'[...] the distinctiveness of radio is not that it involves the imagination while the other media do not, but that it involves it to a different extent. In literature everything must be imagined since nothing can be seen except printed words, nor can anything be heard. In the visual media many things can be seen and proportionately less is left to the imagination. In radio many things can be heard, and this direct intimation of the material world is perhaps why, in its drama productions at least, its verbal descriptions of a physical setting or of a person's thoughts or appearance are generally much more economical than those of literature and closer to those of theatre, film and television. Moreover the fact that its codes are auditory and therefore exist in time explains the greater sense of 'liveness' that we get from radio 9and the visual media) than we do from literature; for when we start to read a book we know that the last page has already been written. But radio, even when its programmes are pre-recorded, seems to be a "present-tense" medium, offering experiences whose outcome lies in an unknown future. Like theatre, film and television, then, it seems to be an account of what is happening rather than a record of what has happened. But the fact that nothing can be seen on the medium means that the demands which it makes upon the imagination are much greater than those made by the visual media and almost as great as those made by literature.'

Andrew Crissel, Understanding Radio, publisher: Routledge

  'Ὡραῖε ἀντικατοπρισμέ μέ τό σχῆμα τῆς βαρειᾶς σφήρας τοῦ σιδηρουργοῦ. Ὡραίε ἀντικατοπρισμέ τοῦ ἄνδρα πού μπαίνει μέσα βαθειά στή μήτρα. Ωραῖε ἀντικατοπρισμέ πηγῆς καί φρούτων ἕτοιμων νά φαγωθοῦν. Καί ἰδού οἱ ταξιδιῶτες πού τρελλάθηκαν τά χείλη τους νά γλείφουν. Ἡ Εἰρήνη εἶναι σάν μιά ἀψίδα πάνω ἀπό τή θάλασσα. Δέν ἔχω πιεῖ ἐδῶ καί ἐκατόν ἡμέρες, καί οἰ άναστεναγμοί μέ βοηθοῦν νά ξεδιψάσω. Ἄχ, ἄχ. Ἡ Εἰρήνη καλεῖ τόν ἐραστή της. Τόν ἐραστή της πού καυλώνει ἀπό μακριά. Ἄχ, ἄχ. Ἡ Εἰρήνη ἀγωνιᾶ καί σπαρταρᾶ. Ἐκείνος ὀρθώνεται καυλωμένος σάν θεός πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο. Αὐτή κουνιέται, ἐκεῖνος τήν ἀποφεύγει, αὐτή κουνιέται καί τοῦ δίνεται. Ἄχ. Ἡ ὄαση ὑποκλείνεται μέ τίς πανύψηλες τίς χουρμαδιές της. Ταξιδιώτες, οἱ πανωφόρες σας στροβιλίζονται μέσ' τή λεπτή τήν ἄμμο. Ἀπ τό λαχάνιασμα ἡ Εἰρήνη κοντεύει νά διαλυθεῖ. Ἐκεῖνος τήν κοιτάζει. Τό μουνί ἔχει μουσκέψει καρτερώντας τ' ὁλοζώντανο παλούκι. Στ ἀπατηλά βουνά τῆς ἄμμου, μιά σκιά ζαρκαδιοῦ.

   Κόλαση ἄς ἀρχίσουν οἱ καταραμένοι σου νά μαλακίζονται, ἡ Εἰρήνη ἔχυσε.'


Λουί Αραγκόν, Το Μουνάκι της Ειρήνης, μτφρ. Ανδρέας Νεοφυτίδης, εκδ. Φόρμα
Children’s Game [Kinderstube] (1976) - Leonor Fini

  'Entrainment can be reflected in the global environment, architecture, and even in our physiology. An electromagnetic field vibrates between the ionosphere and the Earth’s surface 4-8Hz (called the Schumann resonance), which synnchronizes not only with that theta consciousness state of “oneness” and harmony with the universe, but is also said to be mathematically related to many sacred sites such as Stonehenge and the Pyramids.'

  'We seem to be wires for  imposing order on our perceptions, as the brain will pull out patterns from chaos even if none objectively exist. Watching a person walk on screen and putting music to that image, it will seem that their steps are in sync with the music, just because we tend toward entraining sound and image. This natural tendency can be manipulated consciously, working in conjunction or in counterpoint - by pulling our organic system to its limits and then breaking into new realities [...].'

  'A curious note on the root of the world “belicose”, meaning “warlike”, is that this world also is reflected in “bell” or “to make a loud noise” in Old English, perhaps because at that time the metal cannons were being melted into church bells, and vice versa. Bells symbolize the passage of time, reminding man of his mortality and fragility in the universe, just as war does.'


David Sonnenschein, Sound Design: The Expressive Power of Music, Voice, and Sound Effects in Cinema, publisher: Michael Wiese Productions

'πολλῶν ταμίας Ζεὺς ἐν Ὀλύμπῳ,
πολλὰ δ’ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί·
καὶ τὰ δοκηθέντ’ οὐκ ἐκτελέσθη,
τῶν δ’ ἀδοκήτων πόρον ηἧρε θεός.'

* * *

'Απ’ τον Ολυμπο ο Δίας μοιράζει πολλά
κι απ’ τ’ ανέλπιστα πλήθος οι θεοί ξετελεύουν·
όσα πρόσμενες λύση δε βρίσκουν, μα δίνει
στ’ αναπάντεχο ο θεός ένα τέρμα.'


Ετριπίδης, Μήδεια, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
St. Jerome in the Wilderness (1480) - Leonardo da Vinci

  'Masochism is one way of bringing together a Christian contempt for the flesh with a pagan delight in it.'

  'Religious self-mortification involves a wide array of practices... all designed to humble the flesh. Sexual mortification, on the other hand, has its rewards in this world and in erotic satisfactions  that are out of bounds for religious devotees.'


Anita Phillips, A Defense of Masochism, publisher: St. Martin’s Press
The Room (1953) - Balthus

'σύλλαβε μόχθων.
θνητῶν δ’ ὄλβιος ἐς τέλος ούδεὶς
οὐδ’ εὐδαίμων·
οὔπω γὰρ ἔφυ τις ἄλυπος.'

'Συμμερίσου τα πάθη μου.
Κανένας θνητός ως το τέλος
τυχερός και μακάριος·
ως τώρα κανείς δίχως λύπη δεν ήρθε στον κόσμο.'


Ευρυπίδης, Ιφιγένεια η εν Αυλύδι, μτφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ. Χ. Μύρης), εκδ. Κάκτος

  'Η τάξη των πραγμάτων, η τάξη των επιφάσεων, δεν μπορεί πια να δοθεί με εμπιστοσύνη σε οποιοδήποτε υποκείμενο γνώσης. Θέλω τη σκέψη να είναι παράδοξη, γοητευτική -φτάνει προφανώς να μην εκλαμβάνει τη γοητεία για κολακευτική χειραγώγηση, αλλά για μια εκτροπή ταυτότητας, για μια εκτροπή του είναι.
   Γιατί η σκέψη δεν εργάζεται πια για την αναγνώριση των πραγμάτων, όπως η ορθολογική σκέψη, αλλά για την μη-αναγνώρισή τους, για τη γοητεία τους, δηλαδή για την εκτροπή τους, παρά τη φαντασματική της θέληση να ενοποιήσει τον κόσμο υπό τον έλεγχό της και με το όνομά της.
   Αυτή εδώ η σκέψη είναι προφανώς ένας προβοκάτορας, που διαχειρίζεται τη ψευδαίσθηση με ψευδαίσθηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι η σκέψη αυτού του τύπου έχει εφαρμογή παντού. Ίσως να πρέπει να αποδεχθούμε δύο επίπεδα σκέψης: μια σκέψη αιτιακή, ορθολογική, που αντιστοιχεί στον νευτώνειο κόσμο στον οποίο ζούμε, και ένα άλλο επίπεδο σκέψης, πολύ πιο ριζικό, που θα αποτελούσε μέρος αυτού του κρυφού προορισμού του κόσμου του οποίου θα ήταν κάτι σαν μοιραία στρατηγική.'

Ζαν Μποντριγιάρ, Συνθήματα, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες
Train - Aleksandra Waliszewska

  'Ο Κύριός μας φαίνεται να έχει πίσω του ένα μυστικιστικό φόντο· μιλούσε σαν κάποιος που είχε έρθει από την άλλη πλευρά του Πέπλου. Ο σύγχρονος θεολόγος ελάχιστα γνωρίζει για τον αρχαίο μυστικισμό του Ισραήλ, την Καμπάλα· αλλά η Καμπάλα είναι το κλειδί της μυστικιστικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης καθώς και πολλών χωρίων της Καινής Διαθήκης. Πάρτε, για παράδειγμα, τα τελευταία λόγια της Κυριακής Προσευχής. «Γιατί σε σένα ανήκει η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, σε όλη την αιωνιότητα. Αμήν».
   Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά για έναν Καμπαλιστή; Του δείχνουν μιαν εικόνα του κατώτερου τριγώνου του Σεφιροθικού Δέντρου της Ζωής, όπου στην καθορισμένη τους διάταξη είναι κατανεμημένοι οι μυστικιστικοί σταθμοί των Δέκα Θείων Εκπορεύσεων - Νετσά(χ): η νίκη ή δύναμη, Χοντ: η δόξα, Μαλκούθ: το βασίλειο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μιαν ισχυρή επίκληση της καμπαλιστικής μαγείας, με την οποία ο κάθε μάγος σφραγίζει την αύρα του πριν ξεκινήσει οποιοδήποτε μαγικό εγχείρημα: «Α τε Μαλκούθ, βε Γκεντουλά, βε Γκεμπουρά, λε Ολάμ, Αμέν.» Δηλαδή, «Γιατί σε σένα ανήκει η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, σε όλη την αιωνιότητα. Αμήν».'

Ντάιον Φόρτσουν, 'Χριστιανισμός και Μετενσάρκωση' από το Η Άλλη Πλευρά της Ζωής, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Η σκέψη είναι κάτι το υπέρτατα δικό μας· θαμμένο στα απώτατα μύχια του είναι μας. Επιπλέον, είναι και η πιο κοινή, η πιο φθαρμένη και η πιο επαναλαμβανόμενη πράξη μας. Η αντίφαση είναι άλυτη.'

  'Το κατευθυντήριο φως του πνεύματος συνορεύει παντού με το σκοτάδι. Υπάρχουν άραγε νευροφυσιολογικά, εξελικτικά όρια στις εννοιολογικές αντιλήψεις μας και στις αναλύσεις μας για τον κόσμο; Υπάρχουν άραγε κατηγορικά όρια στην ανθρώπινη λογική; Ποιές είναι οι εγγενείς δυσχέρειες -είτε γίνονται αντιληπτές είτε όχι-που προκαθορίζουν την εμβέλεια και τη σαφήνεια των πιο τολμηρών εικασιών μας (εικασιών που μπορεί κάλλιστα να είναι εντελώς ανεπαρκείς ή ακόμα και εντελώς αποκομμένες από την πραγματικότητα του σύμπαντος); Τι απόδειξη έχουμε, τι απόδειξη θα μπορούσαμε να έχουμε, ότι η πρόοδος της εμπειρικής έρευνας και της θεωρητικής κατασκευής είναι απεριόριστη, ότι η θεωρητική νόηση θα συνεχίσει το φαινομενικά ατέρμονο ταξίδι της στις "θάλασσες της σκέψης"; Τα πιο ισχυρά ηλεκτρονικά μικροσκόπια φαίνεται πια ότι πλησιάζουν τα όρια της εφικτής παρατήρησης, όπως ακριβώς, σε μια βασανιστική συμμετρία, τα πιο ερευνητικά ραδιοτηλεσκόπια. Όχι ότι το φως από μακρινούς γαλαξίες δεν φτάνει ως εμάς· στην αλληγορία της μοναξιάς μας, δεν θα φθάσει ποτέ ως εμάς.'

  'Η κυριαρχία της σκέψης, της απόκοσμης ταχύτητας της σκέψης εξυψώνει τον άνθρωπο πάνω από κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα. Κι όμως, τον αφήνει ξένο για τον ίδιο τον εαυτό του και για τα μεγέθη του κόσμου.'


Τζωρτζ Στάινερ, Δέκα (Πιθανοί) Λόγοι για τη Μελαγχολία της Σκέψης, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta

ΠΕΡΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ ΓΕΜΑΤΟ


Πέρα πάνω απ’ ένα λιμάνι
                  γεμάτο σπίτια ακαλαφάτιστα
ανάμεσα στους επιβλητικούς νυχτοφύλακες
καπνοδόχους
         μιας στέγης γεμάτης μπουγάδες
         μια γυναίκα βάζει κι
                            απλώνει στον άνεμο
κρεμώντας τα πρωινά της τα σεντόνια
         με μανταλάκια.

Ω όμορφο θηλαστικό
          οι γυμνές της ρόγες
δείχνουν το σκούρο τεταμένο σχήμα τους
         σαν τεντώνεται
  να κρεμάσει στο τέλος το τελευταίο της
κατάλευκο πλυμένο αμάρτημα
                   μα είναι βρεγμένο εκείνο ερωτικό
           και τυλίγεται γύρω της
             κολλώντας στο δέρμα της.

Σ’ αυτήν τη στάση με τα χέρια σηκωμένα
  τινάζει πίσω το κεφάλι
                    με γέλιο άφωνο
και τότε με μια ανεπίλεκτη χειρονομία
  τινάζει τα χρυσά μαλλιά
ενώ στ’ άφταστα διαστήματα των θαλασσογραφιών
  ανάμεσα στα αιωρούμενα λευκά σάβανα
         ξεχωρίζουν τα λαμπρά ατμόπλοια
                            να ’ρχονται στο βασίλειο.



Λόρενς Φερλινγκέτι, Εικόνες του Φευγάτου Κόσμου, μτφρ. Γιάννης Λειβάδας, εκδ. Εκδόσεις της Λίμνης

ΜΑΓΙΚΟΣ ΨΑΛΜΟΣ   [απόσπασμα]


Για να ξεπεράσει η προσευχή μου την αντίληψή μου,
για να αποθέσω την ματαιοδοξία μου στα πόδια Σου,
για να μη φοβάμαι πλέον την Κρίση για τον Άλλεν
                                                            αυτού του κόσμου
γεννημένου στο ΝΙΟΥΑΡΚ ερχόμενου στην Αιωνιότητα
στη Νέα Υόρκη κλαίγοντας ξανά στο Περού για ανθρώπινη
Γλώσσα για να ψάλλω το Ανείπωτο,
για να εισέλθω στο γαλήνιο νερό του σύμπαντος
για να τα βγάλω πέρα μ’ αυτό το κύμα,
να μην πνιγώ για πάντα στον κατακλυσμό της φαντασίας μου
για να μη σκοτωθώ μέσα απ' την ίδια την τρελή μαγεία μου
αυτό το έγκλημα τιμωρείται στις σπλαχνικές φυλακές
                                     του Θανάτου,
οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ομιλία μου εξ αιτίας
της δικής τους άσπλαχνης καρδιάς,
οι προφήτες με βοηθούν με Διακηρύξεις,
τα Σεραφείμ επευφημούν το όνομά Σου,
Εσύ με μιας με το πελώριο Στόμα του Σύμπαντος
                          κάνε το κρέας ν’ αποκριθεί.



Άλεν Γκίνσμπεργκ, In Memoriam: Άλλεν Γκίνσμπεργκ 1926-1997, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Εκδόσεις της Λίμνης

  'Υποφέρω τρομερά απ’ τη ζωή. Δεν υπάρχει κατάσταση που να μπορώ να φθάσω. Κι είναι απόλυτα βέβαιο ότι είμαι νεκρός από καιρό, ότι έχω ήδη αυτοκτονήσει. Μ’ αυτοκτονήσανε, δηλαδή. Κι όμως τι θ’ αναλογιζόσαστε για μια αυτοκτονία προγενέστερη, μια αυτοκτονία που θα μας έκανε να παλινδρομήσουμε, αλλά απ’ την άλλη μεριά της ύπαρξης και όχι απ’ τη μεριά του θανάτου. Αυτό μονάχα θα ’χε για μένα κάποια άξία. Δεν αισθάνομαι την επιθυμία του θανάτου, αισθάνομαι την επιθυμία του να μην υπάρχεις, του να μην είσαι ποτέ ριγμένος μέσα σ’ αύτή τη διασκέδαση που σου προσφέρουν οι χαζομάρες, οι αποκηρύξεις οι αρνήσεις κι οι άχρωμες συναντήσεις, που είναι το εγώ του Αντονέν Αρτώ, πολύ πιο αδύναμο απ’ αυτόν τον ίδιο. Το εγώ αυτού του περιπλανώμενου σακάτη που από καιρό σε καιρό έρχεται να προβάλλει τη σκιά του πάνω στην όποία έχει φτύσει ο ίδιος από πολύ καιρό. Αυτό το εγώ, το ανάπηρο, που σέρνεται στη γη, Αυτό το αυτοδύναμο, απίθανο εγώ, που παρ’ όλα αυτά ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα στην πραγματικότητα. Κανένας δεν ένιωσε όπως αυτό την αδυναμία του που είναι η κύρια, η ουσιαστική αδυναμία του ανθρώπινου γένους. Να καταστρέψει, να μην υπάρξει.'

  'Μου μιλάνε για λέξεις, μα δεν πρόκειται για λέξεις, πρόκειται για τη διάρκεια του πνεύματος.
   Σ αυτή τη φλούδα των λέξεων που πέφτει, πρέπει να φανταστούμε πως είναι ανακατεμένη και η ψυχή. Δίπλα στο πνεύμα υπάρχει η ζωή, υπάρχει η ανθρώπινη ύπαρξη, στην περιφέρεια της οποίας περιστρέφεται αυτό το πνεύμα, ενωμένο μαζί της μ ένα πλήθος νοημάτων...'

  'Για μένα, όποιος λέει Σάρκα, εννοεί, πάνω απ όλα, σύλληψη, ένα δασύ τρίχωμα, μια ξεγυμνωμένη σάρκα με όλη τη διανοητική εμβάθυνση αυτού του θεάματος της καθαρής σάρκας και μ’ όλες τις συνέπειες που επιφέρει στις αισθήσεις, δηλαδή μέσα στο συναίσθημα.
   Μα όποιος λέει συναίσθημα εννοεί προαίσθημα, δηλαδή άμεση γνώση, επικοινωνία που επιστρέφει και φωτίζεται από μέσα. Υπάρχει ένα πνεύμα μέσα στη σάρκα, αλλά ένα πνεύμα αιφνιδιαστικό σαν τον κεραυνό. Και παρ' όλα αυτά, η δόνηση της σάρκας μετέχει στην υψηλή ουσία τους πνεύματος.
   Και από την άλλη, όποιος λέει σάρκα, εννοεί ακόμα ευαισθησία. Ευαισθησία, δηλαδή οικείωση, αλλά οικείωση εσώτερη, κρυφή, βαθιά, απόλυτη με τον πόνο του ίδιου μου του εαυτού και, κατά συνέπεια, γνώση μοναχική και μοναδική αυτού του πόνου.'

  'Υπάρχει αύτή ή αδιάκοπη μόλυνση της ζωής, υπάρχει αύτή ή επιδρομή της φύσης η οποία διαμέσου ενός παιχνιδιού από μυστηριακές αντανακλάσεις και διακυβεύσεις εισχωρεί πολύ καλύτερα κι από μας τους ίδιους μέχρι την πηγή της ζωής μας. Απ’ όποια μεριά και να κοιτάξω μέσα στον εαυτό μου, νιώθω πως καμιά απ’ τις χειρονομίες μου, καμιά απ’ τις σκέψεις μου δε μου ανήκει.
   Δεν αισθάνομαι τη ζωή παρά με μια καθυστέρηση που την καθιστά απελπιστικά αυτοδύναμη.
   Για καθεμιά σκέψη μου που αποκηρύσσω έχω ήδη αυτοκτονήσει. Ακόμα και μέσα στο κενό μένουν παρά πολλά πράγματα για να καταστρέψω. Νομίζω πώς αρνούμαι να πεθάνω. Δε συλλαμβάνω, δε νιώθω το θάνατο σαν μια περιπέτεια, νιώθω να πεθαίνω, να πεθαίνω χωρίς στόμφο, χωρίς αντίσταση, χωρίς κουβέντα, άλλά μ’ έναν αργό, αμετάβλητο σπαραγμό.
   Δεν μπορώ να συλλάβω τίποτ’ άλλο έκτός απ’ αυτό που μπαίνει στη σκέψη μου. Ο θάνατος δεν μπορεί να ’ναι παρά ένα απ’ αυτά τα χίλια ρίγη, μια απ’ αυτές τις αόριστες γρατσουνιές των πραγμάτων που αγγίζουν τη μεμβράνη του εγώ μου. Και τα πράγματα στ’ αλήθεια δεν είναι πια για να τα ζει κανείς: αισθάνομαι ότι έχω ζήσει τα πάντα, και αν στραφώ προς το θάνατο για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτή την υποδούλωση του να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να ζεις.
  Αλλά αυτό που μου προκαλεί το μεγαλύτερο φόβο μες στο θάνατο, δεν είναι αυτό το πλησίασμα με το Θεό, αυτή η επιστροφή στο επίκεντρό μου, είναι ή αναγκαιότητα μίας οριστικής επιστροφής στον ίδιο τον εαυτό μου σαν κατάληξη για τα βάσανα μου.
   Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από τη ζωή. Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από κάτι.
   Θα ’θελα να βεβαιωθώ πως η σκέψη, η αίσθηση, η ζωή, είναι γεγονότα προγενέστερα του Θεού· η αυτοκτονία θα ’χε τότε κάποιο νόημα.
   Αλλά ο Θεός, ο ανόητος ο θάνατος, η ζωή η ακόμα πιο φριχτή, είναι οι τρεις όροι ενός άλυτου προβλήματος που η αυτοκτονία δεν αγγίζει.'

  'Σκύλοι πάψτε πια να κυλάτε τα χαλίκια στην ψυχή μου. Εγώ. Εγώ. Γυρίστε τη σελίδα των συντριμμάτων. Ακόμα κι εγώ ελπίζω στην ουράνια αμμουδιά και στη χωρίς όρια παραλία. Πρέπει αυτή η φωτιά ν’ αρχίσει μέσα μου. Αύτή η φωτιά κι αυτές οι γλώσσες, και οι σπηλιές της κυοφορίας μου. Ας ξανάρθουν τα παγόβουνα να εξοκείλουν στα δόντια μου. Έχω το κρανίο χοντρό, μα την ψυχή λεία και μια καρδιά από κατακάθια. Μου λείπουν οι μετεωρισμοί, μου λείπουν τ’ αναμμένα χαστούκια. Γυρεύω μέσα στο λαρύγγι μου ονόματα, και σαν το βλέφαρο που τρεμοπαίζει πράγματα, τη μυρωδιά του κενού, μια μπόχα του παράλογου, την κοπριά του ολοκληρωμένου θανάτου.... Το ελαφρό και σπάνιο χιούμορ. Κι εγώ ακόμα περιμένω τον άνεμο. Όπως κι αν το λένε, αγάπη ή αθλιότητα, δε θα μπορέσει να με ρίξει παρά σε μια ακτή γεμάτη κόκαλα.'


Αντoνέν Αρτό, Η Μεγάλη Μέρα και η Μεγάλη Νύχτα, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ. Αιγόκερως

'Πᾶσι θνατοῖς ἔφυ μόρος.'

'οὐ γὰρ θανεῖν ἔχθιστον, ἀλλ ὅταν θανείν
χρῄζων τις εἶτα μηδὲ τοῦτ ἔχῃ λαβεῖν.'

'τὴν μηδὲν εἰς τὸ μηδέν, ὡς σὺν σοὶ κάτω
ναίω τὸ λοιπὸν· [...]'

* * *

'Όλοι γραμμένοι του θανάτου.'

'Κακό δεν είναι ο θάνατος μεγάλο, μα είναι φριχτό
να τον αποζητάς και να μην έρχεται.'

'το τίποτα στο τίποτα, να κατοικώ
μαζί σου πάντα κάτω. [...]'



Σοφοκλής, Ηλέκτρα, μτφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ. Χ. Μύρης), εκδ. Κάκτος
Lebenserinnerungen des Dr. jur. Schulze III (1965) - Werner Tübke

  'It is a melancholy experience for a professional mathematician to find himself writing about mathematics. The function of a mathematician is to do something, to prove new theorems, to add to mathematics, and not to talk about what he or other mathematicians have done. Statesmen despise publicists, painters despite art-critics, and physiologists, physicists, or mathematicians have usually similar feelings; there is no scorn more profound, or on the whole more justifiable, than that of the men who make for the men who explain. Exposition, criticism, appreciation, is work for second-rate minds.'

  'I have never done anything “useful”. No discovery of mine has made, or is likely to make, directly or indirectly, for good or ill, the least difference to the amenity of the world. I have helped to train other mathematicians, but mathematicians of the same kind as myself, and their work has been, so far at any rate as I have helped them to it, as useless as my own. Judged by all practical standards, the value of my mathematical life is nil; and outside mathematics it is trivial anyhow. I have just one chance of escaping a verdict of complete triviality, that I may be judged to have created something worth creating. And that I have created something is undeniable: the question is about its value.
   The case for my life, then, or for that of any one else who has been a mathematician in the same sεnse in which I have been one, is this: that I have added something to knowledge, and helped others to add more; and that these somethings have a value which differs in degree only, and not in kind, from that of the creations of the great mathematicians, or of any other artists, great or small, who have left some kind of memorial behind them.'


G. H. Hardy, A Mathematician's Apology, publisher: Cambridge University Press

  'Ἐγὼ δὲ ὁποῖα μὲν ἦν Ἀλεξάνδρου τὰ ἐνθυμήματα οὔτε ἔχω ἀτρεκῶς ξυμβαλεῖν οὔτε μέλει ἔμοιγε εἰκάζειν, ἐκεῖνο δὲ καὶ αὐτὸς ἄν μοι δοκῶ ἰσχυρίσασθαι, οὔτε μικρόν τι καὶ φαῦλον ἐπινοεῖν Ἀλέξανδρον οὔτε μεῖναι ἂν ἀτρεμοῦντα ἐποὐδενὶ τῶν ἤδη κεκτημένων, οὐδ’ εἰ τὴν Εὐρώπην τῇ Ἀσίᾳ προσέθηκεν, οὐδ’ εἰ τὰς Βρεττανῶν νήσους τῇ Εὐρώπῃ, ἀλλὰ ἔτι ἂν ἐπέκεινα ζητεῖν τι τῶν ἠγνοημένων, εἰ καὶ μὴ ἄλλῳ τῳ, ἀλλὰ αὐτόν γε αὑτῷ ἐρίζοντα. καὶ ἐπὶ τῷδε ἐπαινῶ τοὺς σοφιστὰς τῶν Ἰνδῶν, ὧν λέγουσιν ἔστιν οὓς καταληφθέντας ὑπ’ Ἀλεξάνδρου ὑπαιθρίους ἐν λειμῶνι, ἵναπερ αὐτοῖς διατριβαὶ ἦσαν, ἄλλο μὲν οὐδὲν ποιῆσαι πρὸς τὴν ὄψιν αὐτοῦ τε καὶ τῆς στρατιᾶς, κρούειν δὲ τοῖς ποσὶ τὴν γῆν ἐφ’ ἧς βεβηκότες ἦσαν. ὡς δὲἤρετο Ἀλέξανδρος δι’ ἑρμηνέων ὅ τι νοοῖ αὐτοῖς τὸ ἔργον, τοὺς δὲ ὑποκρίνασθαι ὧδε· βασιλεῦ Ἀλέξανδρε, ἄνθρωπος μὲν ἕκαστος τοσόνδε τῆς γῆς κατέχει ὅσονπερ τοῦτό ἐστιν ἐφ’ ὅτῳ βεβήκαμεν· σὺ δὲ ἄνθρωπος ὢν παραπλήσιος τοῖς ἄλλοις, πλήν γε δὴ ὅτι πολυπράγμων καὶ ἀτάσθαλος, ἀπὸ τῆς οἰκείας τοσαύτην γῆν ἐπεξέρχῃ πράγματα ἔχων τε καὶ παρέχων ἄλλοις. καὶ οὖν καὶ ὀλίγον ὕστερον ἀποθανὼν τοσοῦτον καθέξεις τῆς γῆς ὅσον ἐξαρκεῖ ἐντεθάφθαι τῷ σώματι.'

  'Προσωπικά, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια τι σχέδια είχε ο Αλέξανδρος ούτε και μ’ ενδιαφέρει να υποθέσω. Εκείνο όμως που μου φαίνεται ότι μπορώ να ισχυριστώ είναι ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε τίποτα μικρό ή ασήμαντο στο μυαλό του· ούτε θα έμενε ήσυχος στις περιοχές που είχε ήδη καταχτήσει, ακόμη κι αν πρόσθετε την Ευρώπη στην Ασία και τα Βρετανικά νησιά στην Ευρώπη. Πέρα και από αυτά, θα ζητούσε να βρει κάτι άγνωστο ακόμα ερίζοντας όχι με κανέναν άλλο αλλά με τον ίδιο τον εαυτό του. Υπάρχει μια ιστορία για τους φιλοσόφους των Ινδών σε σχέση με τα παραπάνω και για την οποία τους επαινώ. Λένε ότι ο Αλέξανδρος τους βρήκε να κάθονται στο ύπαιθρο, σ’ ένα λιβάδι που ήταν η μόνιμη κατοικία τους και ότι, όταν αντίκρισαν τον ίδιο και τη στρατιά του, άλλο δεν έκαναν από το να χτυπούν με τα πόδια τους τη γη που πατούσαν. Όταν ο Αλέξανδρος έβαλε διερμηνείς να τους ρωτήσουν τι σημαίνει αυτό που κάνουν, εκείνοι απάντησαν: «Βασιλιά Αλέξανδρε, κανένας δεν κατέχει μεγαλύτερο κομμάτι γης από αυτό που πάνω του πατάμε. Και συ που είσαι άνθρωπος με τις ίδιες ιδιότητες των άλλων, εκτός από την πολυπραγμοσύνη και την υπερηφάνεια σου, κατέκτησες τόση γη μακριά από την πατρίδα σου και τη μοίρασες και σε άλλους για να τη διοικούν. Κι όμως, σε λίγο θα πεθάνεις και θα έχεις δική σου τόση γη όση αρκεί για να ταφεί το σώμα σου».'


Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Βιβλίο έβδομο, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος