'Τὸ αἰσθάνεσθαι τὸν κόσμον ὡς ἔν πεπερασμένον ὅλον εἴναι ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸ μυστικὸν (das Mystische).
   Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἕχομεν τὸ αἴσθημα ὅτι ὑπάρχει τι πέρα τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος εἶναι τὸ σύνολον τῶν γεγονότων, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ διὰ τῆς γλώσσης. Τὸ πῶς εἶναι ὁ κόσμος τῶν γεγονότων δὲν συνάπτεται πρὸς τὸ «μυστικόν», διότι τὰ γεγονότα εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν σαφῶς διὰ τῆς γλώσσης, δηλαδὴ νὰ περιγραφοῦν· τὸ ὅτι ὅμως ὁ κόσμος τῶν γεγονότων ὑπάρχει ὡς πεπερασμένον ὅλον, τοῦτο δημιουργεῖ μίαν ἔκπληξιν (astonishment), τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ». Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχουν πεπερασμένα γεγονότα (κατά τὴν ἔννοιαν τοῦ Tractatus), τὰ ὁποῖα ἐκφράζονται διὰ τῆς γλώσσης, εἶναί τι τὸ προκαλοῦν τὸν θαυμασμόν, τὴν ἕκπληξιν, τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ». Τὸ «θεᾶσθαι τὸν κόσμον τῶν γεγονότων ὡς περιωρισμένον τι ὅλον» σημαίνει ὅτι ὐπάρχουν καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθοῦν κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζονται τὰ γεγονότα. Ταῦτα ἁπλῶς δηλοῦνται, φανερώνονται, ἀποκαλύπτονται. Ἄλλη σημαντικὴ πρότασις, συναπτόμενη πρὸς τὸν μυστικισμόν, εἶναι ἡ 5.552:
            Ἡ «ἐμπειρία» τὴν ὁποίαν χρειαζόμεθα, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν λογικήν, δὲν εἶναι τὸ ὅτι κάτι εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν ἤ ἐκείνην τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ ὅτι κάτι ὑπάρχει: καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐμπειρία.
   Ἡ «ἐμπειρία» ὅτι κάτι ὑπάρχει (δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος), εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ τοὺ μυστικισμοῦ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐμπειρίας, ἥτις ὡς γεγονὸς εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ· διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸν μυστικισμόν. Ὅμως εἶναι ἀναγκαία, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν λογικήν. Ἡ γνώμη αὕτη τοῦ W. (T 5.552) ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἐπειδὴ συνάπτει τὸν μυστικισμὸν πρὸς τὴν λογικήν· θεωρεῖ δὲ τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ» (das Mystusche) ὡς βάσιν διὰ τὴν κατανόησιν τῆς λογικῆς.
   Τοῦτο συμβαίνει, διότι αἱ προτάσεις τῆς λογικῆς, ὡς ἐν τοῖς προηγουμένοις ἐδείχθη, ἀποτελοῦν τὰς δύο ἀκραίας καταστάσεις τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι, μολονότι οὐδὲν λέγουν περὶ τοῦ κόσμου, ἐν τούτοις προσδιορίζουν τὰ ὅρια τοῦ κόσμου (the limits of the world) καὶ ἐκφράζουν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι λέγουν τι περὶ τοῦ κόσμου. Ἐὰν κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ὑπάρχῃ ὁ κόσμος ὡς πεπερασμένον ὅλον, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ὑπάρχῃ ἡ πηγὴ τοῦ μυστικισμοῦ, τότε ἡ λογικὴ δὲν ἔχει τὸ συγκεκριμένον, πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κόσμου, εἶναι κεναὶ περιεχομένου.
   Ἀλλ’ ὑπάρχει βαθυτέρα ἔτι σχέσις μεταξύ μυστικισμοῦ καὶ λογικῆς. Διότι αἱ προτάσεις τῆς λογικῆς δεικνύουν ἁπλῶς τὰς λογικὰς ἰδιότητας τῆς γλώσσης καὶ ἑπομένως τοῦ κόσμου, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ αὐτοῦ λέγουν. Αἱ «έμπειρικαί» δὲ προτάσεις, δηλαδὴ αἱ κατ’ ἐξοχὴν προτάσεις, δὲν ἀποκαλύπτουν κατὰ τρόπον πρόδηλον τὰς ἱδιότητας αὐτάς, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τὴν ἀλήθειάν των δι’ ἀπλῆς θέας αὐτῶν. Ἠ ἀνάλυσις ὅμως αὐτῶν ἀποκαλύτπει τὴν πραγματικήν των δομὴν, τὴν λογικὴν αὐτῶν μορφήν. Τὸ ὅτι καὶ αὖται ἔχουν λογικὴν δομὴν, δηλαδὴ λογικὰς ἰδιότητας, συνάγεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μὴ λογικὴν (illogical) γλῶσσαν. Μεταξὺ γλώσσης καὶ λογικῆς ὑπάρχει στενότατη σχέσις· πᾶσαι δὲ αἱ προτάσεις ἔχουν ὥς τι τὸ κοινόν: τὴν λογικὴν μορφήν, δηλαδὴ τὰς λογικὰς ἰδιότητας· ἄλλως αὖται δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ εἴπουν τι περὶ τοῦ κόσμου τοῦ ὁποίου τὴν δομὴν εἰκονίζουν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ὁμολογία μορφῆς μεταξὺ ἀτομικοῦ γεγονότος καὶ ἀτομικῆς προτάσεως. Ὄ,τι ὅμως καθιστᾷ δυνατὴν τὴν εἰκόνισιν αὐτήν, δηλαδὴ ἡ λογικὴ μορφή, εἶναί τι τὸ ὁποίον καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ διὰ τῶν μέσων τῆς γλώσσης· ἡ λογικὴ μορφὴ ἁπλῶς δείκνυται διὰ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ δὲν παρίσταται, δηλαδὴ δὲν ἐκφράζεται. Ἡ λογικὴ δηλονότι μορφὴ εἶναι τι τὸ ἀνέκφραστον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συνάπτει τὴν λογικὴν μορφὴν πρὸς τὸν μυστικισμόν [...].'

Κωσταντίνος Ι. Βουδούρης, Η Θεωρία του Νοήματος εν τη Φιλοσοφία του Ludwig Wittgenstein, εκδ. Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 1972

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου