'Τί σημαίνει «ἀθωότητα»; Ὅταν ὁ Νίτσε καταγγέλει τήν ἀξιοθρήνητη μανία μας νά κατηγοροῦμε, νά ἀναζητοῦμε τούς ἐνόχους ἔξω ἀπό ἐμᾶς, ἤ ἀκόμη καί σέ ἐμᾶς, στηρίζει τήν κριτική του σέ πέντε λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι «τίποτα δέν ὑπάρχει ἔξω ἀπό τό ὅλον». Ὅμως, ὁ τελευταῖος, καί θεμελιωδέστερος, εἶναι ὅτι «δέν ὑπάρχει τό ὅλον»: «Πρέπει νά θρυμματισουμε τό σύμπαν, νά χάσουμε τό σέβας τοῦ ὅλου». Ἡ ἀθωότητα εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ πολλαπλοῦ. Πηγάζει μέ ἄμμεσο τρόπο ἀπό τίς ἀρχές τῆς φιλοσοφίας τῆς δύναμης καί τῆς βούλησης. Κάθε πράγμα ἀναφέρεται σέ μία δύναμη ἱκανή νά τό ἑρμηνεύσει. Κάθε δύναμη ἀναφέρεται σέ ὅ,τι μπορεῖ νά κάνει, ἀπό τό ὁποῖο εἶναι ἀχώριστη. Αὐτός ἀκριβῶς ὁ τρόπος νά ἀναφέρεται, νά ἐπιβεβαιώνει καί νά ἐπιβεβαιώνεται, εἶναι ἰδιαίτερα ἀθῶος. Ὅ,τι δέν ἀφήνεται νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό μία δύναμη, οὔτε νά ἀξιολογηθεῖ ἀπό μία βούληση, ἀπαιτεῖ μία ἄλλη βούληση ἱκανή νά τό άξιολογήσει, μία ἄλλη δύναμη ἱκανή νά τό ἑρμηνεύσει. Ὅμως, ἐμεῖς προτιμοῦμε νά διασώσουμε τήν ἑρμηνεία πού ἀντιστοιχεῖ στίς δυνάμεις μας, καί νά ἀρνηθοῦμε τό πράγμα πού δέν ἀντιστοιχεῖ στήν ἑρμηνεία μας. Κατασκευάζουμε γιά τόν ἑαυτό μας μια χονδροειδή ἀναπαράσταση γιά τή δύναμη καί τή βούληση: χωρίζουμε τή δύναμη ἀπό αὐτό πού μπορεῖ, τοποθετώντας την μέσα μας ὡς «ἔχουσα ἀξία», διότι ἀπέχει ἀπό ὅ,τι δέν μπορεῖ, ἀλλά ὡς «ἔνοχη» στό πράγμα ὅπου ἐκδηλώνει σαφῶς τήν ἰσχύ πού διαθέτει. Διχάζουμε τή βούληση, ἐφευρίσκουμε ἕνα ὑποκείμενο οὐδέτερο, προικισμένο μέ ἐλεύθερη βούληση, στό ὁποῖο παρέχουμε τήν ἐξουσία νά δρᾶ καί νά αὐτοσυγκρατεῖται. Αὐτή εἶναι ἡ κατάστασή μας σέ σχέση μέ τήν ὕπαρξη: δέν ἔχουμε κάν ἀναγνωρίσει τήν ἱκανή νά ἀξιολογήσει (νά «ζυγίσει») τή γῆ βούληση, οὔτε τήν ἱκανή νά ἐρμηνεύσει τήν ὕπαρξη δύναμη. Ἔτσι, ἀρνούμαστε τήν ἴδια τήν ὕπαρξη, ἀντικαθιστούμε τήν ἑρμηνεία μέ τήν ὑποτίμηση, ἐπινοοῦμε τήν ὑποτίμηση ὡς τρόπο ἑρμηνείας καί ἀξιολόγησης.'

  '[...] ἡ ὕπαρξη δέν ἔχει τίποτα τό ὑπεύθυνο, οὔτε καί τό ἔνοχο. «Ὁ Ἡράκλειτος ἔφθασε ὥς τήν κραυγή: ὁ πόλεμος τῶν ἀναρίθμητων ὄντων δέν εἶναι παρά καθαρή δικαιοσύνη! Καί ἄλλωστε τό ἕν εἶναι τό πολλαπλό». Ἡ συστοιχία τοῦ πολλαπλοῦ καί τοῦ ἑνός, τοῦ γίγνεσθαι καί τοῦ εἶναι, διαμορφώνει ἕνα παιχνίδι. Ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ γίγνεσθαι, ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ εἶναι τoῦ γίγνεσθαι εἶναι οἱ δύο χρόνοι ἑνός παιχνιδιοῦ, πού συντίθεται μέ ἕναν τρίτο ὅρο, τόν παίκτη, τόν καλλιτέχνη ἤ τό παιδί. Ὁ παίκτης-καλλιτέχνης-παιδί, ὁ Ζεύς-παιδί: ὁ Διόνυσος, πού ὁ μύθος μᾶς τόν παρουσιάζει περιτρυγιρισμένο ἀπό τά θεικά του παιχνίδια. Ὁ παίκτης ἀφήνεται πρόσκαιρα στή ζωή, καί πρόσκαιρα καρφώνει τή ματιά τoυ πάνω της. Ὁ καλλιτέχνης τοποθετεῖται πρόσκαιρα μέσα στο ἔργο του, καί πρόσκαιρα πάνω ἀπό τό ἔργο του. Τό παιδί παιζει, ἀποσύρεται ἀπό τό παιχνίδι, καί ἐπιστρέφει σ’ αὐτό. Ὅμως, αὐτό τό παιχνίδι τοῦ γίγνεσθαι εἶναι, ἄλλωστε, τό εἶναι τοῦ γίγνεσθαι πού τό παίζει μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του: ὁ Αἰών, λέει ὁ Ἡράκλειτος, εἶναι ἔνα παιδί πού παίζει, πού παίζει μέ τίς ἀμάδες. Τό εἶναι τοῦ γίγνεσθαι, ἡ αἰώνια ἐπιστροφή, εἶναι ὁ δεύτερος χρόνος τοῦ παιχνιδιοῦ, ὅμως εἶναι, ἐπίσης, ὁ τρίτος -ταυτόσημος μέ τούς δύο χρόνους- ὅρος, καί ὁ ὁποῖος ἰσχύει γιά τό σύνολο. Διότι ἡ αἰώνια ἐπιστροφή εἶναι ἡ διακριτή ἐπιστροφή τῆς μετάβασης καί ἡ ἐπιστροφή τῆς δράσης: ταυτόχρονα στιγμή καί κύκλος τοῦ χρόνου. Πρέπει νά κατανοήσουμε τό μυστικό τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἡράκλειτου: στήν Ὕβριν ἀντιπαραθέτει τό ἔνστικτο τοῦ παιχνιδιοῦ. «Δέν εἶναι κάποια ἔνοχη ἀλαζονεία, ἀλλά τό ἀδιάκοπα ἀφυπνιζόμενο ἔνστικτο τοῦ παιχνιδιοῦ πού φέρνει στό φῶς νέους κόσμους». Ὄχι θεοδικία, ἀλλά κοσμοδικία. Ὄχι ἕνα ἄθροισμα ἀδικιών πρός ἐξιλέωση, ἀλλά ἡ δικαιοσύνη ὡς νόμος αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὄχι ἡ Ὕβρις, ἀλλά τό παιχνίδι, ἡ ἀθωότητα. «Αὐτή ἡ ἐπικίνδυνη λέξη, ἡ Ὕβρις, εὶναι ἡ λυδία λίθος κάθε μαθητῆ τοῦ Ἠράκλειτου. Σ' αὐτό μπορεῖ νά δείξει ἄν κατανόησε ἤ παρανόησε τόν δάσκαλό του».'


Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία, μτφρ. Γιώργος Σπανός, εκδ. Πλέθρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου