίας για την οριστικότητά της τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.'


Εμμανουήλ Λεβινάς, Μερικές Σκέψεις για τη Φιλοσοφία του Χιτλερισμού, επιμ. Παναγιώτης Καλαμαράς & Άννα Τουσλούφη-Λάγιου, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα
Marienkirche mit dem Pfeil (1930) - Lyonel Feininger

  'Ο Τζόνι βγάζει με το κουμπάσο του ένα καντιρού σφηνωμένο στο μουνί της Μέρι... Το πετάει μέσα σε ένα μπουκάλι με μεσκάλ όπου μεταμορφώνεται σε Μεσκαλινοσκώληκα... Της κάνει ένα κλύσμα με οστεομαλακυντικό της ζούγκλας, το υγρό παρασέρνει τα δόντια του κόλπου της μαζί με αίμα και κύστες... Το μουνί της γυαλίζει φρέσκο και γλυκό σαν ανοιξιάτικο γρασίδι... Ο Τζόνι της το γλείφει, αργά στην αρχή, αυξάνοντας σε ταχύτητα καθώς της ανοίγει τα μουνόχειλα και γλείφει ανάμεσά τους, νιώθοντας την ήβη της να του τσιμπάει την πρησμένη του γλώσσα... Τα χέρια πάνω από το κεφάλι της, τα στήθη της δείχνουν το ταβάνι, καθηλωμένη από σφήνες νέον που διατρέχουν εγκάρσια στο κορμί της... Ο Τζόνι σηκώνει το κεφάλι του και ανεβαίνει προς τα πάνω, το καυλί του γλιστράει ανάμεσα στην ήβη της στεφανωμένο με μια γυαλιστερή σαν οπάλιο σταγόνα λιπαντικού στη σχισμή του κεφαλιού. Μπαίνει ολόκληρο στο μουνί της, υπακούοντας στο κάλεσμα της πεινασμένης της σάρκας... Το πρόσωπό του πρήζεται από το αίμα, πράσινες λάμψεις εκρήγνυνται πίσω από τα μάτια του καθώς περνά ταχύτατα ανάμεσα από κορίτσια που σκούζουν καβάλα σε ένα τρένο του λούνα παρκ...
   Οι νοτισμένες τρίχες πίσω από τα αρχίδια του στεγνώνουν σαν χορτάρι στον ζεστό ανοιξιάτικο αέρα. Κοιλάδα ζούγκλας σε υψηλό υψόμετρο, περικοκλάδες γλιστράνε μέσα από το παράθυρο. Η ψωλή του Τζόνι πρήζεται, τεράστια μπουμπούκια που ζέχνουν σκάνε μέσα από το κορμί του. Ένας μακρύς βοβλβός γλιστράει από το μουνί της Μέρι, ψάχνει να βρει χώμα. Τα κορμιά τους διαλύονται εν μέσω πράσινων εκρήξεων. Η καλύβα γκρεμίζεται, ένας σωρός από σπασμένες πέτρες. Το αγόρι, άγαλμα από ασβεστόλιθο, ένα φυτό βλασταίνει μέσα από το καυλί του, τα χείλη του σκάνε όπως το στόμα νταγκλαρισμένου πρεζάκια που προσπαθεί να χαμογελάσει.'

Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα: Το Αποκαταστημένο Κείμενο, μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος

  'Ἡ γνώση συνιστᾶ πάντα μιὰ συμφωνία ἀνάμεσα στὴ σκέψη καὶ σὲ κεῖνο ποῦ σκέπτεται. Τελικὰ στὴ γνώση παρατηρεῖται μιὰ ἀδυναμία ἐξόδου ἀπὸ τὸν ἑαυτό της· συνεπῶς ἡ κοινωνικότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴν ἴδια ὑφὴ μὲ τὴ γνώση.'

  'Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι γνώση, καθόσον κατονομάζει τὸ ἀκατονόμαστο καὶ θεματοποιεῖ τὸ μὴ θεματοποιήσιμο. Αλλὰ προσδίδοντας, σὲ κεῖνο ποὺ διαρρηγνύει τὶς κατηγορίες διὰ τῆς ἐκφράσεως, τὴ μορφὴ τοῦ λεχθέντος, πιθανῶς ἐντυπώνει στὸ λεχθὲν τὰ ἴχνη αὐτὴς τὴς ρήξης.
   Ἡ ἠθικὴ μαρτυρία εἶναι μιὰ ἀποκάλυψη ποὺ δὲ συνιστᾶ γνώση. Πρέπει ἀκόμη νὰ ποῦμε ὅτι, ἔτσι, δὲ "μαρτυροῦμε" γιὰ τὸ Ἄπειρο, γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο οὐδεμία παρουσία ἤ ἐπικαιρότητα εἶναι έφικτή. Δὲν ὑφίσταται ἐνεστωτικό ἄπειρο, ἔλεγαν οἱ φιλόσοφοι. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ὡς "ἔλλειψη" τοῦ ἀπείρου ἀποτελεῖ ἀντίθετα ἕνα θετικὸ γνώρισμα τοῦ ἀπείρου - τὴν ἴδια του τὴν ἀπειρία.'

  'Δὲν ἔχω τὴ βούληση νὰ διδάξω ὅτι ἡ αὐτοχειρία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον καὶ ὰπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀνθρώπινη ζωή. Θέλω ἁπλῶς νὰ πῶ ὅτι μιὰ ἀληθινὰ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν γίνεται νὰ παραμείνει ἱκανοποιημένη μὲ τὴν ἰσότητα τοῦ εἶναι, ἤρεμη ζωή· ἀφυπνιζόμενη ἔναντι τοῦ ἄλλου, σημαίνει ὅτι διαρκῶς συνέρχεται, ὅτι τὸ εἶναι -σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ὅσα ἰσχυρίζονται τόσες καθησυχαστικὲς παραδόσεις- δὲν ἀποτελεῖ τὸν ἀποχρῶντα λόγο της, ὅτι τὸ περιβόητο conatus essendi δὲν εἶναι ἡ πηγὴ παντὸς δικαιώματος καὶ παντὸς νοήματος.'


Εμμανουήλ Λεβινάς, Ηθική και Άπειρο, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Ίνδικτος

  '[...] η παρούσα ζωή διατηρείται σ’ αυτή την παλιά ατμόσφαιρα αμαρτίας, αναρχίας, αταξίας, παραληρήματος, αναστάτωσης, χρόνιας τρέλας, μπουρζουάδικης αδράνειας, σωματικής ανωμαλίας (γιατί δεν έγινε ο άνθρωπος αφύσικος, αλλά ο κόσμος), ηθελημένης ατιμίας, φανερής υποκρισίας, βρομερής περιφρόνησης για οτιδήποτε δείχνει να ’χει καταγωγή,
   διεκδίκησης μιας τάξης εξ ολοκλήρου βασισμένης στην εκπλήρωση μιας πρωτόγονης αδικίας,
   τέλος, ενός οργανωμένου εγκλήματος.'

  'Τι σημαίνει ζωγραφίζω; Πώς τα καταφέρνει κανείς; Είναι η πράξη του να ανοίγεις ένα πέρασμα διαμέσου ενός αόρατου σιδερένιου τοίχου, που φαίνεται να βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτό που νιώθεις και σ’ αυτό που μπορείς. Πώς μπορείς να διαπεράσεις αυτόν τον τοίχο, αφού δε χρησιμεύει σε τίποτα το να τον χτυπήσεις δυνατά; Πρέπει να τον υπονομεύσεις και να τον ανοίξεις με τη λίμα, αργά και με υπομονή, κατά τη γνώμη μου.'


Αντονέν Αρτό, Βαν Γκογκ: Ο Αυτόχειρας της Κοινωνίας, μτφρ. Δέσποινα Ψάλλη, εκδ. Αιγόκερως
'Peggy's Blue Skylight' [album: Communique (1997)] - Steve Lacy / Mal Waldron

ΠΡΟΣΜΟΝΗ


Κάπου εκεί προσμένει, προσμένει
ένα βιβλίο προσμένει, προσμένει
να γραφτεί.
Ψυχρές ψυχρές σελίδες, προσμένουν,
να γραφτούν,
ο άντρας ψάχνει τον θεό
σ᾿ ένα βιβλίο.

Κάπου εκεί προσμένει, προσμένει
ένας πίνακας προσμένει, προσμένει
να ζωγραφιστεί
ψυχρός ψυχρός καμβάς, καμβάς.
Προσμένει να ζωγραφιστεί.
Ο άντρας ψάχνει τον θεό σ’ έναν πίνακα.

Κάπου εκεί προσμένει, προσμένει
μια γυναίκα προσμένει, προσμένει,
να αγαπηθεί, προσμένει,
ψυχρή ψυχρή γυναίκα,
προσμένει να αγαπηθεί,
ο άντρας ψάχνει τον θεό σε μια γυναίκα.

Κάπου εκεί προσμένει, προσμένει
ένας άντρας προσμένει, προσμένει
ψυχρός ψυχρός άντρας, προσμένει
να χρειαστεί, προσμένει.
Ο άντρας ψάχνει τον θεό
στον άντρα.

Κάπου εκεί προσμένει, προσμένει
ένα βρέφος προσμένει, προσμένει.
Προσμένει, προσμένει να γεννηθεί,
ψυχρό βρέφος προσμένει
να γεννηθεί, αίμα της γης
προσμένει να γίνει.
Ο άντρας ψάχνει τον θεό
σ᾿ ένα βρέφος.

Ο άνεμος, η θάλασσα,
ο ουρανός, τα αστέρια,
μας περιβάλλουν.

 * * *

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΙΧΝΕΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Από τον κοιμισμένο ημεροδείκτη έκλεψα έναν μήνα
Φοβάμαι να τον κοιτάξω, δεν θέλω να μάθω το όνομά του
Σφιγμένο μες στη χούφτα μου νιώθω την παγωνιά του, το παγωμένο του πρόσωπο
Δεν γίνεται ν᾿ αντικρίσω το σαστισμένο καλοκαίρι με μια τσέπη γεμάτη χιόνι
Φαντάζομαι τα κατήγορα δάχτυλα των παιδιών που δεν θα γεννηθούν ποτέ
Πώς να απομονώσεις τις κραυγές όσων υποφέρουν και τον θάνατό τους εύχονται,
Προσμένοντας τις σιωπηλές πόρτες των χειμερινών τάφων. Στερημένος λατρευτών
Διεξόδων, ποτέ ξανά δεν θα κλέψω έναν μήνα... ή μια εβδομάδα ή μια μέρα
Ή μια ώρα ή ένα δευτερόλεπτο, εκτός κι αν με πιάσει ξανά απελπισία.



Μπομπ Κάουφμαν, από Τα Οράματα μιας Απίθανης Γενιάς: Στοιχεία για την Beat Generation, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κέδρος
Alice in 1941 (1941) - Max Ernst

Ένα πρωί και ένα βράδυ

Ας δοκιμάσουμε να φανταστούμε μια ταινία που περιγράφει δυο μέρες της ζωής ενός ανθρώπου. Τη μέρα της γέννησής του και τη μέρα του θανάτου του. Ένα γεγονός που η εισαγωγή του μοιάζει να έρχεται από μακριά και ο επιλογός του, ακόμα και γεωγραφικά, από πολύ μακρύτερα.
   Ας δοκιμάσουμε να σκεφτούμε μια ταινία που να ’χει ένα πρωί και ένα βράδυ, μα όχι και τα βάσανα της ημέρας.


Μικελάντζελο Αντονιόνι, Μπόουλινγκ Πάνω στον Τίβερη, μτφρ. Άμπυ Ράικου-Σταύρου, εκδ. Γράμματα

  'Αλλά τι ακριβώς σημαίνει «σκέψη»; Κατά τη διάρκεια που δεχόμαστε εντυπώσεις δια μέσου των αισθήσεων, ώστε να αναδύονται νοητικές εικόνες, αυτό δεν είναι ακόμα «σκέψη». Και όταν τέτοιες εικόνες, συγκροτούνται σε συνειρμούς, όπου κάθε μέλος θυμίζει ένα άλλο, ούτε κι αυτό είναι «σκέψη». Ωστόσο, όταν μια απ’ αυτές τις εικόνες ξαναβρίσκεται σε πολλούς συνειρμούς αυτού του τύπου, γίνεται -από την ίδια της την αναδρομή και μόνο- ένα στοιχείο οργάνωσης, γιατί συνδέει τους διάφορους συνειρμούς ανάμεσά τους. Ένα τέτοιο στοιχείο είναι τότε ένα όργανο, ένας συλλογισμός. Σ’ ό,τι αφορά εμένα, νομίζω ότι η μετάβαση από την ελεύθερη συσχέτιση ή από την «ονειροπόληση», στη σκέψη αυτή καθ’ αυτή, χαρακτηρίζεται από τον λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό ρόλο που παίζει ο «συλλογισμός». Δεν είναι απόλυτα αναγκαίο ένας συλλογισμός να είναι προσδεμένος σε κάποιο σήμα που να μπορεί ν’ αναγνωρίζεται ή ν’ αναπαράγεται δια των αισθήσεων (λέξη). Αντίθετα όμως, αν αυτό συμβαίνει μπορούμε να πούμε ότι η «σκέψη» έγινε κοινοποιήσιμη. Αλλά -θα διερωτηθεί ο αναγνώστης αυτών των γραμμών- με ποιο δικαίωμα αυτός ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του να χειρίζεται με τόσο απλοϊκό κι ανέμελο τρόπο ιδέες που θίγουν ένα τόσο προβληματικό τομέα, χωρίς να κάνει τον παραμικρό κόπο ν’ αποδεικνύει αυτά που λέει; Η απάντησή μου είναι η εξής: είναι η ίδια η φύση της σκέψης μας που κάνει να παίζουμε τόσο ελεύθερα, με τους συλλογισμούς (ιδέες). Και αν μ’ αυτό το παιχνίδι κατορθώνουμε να φτάνουμε ως ένα βαθμό στην κατανόηση των αισθήσεών μας, αυτό αρκεί τότε να μας δικαιώσει. Όπως κι αν έχει τό πράγμα η ιδέα της «αλήθειας» δεν μπορεί ακόμα να βρει εφαρμογή σε μια τέτοια δομή.'

Άλμπερτ Αϊνστάιν, Αυτοβιογραφία, μτφρ. Κώστα Μιλτιάδη, εκδ. Κοροντζή

  '[...] η «προφορικότητα» του Ομήρου είναι πρωταρχικής σημασίας όχι μόνο ως παράγοντας για τη μεταβίβαση και επιβίωση του έργου του, αλλά επίσης και για τον καθορισμό της αληθινής ποιότητάς του. Είναι επιτακτικό να κατανοηθεί ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια συνδέθηκαν εξολοκλήρου ή ουσιαστικά χωρίς τη βοήθεια της γραφής, από έναν ποιητή ή ποιητες που ήταν ουσιαστικά αγράμματοι, και για ακροατήριο που δεν ήταν σε θέση (ή που τουλάχιστο για λογοτεχνικούς σκοπούς δε μπορούσε) να διαβάσει. Αυτό μπορεί να βρεθεί απλά από εσωτερικές μαρτυρίες από το ύφος των ποιημάτων, και ιδιαίτερα από την εξάρτησή τους από ένα μεγάλο πλήθος σταθερών φράσεων ή «λογοτύπων» που μπορούσαν να ταιριάσουν μεταξύ τους για να καλύψουν πολλές από τις κοινές πράξεις και τα γεγονότα της ηρωικής εμπειρίας. Τόσο ο ευρύς κύκλος της κάλυψης αυτής όσο και η εκπληκτική της οικονομία (γιατί υπήρχε συνήθως μια μόνο φράση για την έκφραση μιας ιδέας μέσα στα όρια ενός τμήματος του εξαμέτρου) είναι απόδειξη ότι ο Όμηρος χρησιμοποίησε ένα παραδοσιακό λεκτικό, που αναπτύχθηκε στο χρονικό διάστημα διαφόρων γενεών από ολόκληρη σειρά αοιδών. Με άλλα λόγια, το λεκτικό του ήταν ιδιαίτερου είδους και βαθμού απ’ ό,τι χρησιμοποιούν οι πιο πολλοί ποιητές, ήταν μια τεχνητή - επειδή ήταν ποιητική - γλώσσα. Οι στίχοι του τραγουδιούνταν με τη βοήθεια της λύρας, και ως ἀοιδός έπρεπε να είναι ικανός να τους παρουσιάζει άνετα - όχι ακριβώς αυθόρμητα, αλλά με ένα είδος ενστικτώδους και μαζί ελεγχόμενης απελευθέρωσης φράσεων, στίχων και ιδεών που είχε απορροφήσει από άλλους τραγουδιστές και που τις έκανε μέρος της δικής του καλλιτεχνικής προσωπικότητας. Οι όροι «απομνημόνευση» και «αυτοσχεδιασμός» είναι παραπλανητικοί, αν χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά, για ό,τι ο ίδιος και οι άλλοι τραγουδιστές ηρωικών πράξεων έκαναν, αν και η δραστηριότητά του περιλαμβάνει στοιχεία και από τα δυο. Ο προφορικός ποιητής ακούει πολλά ποιήματα στη ζωή του∙ αφομειώνει τη μορφή και το περιεχόμενο και μεγάλο μέρος από την ακριβή τους έκφραση, προσαρμόζοντάς τα συνεχώς στο δικό του ιδιαίτερο ρεπερτόριο των ευνοούμενων θεμάτων, φράσεων και μοτίβων. Όταν απαγγέλει ένα ποίημα που έχει ακούσει, έχει πάντοτε την τάση να το παρουσιάζει ελαφρά διαφορετικό, σημαδεμένο με τον άμεσο θεματολογικό και λεξιλογικό πεδίο, περισσότερο ή λιγότερο εκτενές ή διαφοροποιημένο με άλλο τρόπο σύμφωνα με το ακροατήριο και τις περιστάσεις, όπως, φυσικά, και σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, φιλοδοξίες και κλίσεις. Το επακόλουθο είναι ότι ο κάθε τραγουδιστής ήταν συγχρόνως και αντιπρόσωπος της παράδοσης της ηρωικής ποίησης -και γι’ αυτό ένας μεταδότης- κι ένας μοναδικός διαμορφωτής των ποιημάτων, της γλώσσας και των ιδεών που απέκτησε από την παράδοση - και επομένως ένας αναμορφωτής. Πολλοί τραγουδιστές πρέπει να μην ήταν λαμπροί, και οι καινοτομίες τους θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερες· στη χειρότερη περίπτωση θα είχαν την τάση να χαλάν τα τραγούδια που έμαθαν από άλλους, είτε κολοβώνοντας και παραμορφώνοντας τα ή με μια σχετικά ακαλαίσθητη και αταίριαστη επεξεργασία. Άλλοι τραγουδιστές θα μπορούσαν να συνδυάσουν και να επεκτείνουν την ύλη που έμαθαν κατά τρόπο που ισοδυναμούσε με νέα σημαντική δημιουργία. Ο Όμηρος πρέπει να ήταν ένας απ’ αυτούς· κι όμως ο τρόπος της δημιουργίας του προφανώς έφτανε πολύ πέρα από το φυσιολογικό, ή το συνηθισμένο. Ήταν στην κυριολεξία μοναδικός.'

P. E. Easterling & B. M. W. Knox, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Ν. Κονομή, Χρ. Γρίμπα & Μ. Κονομή, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα