'Γιὰ τὸν Cirlot, τὸ σύμβολο τῆς ἐπιφάνειας, σὲ σχῆμα κυματιστῆς γραμμῆς μὲ μικρὲς αἰχμηρὲς κορυφὲς, στὴ γλώσσα τῶν αἰγυπτιακῶν ἱερογλυφικῶν, εἶναι ἡ ἀναπαράσταση τῶν νερῶν. Ὁ τριπλασιασμὸς τοῦ συμβόλου σημαίνει μεγάλο ὄγκο νεροῦ, δηλαδὴ τὸν ἀρχέγονο ὠκεανὸ καὶ τὴν πρώτη ὕλη. Κατὰ τὴν ἀποκρυφικὴ παράδοση, ὁ θεὸς Νοὺ ἦταν ἡ οὐσία ποὺ ἀπ’ αὐτὴν γεννήθηκαν ὅλοι οἱ θεοὶ τῆς πρώτης ἐννεάδας. Γιὰ τοὺς Κινέζους τὰ νερὰ ἦταν ἡ συγκεκριμένη κατοικία τοῦ δράκοντα, γιατί κάθε μορφὴ ζωῆς προέρχεται ἀπὸ τὸ νερό. Στὶς Βέδες (τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν Ἰνδῶν), τὰ νερὰ ἀποκαλοῦνται mâtriamâh (τὰ πιὸ μητρικά) ἀφοὺ, στὴν ἀρχή, ὅλα ἦταν σὰν μιὰ θάλασσα χωρὶς φῶς. Γενικά, στὶς Ἰνδίες, αὐτὸ τὸ στοιχεῖο θεωρεῖται ὁ συντηρητὴς τῆς ζωῆς ποὺ κυκλοφορεῖ ἀνἀμεσα ἀπὸ ὅλη τὴ φύση σὲ μορφὴ βροχῆς, χυμοῦ γάλακτος, αἵματος. Ἀπεριόριστα καὶ ἀθάνατα, τὰ νερὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν πραγμάτων πάνω στὴ γῆ. Μέσα ἀπὸ τὴ φαινομενικὴ ἔλλειψη σχήματος διακρίνονται, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κιόλας πολιτισμούς, τὰ «ἀνώτερα» καὶ τὰ «κατώτερα» νερά. Τὰ πρῶτα ἀντιστοιχοῦν στὶς δυνατότητες ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα γιὰ δημιουργία, ἐνῶ τὰ δεὐτερα ἀνταποκρίνονται σ' αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη σχηματιστεῖ. Γενικά, ἡ ἔννοια τοῦ «νεροῦ» ἀντιστοιχεῖ σὲ κάθε ὕλη ποὺ βρίσκεται σὲ ὑγρὴ κατάσταση. Ἐπιπλέον, στὰ ἀρχέγονα νερά, ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς πρώτης ὕλης, βρίσκονταν ἐπίσης τὰ στερεὰ σώματα ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἀποκτήσει σχῆμα καὶ σκληράδα. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀλχημιστὲς ἀποκαλοῦσαν «νερὸ» τὸν ὑδράργυρο στὸ πρῶτο στάδιο μεταλλαγῆς του καί, κατ’ ἀναλογία, τὸ «ὑγρό σῶμα» τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ «ὑγρό σῶμα», σύμφωνα μὲ τὸν Cirlot, ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὴν ψυχολογία ὡς σύμβολο τοῦ ἀσυνειδήτου, δηλαδὴ τοῦ ἀνεπίσημου, δυναμικοῦ, παρορμητικοῦ, θηλυκοῦ μέρους τῆς προσωπικότητας. Ἀπὸ τᾶ νερὰ καὶ τὸ παγκόσμιο ἀσυνείδητο βγαίνει κάθε τι τὸ ζωντανὸ ὅπως βγαίνει ἀπὸ τὴ μάνα. Μία δευτερεύουσα προέκταση αὐτοῦ τοῦ συμβολισμοῦ βρίσκεται στὴν ἐξομοίωση τοῦ νεροῦ καὶ τῆς ἐνστικτώδους γνώσης. Στὴν κοσμογονία τῶν λαῶν τῆς Μεσοποταμίας, ἡ ἄβυσσος τῶν νερῶν θεωρεῖτο σύμβολο τῆς ἀβυθομέτρητης, ἀπρόσωπης γνώσης. Μία ἀρχαία ἰρλανδικὴ θεότητα ἀποκαλεῖτο Δόμμου, ποὺ σημαίνει «θαλάσσιο βάθος». Στοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἡ λέξη ἄβυσσος φαίνεται πὼς χρησιμοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ καθορίζει τὸ ἀπύθμενο καὶ τὸ μυστηριῶδες. Μὲ λίγα λόγια, τὰ νερὰ συμβολίζουν τὴν παγκόσμια ἕνωση τῶν δυνατοτήτων, τὸ fons et origo (πηγὴ καὶ πρωταρχή), ποὺ προπορεύεται κάθε δημιουργίας ἤ σχήματος. Τὸ βύθισμα στὰ νερὰ σημαίνει ἐπιστροφὴ στὴν πρὸ τοῦ σχήματος μορφή, μὲ τὴ διπλὴ ἔννοια τῆς διάλυσης καὶ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἐπίσης τῆς ἀναγέννησης καὶ ἀναζωογόνησης, ἀφού τὸ βύθισμα πολλαπλασιάζει τὴ δύναμη τῆς ζωῆς. Ὁ συμβολισμὸς τῆς βάπτισης, στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὸν συμβολισμὸ τῶν νερῶν, ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸν  Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ὡς ἑξῆς: «ἀναπαριστάνει τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή, τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀνάσταση... ὅταν βυθίζουμε τὸ κεφάλι μας στὸ νερό, ὅπως σὲ ἕναν τάφο, ὁ παλιὸς ἄνθρωπος εἶναι βυθισμένος καὶ θαμμένος ὁλοκληρωτικά. Ὅταν βγαίνουμε ἀπὸ τὰ νερά, ἀπ’ αὐτὰ ἀναδύεται ξαφνικὰ ὁ νέος ἄνθρωπος». Ἡ διφορούμενη ἔννοια αὐτοῦ τοῦ κειμένου δὲν εἶναι παρὰ φαινομενική: ὁ θάνατος ἐπηρεάζει μόνο τὸ φυσικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ἡ ἀναγέννηση ἀνήκει στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, σ’ αὐτὴ τὴν ἰδιομορφία τοῦ γενικοῦ συμβολισμοῦ τῶν νερῶν. Σὲ κοσμικὸ ἐπίπεδο, στὸ βύθισμα ἀντιστοιχεῖ ὁ κατακλυσμός, ἡ μεγάλη παράδοση τῶν μορφῶν στὴ ρευστότητα ποὺ τὶς καταλύει γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὰ στοιχεῖα ποὺ μ’ αὐτὰ θὰ δημιουργήσει νέα κοσμικά πρότυπα. Ἡ ἰδιότητα τῆς διαφάνειας καὶ τοὺ βάθους, ποὺ τόσες φορὲς δίνονται στὰ νερά, ἐξηγεῖ ἔνα μεγάλο μέρος τοῦ σεβασμοῦ ποὺ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι γι’ αὐτὸ τὸ στοιχεῖο πού, ὅπως ἡ γῆ, ἦταν μιὰ θηλυκὴ ἀρχή. Οἱ βαβυλώνιοι τὴν ἀποκάλεσαν «οἶκο τῆς γνώσης». Ὁ Ὀαννός, τὸ μυθικὸ πρόσωπο ποὺ ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους τὸν πολιτισμό, ἀναπαρίσταται ὡς μισὸς ψάρι καὶ μισὸς ἄνθρωπος. Ἐπιπλέον, ἡ γέννηση ἐκφράζεται συνήθως στὰ ὄνειρα μὲ τὴ μεσολάβηση τῶν νερῶν. Ἡ μυθικὴ ἔκφραση «τὸν γέννησαν τὰ κύματα» ἤ «τὸν γλύτωσαν τὰ νερὰ» συμβολίζει τὴ γονιμότητα καὶ εἶναι μία μεταφορικὴ εἰκόνα τοῦ τοκετοῦ. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ νερὸ εἴναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν μεταβατικὸ στοιχεῖο, ἀνάμεσα στὴ φωτιὰ καὶ στὸν ἀέρα ἀπὸ τὴ μία μεριά -στοιχεῖα αἰθέρια- καὶ στῆ στερεότητα τῆς γῆς. Κατ’ ἀναλογία, τὸ νερὸ εἶναι ὁ μεσολαβητὴς ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο, στὸ διφορικὸ ρεῦμα τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἀρνητικοῦ, τῆς δημιουργίας καὶ τὴς καταστροφῆς. Οἱ μύθοι τοῦ Χάροντα καὶ τῆς Ὀφηλίας συμβολίζουν τὸ τελευταῖο ταξίδι. Δὲν ἤταν ὁ θάνατος ὁ πρῶτος ναύτης; Τὸ «διάφανο βάθος», ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα νοήματα, ἔχει εῖδικὰ τὴν ἔννοια τῆς ἐπικοινωνίας ἀνάμεσα στὸ ἐπιφανειακὸ καὶ στὸ ἀβυσσαλέο. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ποῦμε πὼς τὸ νερό διασχίζει αὐτὲς τὶς δύο εἰκόνες.'

Ε. Γκούβα, Γ. Πάσχος & Μ. Γκούβα, Οι Ιχθύες ως Σύμβολο και ως Τεχνούργημα: Απόπειρες Ερμηνείας, εκδ. Ίνδικτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου