'[...] είχε επανέλθει στην κενότητα της ύπαρξης, δίχως ν’ αναρωτιέται και χωρίς να νιώθει καμία έκπληξη. Είχε αποδεχτεί την επαναφορά του, καθώς κι εκείνη των προγόνων του, με τον τρόπο που κάποιος δέχεται τις ταπεινώσεις και τους παραλογισμούς ενός ονείρου. Ήξερε ότι είχε επιστρέψει σ’ έναν ήλιο που έσβηνε, σ’ έναν κενό και φασματικό κόσμο, σε μια ταξη πραγμάτων στην οποία η θέση του ήταν απλώς εκείνη μιας υπάκουης σκιάς. Και ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, ύστερα από πολλές μέρες, μια αδύναμη σπίθα ξύπνησε στο θολερό λυκόφως του νου του.'

* * *

   'Σε φοινικοειδείς κορμούς, κάτω από θυσανοειδή φυλλώματα, κρέμονταν σε αρμαθιές τα κεφάλια ευνούχων, σαν πελώρια μαύρα σταφύλια. Ένα γυμνό και άφυλλο αναρριχητικό ήταν ανθισμένο με τα αυτιά αμελών ανακτορικών φρουρών. Κακόμορφοι κάκτοι καρποφορούσαν με τα στήθη γυναικών ή ήταν στολισμένοι με μαλλιά τους. Ολόκληρα ανθρώπινα μέλη ή κορμοί είχαν συνενωθεί με τερατώδη δέντρα. Μερικά από τα πελώρισα σαν πιατέλες άνθη έφεραν πάλλουσες ανθρώπινες καρδιές, ενώ μικρότερα λουλούδια είχαν στο κέντρο τους μάτια που συνέχιζαν ν’ ανοιγοκλείνουν ανάμεσα στα βλέφαρά τους. Και υπήρχαν κι άλλα μοσχεύματα, πολύ χυδαία ή αποκρουστικά για να περιγραφούν.'

* * *

   '[...] ο Θάνατος πέταξε γοργά, ορατός μόνον σ’ εκείνους που άγγιζε, αλλά κατά τ’ άλλα αθέατος και άπιαστος.'



Κλαρκ Άστον Σμιθ, από τα διηγήματα 'Η Αυτοκρατορεία των Νεκρομάντεων', 'Ο Κήπος της Αντόμφα' και 'Το Νησί των Βασανιστών' κατά σειρά της συλλογής Ιστορίες από τη Ζοθίκ, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου