'Τώρα ποιός; Τώρα ποῦ; Τώρα πότε; Χωρὶς νὰ τὸ ψάχνω. Ἐγὼ, νὰ λέω ἐγώ. Χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶ. Νὰ τὰ λέω ἐρωτήσεις, ὑποθέσεις. Νὰ προχωράω μπροστά, νὰ τὸ λέω προχωράω, νὰ τὸ λέω μπροστά. Λὲς νά ’γινε καὶ κάποια μέρα, ἐντάξει πῆρε μπρός, νά ’μεινα μέσα, ποῦ μέσα, ἀντὶ νᾶ βγὼ ἔξω, ὅπως ἔκανα πάντα, νὰ περάσω μέρα καὶ νύχτα ὅσο γίνονταν πιὸ μακριά, δὲν ἦταν μακριά. Κάπως ἔτσι μπορεῖ ν’ ἄρχισε.'

  'Ναι, στη ζωή μου, αφού πρέπει να τη λέω έτσι, υπήρχαν τρία πράγματα, η ανικανότητα να μιλήσω, η ανικανότητα να σωπάσω, και η μοναξιά, μ’ αυτά έπρεπε να τα βγάλω πέρα. Ναι, τώρα μπορώ να μιλάω για τη ζωή μου, είμαι πολύ κουρασμένος για λεπτολογήματα, αλλά δεν ξέρω αν έζησα ποτέ, ειλικρινά δεν έχω γνώμη πάνω στο θέμα. Όπως και νά ’χει, πιστεύω πως σύντομα θα σωπάσω για πάντα, παρά την απαγόρευση. Τότε, ναι, πάπαλα, έτσι απλά, σαν απλός ζωντανός, θα πεθάνω, πιστεύω πως σύντομα θα πεθάνω, ελπίζω αυτό νά ’ναι κάποια αλλαγή, Θά ’θελα να σώπαινα πριν πεθάνω, ώρες-ώρες πίστευα πως αυτό θά ’ταν η ανταμοιβή μου, η ανταμοιβή μου που μίλησα τόσο πολύ και τόσο αντρειωμένα, να μπω ζωντανός στη σιωπή, για να μπορέσω να τη χαρώ, όχι, δεν ξέρω γιατί, για να με νιώθω σιωπηλό.'

  'Τὸ οὑσιῶδες εἶναι νὰ σφαδάζεις αἰώνια στὴν ἄκρη τοῦ ἁρμιδιοῦ, ὅσο ὑπάρχουν νερά, καὶ ὄχθες, καὶ λυσσασμένος στὰ οὐράνια ἕνας θηρομανὴς θεὸς νὰ ταλανίζει τὸ δοῦλο του διὰ χειρὸς τῶν περιούσιων χαλέδων του. Ἐγὼ ἔχαψα τρία δολώματα καὶ πεινάω ἀκόμα. Ἐξ οὗ καὶ οἱ στριγγλιές.'

  'Οἱ ἄνθρωποι. Ἕνας μόνο, κι ὕστερα ἄλλοι. Ἕνας, στραμμένος πρὸς τὸν πανανίσχυρο, τὸν πανάμαθο, ποὺ τὸν καταδιώκει, κι ὕστερα ἄλλοι. Πρὸς αὐτὸν ποὺ τρέφει μὲ τὶς σάρκες του, αὐτὸς ὁ ξενηστικωμένος, καὶ ποὺ μὲν ἔχοντας τίποτα ἀνθρώπινο, δὲν ἔχει καὶ τίποτ’ ἄλλο, δὲν ἔχει τίποτα, δὲν εἶναι τίποτα. Ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο χωρὶς νὰ γεννηθεῖ, καὶ παραμένει σ’ αὐτὸν χωρὶς νὰ ζεῖ, χωρὶς ἐλπίδα νὰ πεθάνει, ὀμφαλὸς τῆς λύπης, τῆς χαρᾶς, τῆς ἠρεμίας. Ποὺ ὄντας τὸ πιὸ στάσιμο ἀπόχτημα, περνάει γιὰ τὸ πιὸ ἀληθινό. Ὁ ἔξω ἀπ’ τὴ ζωὴ ποὺ ποτέ μας δὲν παύουμε νὰ ’μαστε ἐντέλει ὥς τὸ τέλος τῆς ἀτέλειωτης μάταιης ζωῆς μας. Ποὺ δὲ γλυτώνει ἀπὸ τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ μιλήσει, τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ σκεφτεῖ, νὰ μάθει τί εἶναι, τί ἦταν, στὸ τρελὸ ἐκεῖνο ὄνειρο, ἐκεῖ πάνω, κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τ’ οὐρανοῦ, στὶς νυχτερινές του ἐξορμήσεις. Ὁ ποὺ ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ σωπαίνει, ποὺ ἀγνοεῖ τὴ σιωπή του καὶ σωπαίνει, ποὺ δὲν κατάφερε νὰ ὑπάρξει κι ἐγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Ποὺ στριμώχνεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνωρίζουν σ’ αὐτὸν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοῦ στέλνουν πίσω ἀπαράλλαχτη τὴ δικιά του αἰώνια γκριμάτσα. Εὐχαριστῶ γι’ αὐτὰ τὰ βασικὰ στοιχεῖα. Αὐτὸς ποὺ ἀναζητᾶ τὸ ἀληθινό του πρόσωπο, ἄς μὴν ἀπελπίζεται, θὰ τὸ βρεῖ, συσπασμένο ἀπ’ τὴν ἀγωνία, μὲ τὰ μάτια πεταγμένα ἔξω. Αὐτὸς ποὺ λαχταράει νά ’χε ζήσει, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε, ἄς μὴν ἀγωνιᾶ, ἡ ζωὴ θὰ τοῦ πεῖ πῶς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια πολὺ παρήγορα.'

  'Αὐτὸς ὁ χρόνος ποὺ τρέχει, ποὺ καλπάζει, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ βρισκόταν σὲ λήθαργο. Κι αὐτὴ ἡ σιωπή, ποὺ μέσα της ὠρύονται καὶ ποὺ μιὰ μέρα θ’ ἀποκατασταθεῖ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλλοτινή. Ἴσως λιγάκι φθαρμένη άπ’ τὴ χρήση.'

  '[...] λέξεις, εἶμαι ὅλες τοῦτες οἱ λέξεις, ὅλες τοῦτες οἱ ἄγνωστες, ὅλος τοῦτος ὁ μπουχός ἀπὸ λέξεις, χωρὶς ἔδαφος νὰ κατακάτσει, χωρὶς οὐρανὸ νὰ διαλυθεῖ, ποὺ κολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, ξεκολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, πὼς ἐγὼ εἶμαι αὐτές, κι αὺτὲς ποὺ ἑνώνονται, κι αὐτὲς ποὺ χωρίζονται, κι αὺτὲς ποὺ δὲ γνωρίζονται, αὺτὲς καὶ τίποτ’ ἄλλο, ὄχι, ἐντελῶς ἄλλο, πὼς εἴμαι κάτι ἐντελῶς ἄλλο, κάτι βουβό, σ’ ἔνα μέρος ἄγριο, ἄδειο, κλειστό, μαύρο, ξερό, παγωμένο, ὄπου τίποτα ποτέ δὲ σαλεύει, τίποτα ποτέ δὲ μιλάει, καὶ πὼς ἀκούω, καὶ πὼς ψάχνω, σὰ θηρίο σὲ κλουβὶ γεννημένο ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβί ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα σὲ κλουβί πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα, σὰ θηρίο μὲ μιὰ λέξη, δική τους λέξη, σὰν τέτοιο θηρίο, καὶ πὼς ψάχνω, σὰν τέτοιο θηρίο, μὲ τὶς φτωχές μου δυνάμεις, τέτοιο θηρίο, μὲ μόνα ἀπομεινάρια ἀπ’ τὰ γνωρίσματα τοῦ εἴδους του τὸ φόβο καὶ τὴ λύσσα, ὄχι, ἡ λύσσα πέρασε, μόνο τὸ φόβο, ἀπ’ ὅλα ὅσα τοῦ ’πρεπαν μόνο τὸ φόβο, πολλαπλασιασμένο, τὸ φόβο τῆς σκιᾶς του, ὄχι, εἶναι τυφλό, γεννημένο τυφλό, τοῦ ἤχου ἄν θέλετε, αὐτὸ λοιπὸν, εἶναι ἀπαραίτητο, εἶναι ἀπαραίτητο κάτι, εἶναι κρίμα, ὰλλὰ ἔτσι εἶναι [...]'


Σάμουελ Μπέκετ, Ο Ακατονόμαστος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον

  'Και στο λυκόφωτο, ενώ τ’ αστέρια βγαίνανε ένα-ένα και το φεγγάρι έλουζε το βάλτο μ’ ένα φως σαν κείνο που ένα παιδί βλέπει να τρεμοπαίζει στο πάτωμα όταν το νανουρίζουν να κοιμηθεί τα βράδια, ένας πολύ γερασμένος άντρας ντυμένος με κουρελιασμένη προρφύρα και στεφανωμένος με μαραμένα κληματόφυλλα βάδισε προς τις θανατερές κινούμενες άμμους, κοιτάζοντας ίσια μπροστά σαν να αντίκριζε εκεί τους χρυσαφένιους θόλους μιας μαγευτικής πόλης όπου τα όνειρα γίνονται κατανοητά. Εκείνη τη νύχτα κάτι απ’ τη νιότη και την ομορφιά πέθανε στον παλιό κόσμο.'

Χ. Φ. Λάβκραφτ, από το διήγημα 'Η Αναζήτηση του Ίρανον', Η Αναζήτηση του Ίρανον και Άλλες Ίστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Frame grab from Justin Kelly’s King Cobra (2016)



    Ioannis Tsirkas’ sound design for the two minutes length short film which he created using parts of Seouls (d.Thierry Knauff and Olivier Smolders, Belgium, 1989) is not just in harmony with the obvious requirements of the moving images, but also gives him a cause for reflection on them. What we see is some autistic children in the mostly closeted chambers of an asylum using their bodies and their environment to create sounds. Tsirkas seems to perceive their actions as a desperate effort against stagnation, silence, the absence of time and childhood, against death at last.
    Therefore he chooses to accompany their images with repeated, monotonous and even disturbing sounds. When the image doesn’t give reasons or call for sound action, he leaves the silence of an interior space as the only ground. In the final scenes he doesn’t hesitate to break this by keeping the sound of the previous ones intervening to the possible narrative [1]. The absence of dramatic evolution reflects to the absence of the evolution of the accompaniment of sounds. Tsirkas seems to be interested in the expression of the primary emotions of the characters refusing any proximity between them and the audience. Nothing seems to reach a completeness, but the message is not indispensably pessimistic.
    It is worth mentioning that although we can hear the sounds that they force we do not listen to their breaths [2]. This may sets up a claim of a possible consideration of the children as manes who through the causing of sounds try to implement the phenomenon of their presence, to live or just to be. Tsirkas through a conscious minimalistic way exalts their sounds as the third dimension of their images which connects them with the passiveness of the audience.


[1] This is happening again (in the scene with the music toy and the next one with the kid who plays with it) in a more remarkable way where he uses continuous sound to amalgamate two separate in time events.
[2] Although this could be justified by the text of the images.