'[...] είχε επανέλθει στην κενότητα της ύπαρξης, δίχως ν’ αναρωτιέται και χωρίς να νιώθει καμία έκπληξη. Είχε αποδεχτεί την επαναφορά του, καθώς κι εκείνη των προγόνων του, με τον τρόπο που κάποιος δέχεται τις ταπεινώσεις και τους παραλογισμούς ενός ονείρου. Ήξερε ότι είχε επιστρέψει σ’ έναν ήλιο που έσβηνε, σ’ έναν κενό και φασματικό κόσμο, σε μια ταξη πραγμάτων στην οποία η θέση του ήταν απλώς εκείνη μιας υπάκουης σκιάς. Και ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, ύστερα από πολλές μέρες, μια αδύναμη σπίθα ξύπνησε στο θολερό λυκόφως του νου του.'

*

   'Σε φοινικοειδείς κορμούς, κάτω από θυσανοειδή φυλλώματα, κρέμονταν σε αρμαθιές τα κεφάλια ευνούχων, σαν πελώρια μαύρα σταφύλια. Ένα γυμνό και άφυλλο αναρριχητικό ήταν ανθισμένο με τα αυτιά αμελών ανακτορικών φρουρών. Κακόμορφοι κάκτοι καρποφορούσαν με τα στήθη γυναικών ή ήταν στολισμένοι με μαλλιά τους. Ολόκληρα ανθρώπινα μέλη ή κορμοί είχαν συνενωθεί με τερατώδη δέντρα. Μερικά από τα πελώρια σαν πιατέλες άνθη έφεραν πάλλουσες ανθρώπινες καρδιές, ενώ μικρότερα λουλούδια είχαν στο κέντρο τους μάτια που συνέχιζαν ν’ ανοιγοκλείνουν ανάμεσα στα βλέφαρά τους. Και υπήρχαν κι άλλα μοσχεύματα, πολύ χυδαία ή αποκρουστικά για να περιγραφούν.'

*

   '[...] ο Θάνατος πέταξε γοργά, ορατός μόνον σ’ εκείνους που άγγιζε, αλλά κατά τ’ άλλα αθέατος και άπιαστος.'



Κλαρκ Άστον Σμιθ, από τα διηγήματα 'Η Αυτοκρατορεία των Νεκρομάντεων', 'Ο Κήπος της Αντόμφα' και 'Το Νησί των Βασανιστών' κατά σειρά της συλλογής Ιστορίες από τη Ζοθίκ, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Squelettes dans un bureau (1944) - Paul Delvaux

  'Τί σημαίνει «ἀθωότητα»; Ὅταν ὁ Νίτσε καταγγέλει τήν ἀξιοθρήνητη μανία μας νά κατηγοροῦμε, νά ἀναζητοῦμε τούς ἐνόχους ἔξω ἀπό ἐμᾶς, ἤ ἀκόμη καί σέ ἐμᾶς, στηρίζει τήν κριτική του σέ πέντε λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι «τίποτα δέν ὑπάρχει ἔξω ἀπό τό ὅλον». Ὅμως, ὁ τελευταῖος, καί θεμελιωδέστερος, εἶναι ὅτι «δέν ὑπάρχει τό ὅλον»: «Πρέπει νά θρυμματισουμε τό σύμπαν, νά χάσουμε τό σέβας τοῦ ὅλου». Ἡ ἀθωότητα εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ πολλαπλοῦ. Πηγάζει μέ ἄμμεσο τρόπο ἀπό τίς ἀρχές τῆς φιλοσοφίας τῆς δύναμης καί τῆς βούλησης. Κάθε πράγμα ἀναφέρεται σέ μία δύναμη ἱκανή νά τό ἑρμηνεύσει. Κάθε δύναμη ἀναφέρεται σέ ὅ,τι μπορεῖ νά κάνει, ἀπό τό ὁποῖο εἶναι ἀχώριστη. Αὐτός ἀκριβῶς ὁ τρόπος νά ἀναφέρεται, νά ἐπιβεβαιώνει καί νά ἐπιβεβαιώνεται, εἶναι ἰδιαίτερα ἀθῶος. Ὅ,τι δέν ἀφήνεται νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό μία δύναμη, οὔτε νά ἀξιολογηθεῖ ἀπό μία βούληση, ἀπαιτεῖ μία ἄλλη βούληση ἱκανή νά τό άξιολογήσει, μία ἄλλη δύναμη ἱκανή νά τό ἑρμηνεύσει. Ὅμως, ἐμεῖς προτιμοῦμε νά διασώσουμε τήν ἑρμηνεία πού ἀντιστοιχεῖ στίς δυνάμεις μας, καί νά ἀρνηθοῦμε τό πράγμα πού δέν ἀντιστοιχεῖ στήν ἑρμηνεία μας. Κατασκευάζουμε γιά τόν ἑαυτό μας μια χονδροειδή ἀναπαράσταση γιά τή δύναμη καί τή βούληση: χωρίζουμε τή δύναμη ἀπό αὐτό πού μπορεῖ, τοποθετώντας την μέσα μας ὡς «ἔχουσα ἀξία», διότι ἀπέχει ἀπό ὅ,τι δέν μπορεῖ, ἀλλά ὡς «ἔνοχη» στό πράγμα ὅπου ἐκδηλώνει σαφῶς τήν ἰσχύ πού διαθέτει. Διχάζουμε τή βούληση, ἐφευρίσκουμε ἕνα ὑποκείμενο οὐδέτερο, προικισμένο μέ ἐλεύθερη βούληση, στό ὁποῖο παρέχουμε τήν ἐξουσία νά δρᾶ καί νά αὐτοσυγκρατεῖται. Αὐτή εἶναι ἡ κατάστασή μας σέ σχέση μέ τήν ὕπαρξη: δέν ἔχουμε κάν ἀναγνωρίσει τήν ἱκανή νά ἀξιολογήσει (νά «ζυγίσει») τή γῆ βούληση, οὔτε τήν ἱκανή νά ἐρμηνεύσει τήν ὕπαρξη δύναμη. Ἔτσι, ἀρνούμαστε τήν ἴδια τήν ὕπαρξη, ἀντικαθιστούμε τήν ἑρμηνεία μέ τήν ὑποτίμηση, ἐπινοοῦμε τήν ὑποτίμηση ὡς τρόπο ἑρμηνείας καί ἀξιολόγησης.'

  '[...] ἡ ὕπαρξη δέν ἔχει τίποτα τό ὑπεύθυνο, οὔτε καί τό ἔνοχο. «Ὁ Ἡράκλειτος ἔφθασε ὥς τήν κραυγή: ὁ πόλεμος τῶν ἀναρίθμητων ὄντων δέν εἶναι παρά καθαρή δικαιοσύνη! Καί ἄλλωστε τό ἕν εἶναι τό πολλαπλό». Ἡ συστοιχία τοῦ πολλαπλοῦ καί τοῦ ἑνός, τοῦ γίγνεσθαι καί τοῦ εἶναι, διαμορφώνει ἕνα παιχνίδι. Ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ γίγνεσθαι, ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ εἶναι τoῦ γίγνεσθαι εἶναι οἱ δύο χρόνοι ἑνός παιχνιδιοῦ, πού συντίθεται μέ ἕναν τρίτο ὅρο, τόν παίκτη, τόν καλλιτέχνη ἤ τό παιδί. Ὁ παίκτης-καλλιτέχνης-παιδί, ὁ Ζεύς-παιδί: ὁ Διόνυσος, πού ὁ μύθος μᾶς τόν παρουσιάζει περιτρυγιρισμένο ἀπό τά θεικά του παιχνίδια. Ὁ παίκτης ἀφήνεται πρόσκαιρα στή ζωή, καί πρόσκαιρα καρφώνει τή ματιά τoυ πάνω της. Ὁ καλλιτέχνης τοποθετεῖται πρόσκαιρα μέσα στο ἔργο του, καί πρόσκαιρα πάνω ἀπό τό ἔργο του. Τό παιδί παιζει, ἀποσύρεται ἀπό τό παιχνίδι, καί ἐπιστρέφει σ’ αὐτό. Ὅμως, αὐτό τό παιχνίδι τοῦ γίγνεσθαι εἶναι, ἄλλωστε, τό εἶναι τοῦ γίγνεσθαι πού τό παίζει μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του: ὁ Αἰών, λέει ὁ Ἡράκλειτος, εἶναι ἔνα παιδί πού παίζει, πού παίζει μέ τίς ἀμάδες. Τό εἶναι τοῦ γίγνεσθαι, ἡ αἰώνια ἐπιστροφή, εἶναι ὁ δεύτερος χρόνος τοῦ παιχνιδιοῦ, ὅμως εἶναι, ἐπίσης, ὁ τρίτος -ταυτόσημος μέ τούς δύο χρόνους- ὅρος, καί ὁ ὁποῖος ἰσχύει γιά τό σύνολο. Διότι ἡ αἰώνια ἐπιστροφή εἶναι ἡ διακριτή ἐπιστροφή τῆς μετάβασης καί ἡ ἐπιστροφή τῆς δράσης: ταυτόχρονα στιγμή καί κύκλος τοῦ χρόνου. Πρέπει νά κατανοήσουμε τό μυστικό τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἡράκλειτου: στήν Ὕβριν ἀντιπαραθέτει τό ἔνστικτο τοῦ παιχνιδιοῦ. «Δέν εἶναι κάποια ἔνοχη ἀλαζονεία, ἀλλά τό ἀδιάκοπα ἀφυπνιζόμενο ἔνστικτο τοῦ παιχνιδιοῦ πού φέρνει στό φῶς νέους κόσμους». Ὄχι θεοδικία, ἀλλά κοσμοδικία. Ὄχι ἕνα ἄθροισμα ἀδικιών πρός ἐξιλέωση, ἀλλά ἡ δικαιοσύνη ὡς νόμος αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὄχι ἡ Ὕβρις, ἀλλά τό παιχνίδι, ἡ ἀθωότητα. «Αὐτή ἡ ἐπικίνδυνη λέξη, ἡ Ὕβρις, εὶναι ἡ λυδία λίθος κάθε μαθητῆ τοῦ Ἠράκλειτου. Σ' αὐτό μπορεῖ νά δείξει ἄν κατανόησε ἤ παρανόησε τόν δάσκαλό του».'


Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία, μτφρ. Γιώργος Σπανός, εκδ. Πλέθρον

Κάτω ἀπ’ τό κάθε τι ἡ Ἐθνικότητα·
Πίστη σ’ αὐτήν ὀμνύω, κι ἄς εἶναι τοῦτο εὐσέβεια ἤ ἄς μήν εἴναι.
Ὀρκίζομαι: ἄλλο δέ μέ μαγεύει ὅσο αὐτή.
Ἄνδρες, γυναῖκες, πόλεις, ἔθνη ὀμορφαίνουνε μέσα ἀπ’ αὐτήν.

Κάτω ἀπ’ τό κάθε τι ἡ Ἔκφραση τῆς ἀγάπης γι’ ἄνδρες καί γυναῖκες,
(Ὁρκίζομαι· ἔχω πολλούς γνωρίσει τρόπους ἔκφρασης ἀγάπης γι’ ἄνδρες καί γυναῖκες, ἄτονους
          τρόπους, χαλαρούς,
Ἀλλ’ ἀπό σήμερα διαλέγω τούς δικούς μου τρόπους γιά νά ἐκφράσω τήν αγάπη σ’ ἄνδρες καί
          γυναίκες.)

Ὁρκίζομαι πώς θά κρατήσω μέσα μου κάθε ἀρετή ἐτούτης τῆς φυλῆς
(Πεῖτε ὅ,τι θέλετε, ἄξιος αὐτῶν τῶν Πολιτειῶν εἶναι μονάχα ἐκεῖνος πού οἱ τρόποι του ταιριάζουν μέ
          τήν τόλμη καί τή μεγαλειώδη δίνη τῆς Ἀμερικῆς.)

Κάτω ἀπ’ αὐτό ἡ Φύση, τά πράγματα, τά πνεύματα, ἡ ίδιοκτησία κι οἱ κυβερνήσεις μᾶς διδάσκουν,
          τ’ ὁρκίζομαι, διακρίνω ἄλλα διδάγματα,
Κάτω ἀπ’ τό κάθε τι γιά μένα ὑπάρχω ἐγώ, γιά σένα ἐσύ (τό ἴδιο παλιό μονότονο τραγούδι.)


Ουόλτ Ουίτμαν, Στη Γαλάζια Όχθη της Οντάριο, μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον

What about Monk?

Now mysteriously retired, after more than 3 decades of activity, Monk was the searchlight (beacon) for the bebop revolution. His house and piano were headquarters for the bebop revolution. His house and piano were headquarters for Bird, Diz, Bud, Klook, and all the others, including later disciples like Randy Weston, Coltrane, even myself.
   Born and raised in New York, all of Monκ’s music is about the city and its varied people and situations. The school of Ellington: Harlem, Broadway, Lucky Millinder, Cootie Williams, Coleman Hawkins, countless others, the influence of Tatum, school of Fats Waller, James P. Johnson, way back to early roots, all intact and growing with each experience.
   Small groups, big bands, dancers, singers, shows, solos, information for a developing talent. Monk has always gone his own way, and always knew what was going on.
   Some characteristics: mathematics, acoustic sensibility, the ability to see where the music is. Perfect swing, power and concentration. An unparalleled grasp of the "mise en place," and total control of the timeseat in the rhythm section space, at home within (inside) the beat.
   Thelonious had the necessary means to carve space, using certain plastic discoveries, painstakingly worked out over a long period of time, on the piano. This music was elaborated and shaped into certain working structures, so as to have something to play, something to play on. These pieces were deliberately made, so as to "trip-up" advanced players into extending their musical capabilities and venturing into new territories. Anyone who ever worked with Monk learned a great deal, and improved their musicianship, taste, and imagination.
   I saw this happen with John Coltrane, in New York (’58-59), at the Five Spot Club, in quartet with T.M. At first clumsiness, then awakening, pursuit, doubt, courage, perseverance, penetration, revelation, transcendence. The whole process gone through in 6 weeks! For me, it was unforgettable.
   Later ('60), when I worked with the quintet (Charlie Rouse, Roy Haynes, John Ore), Monk opened up new worlds to me, also on a personal, ethical and political plane. He showed me what not to do, and left the rest up to me! Years later, I began to understand. The main thing he showed me was to stick to the point, the point being, to "lift the bandstand!"

Steve Lacy
(Paris, 27 Sept. '80)


from Steve Lacy: Conversations, publisher: Duke University Press
Kokichi Umezaki’s

ΦΡΑΧΤΕΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΙΑΣ - Γκύντερ Άιχ


Τὸ δάσος πίσω ἀπ’ τὶς σκέψεις,
οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς πάνω τους
καὶ τὸ φθινόπωρο, ποὺ τὶς βάφει κίτρινες-

Ἄχ, νὰ προφέρεις φράχτες βατομουριᾶς,
νὰ ψιθυρίζεις τὶς ρώγες στ’ ἀφτί,
τὶς κόκκινες, ποὺ πέσαν στὰ βρῦα.

Τ’ ἄφτί σου δὲν τὶς άντιλαμβάνεται,
τὸ στόμα μου δὲν τὶς προφέρει,
οἱ λέξεις δὲν συγκρατοῦν τὴν παρακμή τους.

Χέρι μὲ χέρι ἀνάμεσα σ’ ἀσύλληπτες σκέψεις.
Στὴν ἀγκαθωτή συστάδα χάνεται τὸ ἴχνος.
Τὸ φεγγάρι ἀνοίγει τὸ μάτι του,
κίτρινο καὶ γιὰ πάντα.

*

ΣΤΗ ΦΥΓΗ - Νέλλυ Ζαχς


Στὴ φυγὴ
τί μεγάλη ὑποδοχὴ
καθ’ ὁδόν-

Τυλιγμένη
στὸ πανί τοῦ ἀέρα
πόδια στὴν προσευχὴ τὴς ἄμμου
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ποτὲ ἀμήν
γιατί πρέπει
ἀπ’ το πτερύγιο στὸ φτερό
καὶ συνέχεια-

Ἡ ἄρρωστη πεταλούδα
θὰ μάθει σὲ λίγο ξανὰ γιὰ τὴ θάλασσα
Αὐτὴ ἡ πέτρα
μὲ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς μύγας
μοῦ δόθηκε στὸ χέρι-

Ἀντί γιὰ πατρίδα
δέχομαι τὶς μεταμορφώσεις τοῦ κόσμου-

*

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΖΩΗ - Πάουλ Τσέλαν


Οἱ ἥλιοι τοῦ ὕπνου τοῦ ἐλαφροῦ εἶναι μπλὲ σὰν τὰ μαλλιὰ σου μιὰν ὥρα πρὶν ξημερώσει.
Φυτρώνουν κι αυτοὶ γοργὰ σὰν τὸ χόρτο πάνω ἀπὸ τάφο πουλιοῦ.
Τοὺς καλεῖ τὸ παιχνίδι, ποὺ παίζαμε κι ἐμεῖς ἡδονικὰ στὰ πλοῖα τοῦ ὀνείρου.
Στ’ ἄσπρα βράχια τοῦ χρόνου τοὺς βρίσκουν κι αὐτοὺς τὰ στιλέτα.

Οἱ ἥλιοι τοῦ λήθαργου εἶναι πιὸ μπλέ: Ἔτσι ἦταν ἡ μπούκλα σου μιὰ μόνο φορά:
Ἔμεινα σὰν ἀγέριτῆς νύχτας στὴν ἀγοραία τῆς ἀδερφῆς σου ἀγκαλιά·
τὰ μαλλιά σου κρέμονταν στὸ δέντρο ἐπάνω μας, ὅμως δὲν ἤσουν ἐκεῖ.
Εἴμασταν ὁ κόσμος κι ἤσουν ὁ θάμνος πρὸ τῶν πυλῶν.

Οἱ ἥλιοι τοῦ θανάτου εὶναι ἄσπροι σὰν τὰ μαλλιὰ τοῦ παιδιοῦ μας:
ἦρθε μαζὶ μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν ἔστησες μιὰ σκηνὴ στοὺς  ἀμμόλοφους.
Κράτησε τὸ μαχαίρι τῆς εὐτυχίας ἐπανω μας μὲ μάτια σβησμένα.



από την ανθολογία Σύγχρονη Γερμανόφωνη Ποίηση, μφτρ. Αντώνης Τριφύλλης, εκδ. Γαβριηλίδης
Αφιέρωμα αφιέρωμα στον Ζορζ Μπατάιγ Ζωρζ Georges Bataille
|


   'Ἄλλωστε, οἱ τελματὠδεις περιοχὲς τοῦ κώλου -μὲ τὶς ὁποῖες μοιάζουν μόνον οϊ μέρες ποὺ φουσκώνουν καὶ πλημμυρίζουν τὰ νερὰ καὶ ξεσποῦν καταιγίδες ἤ κι οἱ ἀποπνικτικὲς ἀναθυμιάσεις τῶν ἡφαιστείων, καὶ οἱ ὁποῖες δὲν ἀφυπνίζονται παρὰ μόνον ὅταν πρόκειται νὰ φέρουν, ὅπως οἱ καταιγίδες καὶ τὰ ἡφαίστεια, κάτι ἀπ’ τὴν καταστροφὴ ἤ ἀπ’ τὴ συμφορά-, αὐτὲς οἱ ἀπελπιστικὲς περιοχὲς ποὺ ἡ Σιμόν, μὲ μιὰ ἐγκατάλειψη ποὺ μόνο βαναυσότητες προμηνοῦσε, μ’ ἄφηνε νὰ τὶς κοιτάζω σὰν υπνωτισμένος, δὲν ἦταν πιὰ γιὰ μένα παρὰ ἡ πλουτώνεια κι ἀπύθμενη αὐτοκρατορία μιᾶς Μαρσέλλ ποὺ τραβοῦσε τὰ μαρτύρια τοῦ Χριστοῦ μὲς στὴ φυλακή της καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει ἀπ’ τοὺς ἐφιάλτες. Μάλιστα, τὸ μόνο πράγμα ποὺ καταλάβαινα ἦταν σὲ ποιό σημεῖο ὁ ὀργασμὸς λεηλατοῦσε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ τοὺς λυγμούς του διέκοπταν φρικιαστικές κραυγές.'

   'Στάθηκα ἀπότομα ξέπνοος. Εἶχα φτάσει στὶς τσουκνίδες ὅπου εἶχε λίγο πρὶν ἐξαφανιστεῑ ἡ σκιά. Τὸ πιστόλι μ’ εἶχε φέρει σὲ παροξυσμὸ κι ἄρχισα νὰ κοιτάζω ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές. Καὶ ξάφνου, μοῦ φάνηκε πὼς ὁλόκληρη ἡ πραγματικότητα σχίστηκε στὰ δυό: ἕνα σαλιωμένο χέρι εἶχε γραπώσει τὸ πέος μου κι ἄρχισε νὰ μοῦ τὸ παίζει μὲ πυρετώδεις κινήσεις, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἔνιωσα ἕνα ἀφρισμένο καὶ φλογερὸ φιλὶ στὴ ρίζα τοῦ κώλου μου, καὶ τὰ γυμνὰ βυζιά, τὰ γυμνὰ μπούτια μιᾶς γυναίκας νὰ κολλοῦν στὰ μπούτια μου μ’ ἕνα σπασμὸ ὀργασμοῦ. Μόλις ποὺ πρόλαβα νὰ γυρίσω καὶ νὰ ξεράσω τὸ σπέρμα μου στὸ πρόσωπο τῆς λατρευτῆς μου Σιμόν. Κρατώντας τὸ πιστόλι στὸ χέρι, ἔνιωσα ἕνα ρίγος ποὺ ἡ ἔντασή του ἦταν τόση ὅση καὶ τῆς ἀνεμοθύελλας, τὰ δόντια μου χτυποῦσαν, τὰ χείλια μου εἶχαν γεμίσει ἀφρούς, συστρέφοντας τὰ χέρια ἔσφιξα σπασμωδικὰ τὸ πιστόλι μου καί, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, τράβηξα πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ πύργου τρεῖς τρομαχτικὲς κι ἄστοχες πιστολιές.'

   'Ὁ ἀέρας εἶχε πέσει λίγο, κι ἐπειδὴ ξεπρόβαλε ἕνα κομμάτι τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ, ἔκανα τὴ σκέψη πώς, μιὰ κι ὁ θάνατος ἦταν ἡ μόνη διέξοδος στὴ στύση μου, ἄν ἡ Σιμὸν κι ἐγὼ σκοτωνόμασταν, τὴ θέση τοῦ σύμπαντος τοῦ δικοῦ μας προσωπικοῦ ὁράματος, ποὺ ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε νὰ τ’ ἀντέξουμε, θὰ τὴν ἔπαιρναν ἀναγκαστικὰ τὰ καθαρὰ ἄστρα ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὰ ἐξωτερικὰ βλέμματα καὶ ποὺ θὰ πραγματοποιοῦσαν ἐν ψυχρῷ, χωρὶς τὶς καθυστερήσεις καὶ τῖς ὑπεκφυγὲς τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸ ποὺ ἐμένα μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι ἡ κατάληξη τῶν σεξουαλικῶν μου καταχρήσεων, δηλαδὴ μιὰ πυράκτωση γεωμετρικὴ (πού, ἐκτὸς τῶν ἅλλων, εἶναι καὶ σημεῖο σύμπτωσης τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μηδενὸς) κι ἀπόλυτα ἀστραποβόλα.'

   'Ἡ Σιμὸν ἦταν πράγματι ἀνίκανη νὰ συλλάβει τί εἲν’ ὁ θάνατος, μὲ τὸν τρόπο ποὺ συνήθως τὸν ἀντιμετωπίζουμε, γι’ αὐτὸ τὴν εἶχε πιάσει ἀγωνία κι εἶχε φρενιάσει, δὲν ἔνιωθε ὅμως κανένα σεβασμό. Ἔτσι ἀπομονωμένοι ὅπως ἤμασταν, ἡ Μαρσὲλλ ἦταν σὲ τέτοιο βαθμὸ δικιά μας, ὥστε δὲν εἴδαμε πὼς ἦταν κι αὐτὴ σὰν ὅλους τους πεθαμένους. Τίποτ’ ἀπ’ ὂλ’ αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κλειστεῖ στὰ ὅρια τοῦ κοινοῦ μέτρου, κι οἱ ἀλληλοσυγκρουόμενες παρορμήσεις πού μας κυβερνοῦσαν ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς καὶ μᾶς ἔκαναν ὅ,τι ἤθελαν, ἐκμηδενίζονταν ἀφήνοντάς μας τυφλοὺς καί, κατὰ κάποιο τρόπο, σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἀγγίζαμε, σ’ ἕναν κόσμο ὅπου οἱ χειρονομίες δὲν ἔχουν κανένα ἀντίκρισμα, σὰ φωνὲς μέσα σ’ ἕνα χῶρο ὅπου δὲν μπορεῖ ν’ ἀκουστεῖ κανένας ἀπολύτως ἦχος.'


Η Ιστορία του Ματιού, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα

* * *


  'Ἡ ἀποῦσα καὶ ἀδρανῆς κοπέλλα ποὺ εἶναι στὴν ἀγκαλιά μου χωρὶς νὰ ὀνειρεύεται, δέ μου εἶναι περισσότερο ξένη ἀπὸ τὴν πόρτα ἢ τὸ παράθυρο ποὺ ἀπὸ τὸ ἄνοιγμά τους μπορῶ νὰ κοιτάξω ἢ νὰ περάσω.
   Ξαναβρίσκω τὴν ἀδιαφορία (ποὺ τῆς ἐπιτρέπει νὰ μὲ παρατήσει) ὅταν ἀποκοιμιέμαι ἀπὸ ἀνικανότητα νὰ ἀγαπήσω αὐτὸ ποὺ συμβαίνει.
   Τῆς εἶναι ἀδύνατο νὰ γνωρίζει ποιὸν ξαναβρίσκει ὅταν τὴ σφίγγω στὴν ἀγκαλιά μου γιατί πραγματώνει πεισματικὰ μίαν ὁλόκληρη λήθη.
   Τὰ πλανητικὰ συστήματα ποὺ περιστρέφονται μέσα στὸ διάστημα σὰν ταχεῖς δίσκοι καὶ ποὺ τὸ κέντρο τοὺς μετατοπίζεται ἐξίσου διαγράφοντας ἕναν ἀπείρως μεγαλύτερο κύκλο, δὲν ἀπομακρύνονται συνέχεια ἀπ’ τὴ θέση τοὺς παρὰ γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν σ’ αὐτὴ ἔχοντας διανύσει τὴν τροχιά τους.
   Ἡ κίνηση εἶναι τὸ σχῆμα τοῦ ἔρωτα ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ σταματήσει σὲ ἕνα ἐπιμέρους ὂν καὶ περνάει ὁλοταχῶς ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο.
   Ἀλλὰ ἡ λήθη ποὺ ἔτσι τὸν δεσμεύει δὲν εἶναι παρὰ μία ὑπεκφυγὴ τῆς μνήμης.'

  'Τὸ τέλμα εἶναι ἡ πιὸ ἁπλὴ εἰκόνα τῆς ὀργανικῆς ζωῆς ἑνωμένη μὲ τὴν περιφορά.
   Ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς θάλασσας, ὁμοιόμορφη συνουσία τῆς γῆς μὲ τὴ σελήνη, προέρχεται ἡ πολύμορφη καὶ ὀργανικὴ συνουσία τῆς γῆς μὲ τὸν ἥλιο.
   Ἀλλὰ ἡ πρώτη μορφὴ τοῦ ἡλιακοῦ ἔρωτα εἶναι ἕνα σύννεφο ποὺ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο.
   Τὸ ἐρωτικὸ σύννεφο γίνεται καμιὰ φορᾶ καταιγίδα καὶ ξαναπέφτει στὴ γῆ μὲ μορφὴ βροχῆς, ἐνῶ ὁ κεραυνὸς σκίζει τὰ στρώματα τῆς ἀτμόσφαιρας.
   Ἡ βροχὴ ἀνορθώνεται ἀμέσως μὲ μορφὴ ἀκίνητων φυτῶν.'


Ηλιακός Πρωκτός, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Νεφέλη

* * *


  'Στο μέτρο που η συνολική κίνηση μειώνεται σε ένταση, οι ατομικές κινήσεις και προπάντων οι λειτουργικές κινήσεις αυξάνονται και αποσυνδέονται όλο και πιο πολύ από τη συνολική κίνηση. Είναι δύσκολο, αναμφίβολα, να φανταστούμε ως φαινόμενο παρακμής μια αυξανόμενη ένταση των ατομικών κινήσεων. Ωστόσο η αυξανόμενη ένταση των λειτουργικών κινήσεων που είναι εξ ορισμού δούλειες, εξ ορισμού εξαρτημένες, είναι πολύ σοβαρότερη. Κι αυτό σημαίνει ότι η χρησιμότητα υπερισχύει της ύπαρξης, ότι η ύπαρξη σιγά σιγά  υποτάσσεται και υποδουλώνεται.'

  'Η εργασία έχει, σ’ ένα ορισμένο μέτρο, τη δυνατότητα να στερεί την ανθρώπινη ύπαρξη από τη μέριμνα του πεπρωμένου, του θανάτου, της τραγωδίας. Από την άλλη, η απουσία μέριμνας για το τραγικό γεννά το γέλιο. Και πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ το εξής: τα τραγικά στοιχεία της ζωής δεν χάθηκαν, αλλά έπαψαν να είναι κάτι που οι άνθρωποι το βιώνουν εν κοινώ, κάτι που το υποφέρουν σε γιορτές θυσίας και θανάτου, κάτι που το καθιστούν αρχή εξύμνησης. Στην κατάθλιψη που χαρακτηριστικά συνδέεται με τη συνηθισμένη εργασία αυτά τα στοιχεία απομακρύνονται πολύ προσωρινά, όμως, άπαξ και παρεισφρήσουν στην πραγματική ύπαρξη, αυτή η ύπαρξη είναι περισσότερο αφοπλισμένη από ποτέ άλλοτε απέναντί τους. Ωστόσο, η γενική αναισθησία, η απουσία έντονης κεντρικής κίνησης αντισταθμίζεται από την περιφερειακή κίνηση που αποτελεί το γέλιο. Η αναπαράσταση εν κοινώ των τραγικών στοιχείων είναι που συναθροίζει, ενώ το γέλιο συνδέεται με μια διασπορά. Η τραγωδία κατάφερε να επέλθει στο κέντρο της ύπαρξης μια βαριά ρωγμή. Προσέδιδε στις ανθρώπινες σχέσεις που διαμορφώνονταν ένα είδος εξυμνούμενης βαρύτητας. Το γέλιο καθιστά άμεσες τις ανθρώπινες σχέσεις, τους στερεί κάθε απόθεμα. Έτσι, διαμορφώθηκε η σημερινή κοινωνία, μέσα στην οποία το κυρίαρχο γεγονός έγινε η εργασία, έτσι όπως αυτή σφετερίστηκε τη θέση της βαθιάς ύπαρξης, έτσι όπως αυτή χρησιμεύει ως αναισθητικό, έτσι όπως αυτή εισάγει ανταποδοτικά ανθρώπινες σχέσεις κενές και χωρίς απόθεμα, καρυκεύοντάς τες με ηδονές δίχως ένταση.'



Η Ιερή Κοινωνιολογία του Σύγχρονου Κόσμου, μτφρ. Νίκος Ηλιάδης, εκδ. Κέδρος

 * * *
 

'ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝ’ ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ. Η ΝΕΚΡΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΒΓΕΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ. ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ -ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΜΙΑ ΣΙΩΠΗ ΤΑΦΟΥ- ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΚΟΥΡΝΙΑΣΜΕΝΗ ΚΑΤΙ ΤΡΟΜΕΡΟ - ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΕΛΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.'

   '[...] οἱ καθρέφτες ποὺ ἔντυναν τοὺς τοίχους, καθὼς κι αὐτoὶ ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἦταν φτιαγμένο τὸ ταβάνι, πολλαπλασίαζαν τὴ ζωώδη εἰκόνα μιᾶς συνουσίας. Μὲ τὴν παραμικρότερη κίνηση, οἱ ἐξουθενωμένες καρδιὲς μας ἔχασκαν ὁρθάνοιχτες στὸ κενό, ὅπου μᾶς ἔκαναν οἱ ἀπειράριθμοι ἀντικατοπτρισμοί μας νὰ χανόμαστε.'

   '[Ἐξηγοῦμαι: θὰ ἦταν μάταιο νὰ προσπαθήσει κανεὶς ν’ ἀποδώσει σὲ πρόθεση εἰρωνείας αὐτὸ ποὺ λέω γιὰ τὴ Μαντὰμ Ἐντουαρντά: πὼς αὐτὴ εἶν’ ο ΘΕΟΣ. Τὸ ὅτι ὁ ΘΕΟΣ εἶναι μιὰ σπιτωμένη πόρνη καὶ τρελὴ εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴ λογική. Σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶμ’ εὐτυχισμένος ποὺ γελοῦν μὲ τὴ θλίψη μου, γιατὶ μπορεῖ νὰ μὲ καταλάβει μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι ἀγιάτρευτα πληγωμένη, τόσο πληγωμένη ποὺ ποτὲ κανεὶς δὲ θέλησε νὰ τοῦ γιατρέψουν μιὰ τέτοια πληγή...· καὶ ποιός εἶν’ ὁ πληγωμένος ποὺ θὰ δεχόταν «νὰ πεθάνει» ἀπὸ μιὰ πληγὴ ἀλλιώτικη ἀπ’ αὐτή;]'

   'Ὅπως ἕνα μισοπατημένο σκουλήκι, ἄρχισε νὰ σφαδάζει ἀπὸ σπασμοὺς τοῦ ἀναπνευστικοῦ της συστήματος. Ἔσκυψα πάνω τῆς κι ἀναγκάστηκα νὰ τραβήξω τὴ δαντέλα τῆς μάσκας τὴν ὁποία μασοῦσε καὶ ξέσχιζε μὲ τὰ δόντια. Οἱ ἄτσαλες κινήσεις τῆς τὴν εἶχαν ξεγυμνώσει ὡς τὸ ἐφηβαῖο· ἡ γύμνια τῆς τώρα εἶχε τὴν ἀπουσία νοήματος ἀλλὰ καὶ τὴν περίσσεια νοήματος ποὺ ἔχει τὸ ροῦχο μίας πεθαμένης. Τὸ πιὸ παράξενο ἀπ’ ὅλα -καὶ τὸ πιὸ ἀνησυχητικὸ- ἦταν ἡ σιωπὴ στὴν ὁποία ἐξακολουθοῦσε νὰ μένει κλεισμένη ἡ Μαντὰμ Ἐντουαρντά. Δέ μου ἦταν πιὰ δυνατὸν νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὴν ὀδύνη της, κι ἄφηνα νὰ μ’ ἀπορροφήσει αὐτὴ ἡ ἀπουσία διεξόδου -αὐτὴ ἡ νύχτα τῆς καρδιᾶς ποὺ δὲν ἦταν οὔτε λιγότερο ἔρημη οὔτε λιγότερο ἐχθρικὴ ἀπ’ τὸν ἄδειο οὐρανό. Τὰ σπαρταρίσματα τοῦ κορμιοῦ της ποὺ χτυπιόταν σὰν τὸ ψάρι ἔξω ἀπ’ τὸ νερό, ἡ ποταπὴ λύσσα ποὺ ἐκδήλωνε τὸ στριμμένο πρόσωπό της, ἀποτέφρωναν τὴ ζωὴ μέσα μου καὶ τὴ θρυμμάτιζαν ἐξωθώντας τὴν μέχρι τὰ ὅρια τῆς ἀηδίας.'

   'Τεντώθηκε πάνω στὸ χέρι ποὺ τὴ βαστοῦσε, καὶ τὸ τέντωμα αὐτὸ πολλαπλασίασε τὸν ρόγχο της. Τὰ μάτια τῆς ξανάρθαν στὴ θέση τους, γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο μάλιστα ἔδωσε τὴν ἐντύπωση πὼς ἠρέμησε. Μὲ εἶδε: τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἀπ’ τὸ βλέμμα της κατάλαβα πὼς ἦταν ἕνα βλέμμα ποὺ ἐπέστρεφε ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ ἀδύνατου, καὶ στὰ ἔγκατα της εἶδα μιὰ καθήλωση ἰλιγγιώδη. Ἡ πλημμύρα ποὺ τὴν ἔκανε μούσκεμα στὴ ρίζα ξεχείλισε μὲ τὰ δάκρυά της· τὰ δάκρυα τρέξαν ἀπ’ τὰ μάτια της. Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ μάτια, ὁ ἔρωτας ἦταν νεκρός, ἀναδυόταν ἀπ’ αὐτὰ μιὰ παγωνιὰ χαραυγῆς, μιὰ διαφάνεια ὅπου διάβαζα τὸ θάνατο. Κι ὅλα ἦταν δεμένα κόμπος μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ὀνειρικὸ βλέμμα. Τὰ γυμνὰ κορμιά, τὰ δάχτυλα ποὺ ἄνοιγαν τὴ σάρκα, ἡ δική μου ἀγωνία κι ἡ ανάμνηση τοῦ ἀφροῦ στὰ χείλια, δὲν ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ μὴ συνεργοῦσε σ’ αὐτὴ τὴν τυφλὴ ὀλίσθηση μέσα στὸ θάνατο.'


Μαντάμ Εντουαρντά, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα

* * *


  'Ξεκινώντας ἀπὸ ἕναν ἀπαίσιο πόνο, καὶ ξανά, ἡ αὐθάδεια, ἡ ὁποία παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐπιμένει ὕπουλα, μεγαλώνει, στὴν ἀρχὴ ἀργά, ἔπειτα, ξαφνικά, μὲ μιὰ λάμψη, μὲ τυφλώνει καὶ μὲ ἀνυψώνει σὲ μιὰ εὐτυχία ὁλοφάνερη ἐνάντια σὲ κάθε λογική.'

  'Μέσα στὸ σκοτάδι ὑπῆρχαν στιγμὲς ποὺ ἀναζητοῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Κοιταζόμασταν στὰ μάτια μὲ φόβο. Ἤμαστε δεμένοι, ἀλλὰ δὲν εἴχαμε πλέον τὴν παραμικρὴ ἐλπίδα. Σὲ μία στροφὴ τοῦ δρόμου ἕνα κενὸ ἄνοιξε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας. Περιέργως, αὐτὸ τὸ κενὸ ἦταν τόσο ἀπέραντο ὅσο καὶ ὁ ἔναστρος οὐρανὸς πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας. Πληθώρα μικρῶν φώτων, ποὺ ὁ ἄνεμος τὰ συντάραζε, εἶχαν στερήσει μέσα στὴ νύχτα μία σιωπηλή, ἀκατανόητη γιορτή. Αὐτὰ τὰ ἀστέρια, τὰ κεριὰ ἦταν κατὰ ἑκατοντάδες ἀναμμένα στὸ χῶμα: στὸ χῶμα ὅπου στοιχίζονταν πλῆθος φωτισμένοι τάφοι. Ἔπιασα τὴν Ντοροτέα ἀπὸ τὸ μπράτσο. Ἤμαστε γοητευμένοι ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῶν νεκρικῶν ἄστρων. Ἡ Ντοροτέα μὲ πλησίασε. Μὲ φίλησε στὸ στόμα γιὰ ὤρα. Μὲ ἀγκάλιασε, μὲ ἕσφιγγε δυνατά. Ἦταν πρώτη φορᾶ, ἐδῶ καὶ καιρό, ποὺ ἐκδηλωνόταν. Βιαστική, στὴν ὀργωμένη γῆ, ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο, διανύσαμε τὰ δέκα βήματα τῶν ἐραστῶν. Ἤμαστε ἀκόμη πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους. Ἡ Ντοροτέα ἄνοιξε τὸ μαντῶ της, τὴν ξεγύμνωσα μέχρι τὸ αἰδοῖο της. Ἐκείνη ξεγύμνωσε ἐμένα. Πέσαμε στὸ μαλακὸ χῶμα καὶ διείσδυσα στὸ ὑγρὸ κορμὶ τῆς ὅπως ἕνα εὐέλικτο ἄροτρο διεισδύει στὴ γῆ. Ἡ γῆ κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ σῶμα εἶχε ἀνοίξει σὰν τάφος, ἡ γυμνὴ κοιλιὰ τής μου ἀνοίχτηκε σὰν φρεσκοσκαμμένος τάφος. Ἤμαστε ἐμβρόντητοι κάνοντας ἔρωτα πάνω ἀπὸ ἕνα ἔναστρο κοιμητήριο. Κάθε φῶς ἀνήγγειλε ἕναν σκελετὸ μέσα σὲ ἕναν τάφο καὶ ὅλα μαζὶ σχημάτιζαν ἕναν τρεμάμενο οὐρανό, τόσο ταραγμένο ὅσο καὶ οἱ κινήσεις τῶν συμπλεκόμενων σωμάτων μας. Εἶχε κρύο, τὰ χέρια μου διείσδυαν στὴ γῆ. Ξεκούμπωσα τὴν Ντοροτέα, λέρωσα τὰ ἐσώρουχά της καὶ τὸ στῆθος της μὲ τὸ νωπὸ χῶμα ποὺ εἶχε κολλήσει στὰ δάχτυλά μου. Τὰ στήθη της, ἐλευθερωμένα ἀπὸ τὰ φορέματα, ἦταν λευκὰ σὰν τὴ Σελήνη. Κάπου κάπου ἐγκατέλειπε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, μέχρι ποὺ τρέμαμε ἀπὸ τὸ κρύο. Τὰ κορμιά μας τρέμανε σὰν ὀδοντοστοιχίες ποὺ χτυπᾶνε μεταξύ τους.'


Το Γαλάζιο του Ουρανού, μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα 

* * *

 

  'Ὁ Ἐντουὰρ σωριάστηκε νεκρός.
  Ἕνα κενὸ ἔγινε μέσα της, ποὺ τὴν ἀνύψωσε σὰν ἄγγελο. Τὰ γυμνὰ στήθη τῆς ὀρθώθηκαν: ἕνα πένθιμο ρίγος τὴν ἔφερε στὴν ἐκκλησία τοῦ ὀνείρου ὅπου ἡ ἐξάντληση, ἡ σιωπὴ καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ τελεσίδικου τὴν ἀποτελείωσαν.
   Σὲ ἔκσταση ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φρίκη τοῦ σπιτιοῦ, ἡ Μαρία ἀπελπίστηκε.
   Ξαφνικὰ συνῆλθε, διασκεδάζοντας τὴν ἀπελπισία της.
   Ὁ Ἐντουὰρ πεθαίνοντας τὴν ἱκέτευσε νὰ ’ναι γυμνή.
   Ἦταν χλωμή, ἀναμαλλιασμένη, τὰ σφιχτὰ στήθη ξεπετάγονταν ἀπ’ τὸ σχισμένο φόρεμα.
   Ἡ φρίκη τὴν ἐξουσίαζε ἀπόλυτα, ὅπως ὁ δολοφόνος τὴ μαύρη νύχτα.'

  'Νὰ ζεῖς: νὰ ξαναρχίζεις αὐτὸ ποὺ δίχως νὰ τελειώνει, τελειώνει. Αὐτὸ ποὺ περιμένω, μέχρι τέλους, μέσα στὴν ταραχὴ τῆς νύχτας· αὐτὸ ποὺ περιμένω, μέχρι τέλους, μέσα στὴν ἁπλότητα τῆς μέρας…
   Ἀλλὰ γιατί νὰ προκηρύσσεται τοῦτο τὸ ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου;
   Κανενός, προφανῶς, δὲν τοῦ ζητήθηκε νὰ ὑποφέρει γι’ αὐτό!
   Ὁ θάνατος ἁπλώνει τὴ σκιά του στὴν ἡμέρα.
   Μία νεκρώσιμη καμπάνα διαπερνᾶ τὸν οὐρανό, εἶναι ὅμως χαρμόσυνη. Πεθαίνω, μὰ γελάω μὲ τὸ θάνατο.
   Μαγεύομαι μὲ αὐτὸ ποὺ συνθλίβει.
   Ἀναλογίστηκε κανεὶς πρὶν ἀπὸ μένα ὁλόκληρη τὴν ἡδονὴ τοῦ θανάτου;
   Κι ὅμως, τὸ ξέραμε, τὸ μυστικό του θανάτου εἶναι ἡ καταχρηστικὴ ἡδονὴ τῆς σάρκας· ἡδονίζομαι μὲ μία γυναίκα σημαίνει ὅ,τι, διαβλέποντας στὸ βάθος, ἡδονίζομαι μὲ τὸ θάνατό της, τὴν ἀτιμία της, τὰ κρίματά της. Ἡ γυναικεία τρυφερότητα εἶναι τὸ ὁμοίωμα, τὸ προσωπεῖο τοῦ θανάτου. Ὁ ὑπέρμετρος ἔρωτας δὲν εἶναι παρὰ τὸ μέτρο τῆς ὑποκρισίας. Ἡ εὐτυχία τοῦ θανάτου ἠδονίζει, εἶναι γιὰ μένα κάτι ὑπέρμετρο, ποὺ ζητάει νὰ στραγγαλίσει τὸ σπασμό μου. Θὰ μποροῦσα, ἂν δὲν εἶχα ζήσει μέσα στὴ βία, νὰ γνώριζα τὴν ἀνείπωτη ἡδυπάθεια; Δὲν θὰ τὴν γνωρίσω πραγματικὰ παρὰ μόνο τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πεθάνω, παράφορα…
   Περισσότερο ἀπὸ τὴ γυναίκα ποὺ παραδίδω στὴν ὑπερβολὴ τῆς ἀγωνίας καὶ τῆς παραζάλης, καλῶ τὸ θάνατο: καὶ πῶς ἀλλιῶς νὰ τὸν καλέσεις, ἂν ὄχι σιωπηλά; Καλῶ τὸ θάνατο. Ἔγραψα τὸν Νεκρό.
   Ἀρνήθηκε νὰ γράψουν στὸν τάφο τοῦ τοῦτες τὶς λέξεις: Στὸ τέλος ἀγγίζω τὴν ΑΚΡΑ ΕΥΤΥΧΙΑ. Ὁ τάφος, κι αὐτός, μία μέρα θὰ ἐξαφανιστεῖ.'


Ο Νεκρός, μτφρ. Αγγελική Πετρά, εκδ. Άγρα

* * *


  'Η τέχνη συνιστά μια μικρή ελεύθερη επικράτεια έξω από τη δράση, πληρώνοντας την ελευθερία της με την αποκήρυξη του πραγματικού κόσμου. Αυτό το τίμημα είναι βαρύ και δεν υπάρχει ούτε ένας συγγραφέας που να μην ονειρεύεται να ξαναβρεί τη χαμένη πραγματικότητα: οφείλει όμως γι’ αυτό να πληρώσει προς την αντίθετη κατεύθυνση, να αποκηρύξει την ελευθερία και να υπηρετήσει μια προπαγάνδα. Ο καλλιτέχνης, περιοριζόμενος στη μυθοπλασία, ξέρει πως δεν είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, μα το ίδιο συμβαίνει με τον προπαγανδιστή λογοτέχνη. Ο τομέας των τεχνών κατά μία έννοια ζώνει από κάθε μεριά την ολότητα: τούτη ωστόσο του ξεφεύγει με κάθε τρόπο.'

  'Ακούω, τη στιγμή που γράφω, τη βροντή του κεραυνό και το βουητό του ανέμου· καραδοκώντας, μαντεύω το θόρυβο, τη λάμψη, τις καταιγίδες της γης από τα βάθη των χρόνων. Μέσα σ’ αυτόν τον απεριόριστο χρόνο, σ’ αυτόν τον απεριόριστο ουρανό, που πάταγοι τους διατρέχουν και δίνουν το θάνατο το ίδιο απλά όπως κι η καρδιά μου το αίμα, νιώθω να με συνεπαίρνει μια ζωηρή κίνηση, προς στιγμήν υπερβολικά βίαιη. Απ’ τα παραθυρόφυλλά μου περνάει ένας άπειρος άνεμος, φέρνοντας μαζί του την αποχαλίνωση των μαχών, τη λυσσαλέα δυστυχία των αιώνων. Δεν έχω άραγε μέσα μου μια λύσσα για αίμα και την τύφλωση που χρειάζεται για να ευχαριστιέμαι τα χτυπήματα; Θα ήθελα να μην είμαι τίποτε περισσότερο από μια κραυγή μίσους -που απαιτεί το θάνατο- και δε θα απέμενε τίποτε ομορφότερο από σκυλιά που αλληλοσπαράζονται! Μα είμαι αποκαμωμένος, πυρετιασμένος…'

  'Να συγκρατείς την ένωση των σωμάτων -στην περίπτωση της υπερβάλλουσας ηδονής- μια μετέωρη στιγμή έξαψης, ενδόμυχης έκπληξης και υπερβολικής αγνότητας. Το ον, εκείνη τη στιγμή, αίρεται πάνω απ’ τον εαυτό του, όπως θα ανυψωνόταν ένα πουλί κυνηγημένο, πετώντας στα βάθη τ’ ουρανού. Όμως, την ίδια στιγμή που εκμηδενίζεται, απολαμβάνει την εκμηδένισή του και δεσπόζει απ’ αυτό το ύψος σε όλα τα πράγματα, μ’ ένα συναίσθημα ξενότητας. Η υπερβάλλουσα ηδονή ακυρώνεται και αφήνει τη θέση της σ’ αυτή την εκμηδενιστική εξύψωση στους κόλπους του άπλετου φωτός. Ή μάλλον, η επιθυμία, παύοντας να είναι μια απόκριση στην επιθυμία του όντος, ξεπερνώντας καθ’ υπερβολήν αυτή την επιθυμία, ξεπερνά την ίδια στιγμή το ον και υποκαθιστά σ’ αυτό μια διολίσθηση- ένα μετέωρο, λαμπρό, υπερβολικό τρόπο ύπαρξης, μια διολίσθηση συνδεδεμένη με την αίσθηση του να είσαι γυμνός και να διεισδύεις στην ανοιχτή γύμνια του άλλου. Μια τέτοια κατάσταση προϋποθέτει τη γύμνια κατορθωμένη, απολύτως κατορθωμένη, κι αυτό με αφελή αγγίγματα- συγχρόνως επιδέξια: η εν λόγω επιδεξιότητα δεν είναι ούτε αυτή των χεριών ούτε αυτή των σωμάτων. Θέλει την ενδόμυχη γνώση της γύμνιας -μιας πληγής των σωματικών όντων- που κάθε άγγιγμα βαθύνει το άνοιγμά της.'


Για τον Νίτσε: Θέληση για Τύχη, μτφρ. Χάρης Ε. Ράπτης & Νίκος Ηλιάδης, εκδ. Ψυχογιός

* * *

 
   'Στην ουσία όταν καταριόμαστε το θάνατο δε φοβόμαστε παρά τον ίδιο μας τον εαυτό: είναι η σκληρότητα της δικής μας βούλησης που μας κάνει αν τρέμουμε. Λέμε ψέματα στον εαυτό μας, όταν ονειρευόμαστε να ξεφύγουμε από την κίνηση της πολυτελούς, υπεραφθονίας, της οποίας δεν είμαστε παρά η πιο οξυμένη μορφή. Ή μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας μόνο και μόνο για να δοκιμάσουμε στη συνέχεια τη σκληρότητα αυτής της βούλησης, οδηγώντας την στην ακραία σκληρότητα της συνείδησης.
    Η πολυτέλεια του θανάτου, από αυτή την άποψη, αντιμετωπίζεται εκ μέρους μας με τον ίδιο τρόπο όπως η πολυτέλεια της σεξουαλικότητας, πρώτα σαν μια άρνηση του εαυτού μας και ύστερα, μέσ’ από μια αιφνίδια ανατροπή, σαν μια βαθιά αλήθεια της κίνησης που έκφρασή της είναι η ζωή.
Μέσα στις τωρινές συνθήκες, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, η αναπαραγωγή με τη συμμετοχή των φύλων είναι μαζί με τη βρώση και τον θάνατο ένας από τους πολυτελείς δρόμους που εξασφαλίζουν την έντονη ανάλωση της ενέργειας. Πρώτ’ απ’ όλα τονίζει εκείνο που προμήνυε η αναπαραγωγή χωρίς τη συμμετοχή των φύλων: τη διαίρεση, μέσω της οποίας το εξατομικευμένο ον παραιτείται το ίδιο από την ανάπτυξη και μέσ’ από τον πολλαπλασιασμό των ατόμων τη μεταφέρει στην απρόσωπη ζωή.'

   'Οι θρησκευτικές δραστηριότητες -οι θυσίες, οι γιορτές, οι πολυτελείς χώροι- απορροφούν την πλεονάζουσα ενέργεια μιας κοινωνίας, αλλά συνήθως αποδίδεται δευτερεύουσα σημασία σε αυτό που η πρώτη σημασία του ήταν να σπάει τις αλυσίδες της πρακτικής δραστηριότητας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια μεγάλη ανησυχία -ένα αίσθημα σφάλματος, δόλου- που διαποτίζει τη θρησκευτική σφαίρα. Μια θυσία με σκοπό ένα ευτελές αποτέλεσμα, όπως η γονιμότητα των αγρών, είναι κάτι το άχαρο σε σχέση με το θείο, το ιερό, που αντιπροσωπεύει η θρησκεία. Η θεία χάρις στο χριστιανισμό απελευθερώνει βασικά τη θρησκευτική ζωή από τη δικαιοδοσία της παραγωγικής δραστηριότητας. Όμως αν η σωτηρία του πιστού είναι η ανταμοιβή για τις αρετές του, αν μπορεί να πετύχει αυτή τη σωτηρία με τα έργα του, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εισάγει πιο βαθιά στο χώρο της θρησκείας τις αλυσίδες που καθιστούν άθλια στα μάτια της τη χρήσιμη εργασία. Έτσι, τα έργα που μεσ’ από αυτά ένας χριστιανός προσπαθεί να βρει τη σωτηρία του μπορούν με τη σειρά τους να θεωρηθούν ως ασέβειες. Ακόμη και το απλό γεγονός ότι διαλέγει σαν σκοπό τη σωτηρία φαίνεται αντίθετο με την αλήθεια της θείας χάριτος. Μόνο η θεία χάρις πραγματώνει τη σύμπνοια με τη θεότητα, η οποία δεν μπορεί να υποτάσσεται, όπως τα πράγματα, στη λογική συνέπεια. Το δώρο που κάνει η ίδια η θεότητα στην πιστή ψυχή δεν μπορεί να πληρωθεί με τίποτα.'


Το Καταραμένο Απόθεμα, μτφρ. Λένα Λυμπεροπούλου, εκδ. Futura

* * *


  'Ἁποτελεί ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὅτι, ἐνῶ εἶναι πνεῦμα ἔχει σῶμα ζώου κι ἑπομένως εἶναι σὰν πράγμα· ἀποτελεῖ ὅμως δόξα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος τὸ ὅτι εἶναι ὑπόστρωμα ἑνὸς πνεύματος, καὶ τὸ πνεῦμα εἶναι τόσο σφιχτὰ δεμένα μὲ τὸ σῶμα – πράγμα, ὥστε ἐτοῦτο νὰ μὴν παύει ποτὲ νὰ ’ναι στοιχειωμένο, νὰ μὴ γίνεται ποτὲ πράγμα παρὰ μόνο σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις, σὲ σημεῖα ποὺ ὅταν ὁ θάνατος τὸ ὑποβαθμίζει, στὴν παράσταση τοῦ πράγματος, τὸ πνεῦμα ἕνα εἶναι πιὸ πράγμα ἀπὸ ποτέ: τὸ σῶμα ποὺ τὸ πρόδωσε τὸ φανέρωσε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὸν καιρὸ ποὺ τὸ ὑπηρέτησε. Μὲ μία ἔννοια τὸ πτῶμα εἶναι ἡ πιὸ τέλεια κατάσταση τοῦ πνεύματος, ἡ ὁριστικὴ ἀνημποριὰ καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ νεκροῦ φανερώνουν τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ πνεύματος, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ κραυγὴ ἑνὸς ζώου ὅταν τὸ σκοτώνουν εἶναι ἡ ὑπέρτατη κατάφαση τῆς ζωῆς. Ἀντίστροφα, τὸ ἀνθρώπινο πτῶμα φανερώνει τὴν ὁλοκληρωμένη ὑποβάθμιση τοῦ σώματος τοῦ ζώου, ἄρα καὶ τοῦ ζωντανοῦ ζώου, στὴν κατάσταση τοῦ πράγματος. Τὸ ζῶο εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἕνα στοιχεῖο αὐστηρὰ ὑποτελές, ποὺ δὲ μετράει ἀπὸ μόνο του. Μία χρηστικὴ ἀξία τῆς ἴδιας φύσης μὲ τὸ ὕφασμα, τὸ σίδερο ἢ τὸ κατεργασμένο ξύλο.'

   'Η ἄποψη ποὺ συνδέει στενὰ τὸ θάνατο μὲ τὴ θλίψη εἶναι ἀφελής. Τὰ δάκρυα τῶν ζωντανῶν, ποὺ ἀποκρίνονται στὸν ἐρχομό του, κάθε ἄλλο παρὰ ἔχουν ἔννοια ἀντίθετη ἀπ’ τὴ χαρά. Ἀντὶς πονεμένα, τὰ δάκρυα εἶναι ἡ ἔκφραση μίας ὀξυμένης συνείδησης τῆς μυχιότητας τῆς κοινῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὴ ἡ συνείδηση δὲν εἶναι ποτὲ τόσο ὀξυμένη, ὅσο τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀπουσία διαδέχεται ξαφνικὰ τὴν παρουσία, ὅπως στὸ θάνατο ἢ στὸν ἁπλὸ χωρισμό. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ παρηγοριὰ (μὲ τὴν ἰσχυρὴ ἔννοια ποὺ ’χει ἡ λέξη στὶς «παραμυθίες» τῶν μυστικῶν) εἶναι μὲ μία ἔννοια πικρὰ δεμένη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ διαρκέσει. Ὅμως ἡ ἐξαφάνιση ἀκριβῶς τῆς διάρκειας, καὶ ταυτόχρονα τῶν οὐδέτερων συμπεριφορῶν ποὺ σχετίζονται μ’ αὐτήν, εἶναι ἐκείνη ποὺ ξεσκεπάζει ἕνα βάθος τῶν πραγμάτων ποὺ τὸ θάμπος τοῦ τυφλώνει (μὲ ἄλλους ὅρους, εἶναι φανερὸ πὼς ἡ ἀνάγκη τῆς διάρκειάς μας ὑποκλέπτει τὴ ζωὴ καὶ πώς, κατ’ ἀρχήν, μόνο ἡ ἀδυνατότητα τῆς διάρκειάς μας ἐλευθερώνει). Ἀντίθετα, σ’ ἄλλες περιπτώσεις τὰ δάκρυα ἀποκρίνονται στὸν ἀνέλπιστο θρίαμβο, στὸ ἀναγάλλιασμα γιὰ τὴν τύχη μας, πάντα ὅμως μὲ τρόπο ἀσυλλόγιστο, τελείως ἔξω ἀπ’ τὴν ἔγνοια γιὰ κάποιο μελλοντικὸ χρόνο.'


Η Θεωρία της Θρησκείας, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Ύψιλον

* * *


  '[...] ἡ θρησκεία εἶναι άπλὰ καὶ μόνον ἕνα ἀποτέλεσμα τῆς ποιητικῆς μεγαλοφυΐας. Δὲν ὑπάρχει τίποτα στὴ θρησκεία ποὺ νὰ μὴ βρίσκεται μέσα στὴν ποίηση, δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ μὴ συνδέει τὸν ποιητὴ μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὸ σύμπαν. Συνήθως, ἕνας τυπικός, πάγιος χαρακτήρας, ὑποταγμένος στὰ συμφέροντα μιᾶς ὁμάδας (κι ἑπομένως στῖς ὠφελιμιστικές, τετριμμένες ἀνάγκες τῆς ἠθικῆς) ἀπομακρύνει τὴ μορφὴ τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ποιητική της ἀλήθεια. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ποίηση βρίσκεται τυπικὰ στὸ ἔλεος τῆς ἀδυναμίας δουλικῶν πλασμάτων. Ἡ ἴδια δυσκολία ἐμφανίζεται σὲ κάθε περίπτωση: κάθε γενικὴ ἀλήθεια ἔχει πάντα τὴν ὄψη ἑνὸς ἰδιαίτερου ψεύδους. Δὲν ὑπάρχει θρησκεία οὔτε ποίηση ποὺ νὰ μὴν ψεύδεται. Δὲν ὑπάρχει θρησκεία οὔτε ποίηση ποὺ νὰ μὴ συνοψίζονται κάποια στιγμὴ στὸν ἀνεξιχνίαστο χαρακτήρα τους γιὰ τὶς ἔξω μάζες: ὡστόσο, ἡ θρησκεία καὶ ἡ ποίηση ποτὲ δὲν παύουν νὰ μᾶς ρίχνουν μὲ πάθος ἔξω ἀπ’ τὸν ἑαυτό μας, σὲ μεγάλες ἐξάρσεις, ὅπου ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον τὸ ἀντίθετο τῆς ζωῆς. Ἡ φτώχεια, ἀκριβῶς, τῆς ποίησης ἤ τῆς θρησκείας ἐξαρτάται ἀπὸ τὸ βαθμὸ στὸν ὁποῖο ἡ ἐνδοστροφικότητα τὶς ὁδηγεῖ στὴν ψύχωση τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων. Ἡ ἀξία τοῦ Blake συνίσταται στὸ ὅτι ἀφαίρεσε κι ἀπὸ τὶς δύο (ποίηση καὶ θρησκεία) τὴν ἀτομικὴ μορφὴ τους, κι ὅτι τοὺς ἀπέδωσε ἐκείνη τὴν καθαρότητα μέσα στὴν ὁποία ἡ  θρησκεία ἔχει τὴν ἐλευθερία τῆς ποίησης καὶ ἡ ποίηση τὴν αὐτεξούσια δύναμη τῆς θρησκείας.'

  'Ἄν, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν ἑπιθυμία, τὸ ρόδινο χρώμα προϋποθέτει μιὰν ἀντίθεση μὲ τὸ μαῦρο, τὸ μαῦρο τοῦτο θὰ ἦταν ἄραγε ἀρκετὰ μαῦρο ἄν ἐξαρχῆς εἴχαμε ἀναζητήσει τὴν ἁγνότητα; Ἄν δὲν εἶχε σπιλώσει χωρίς νὰ τὸ θέλουμε τὸ ὄνειρό μας; Ἡ διαφθορὰ προσεγγίζεται μοναχὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀντίθεση ποὺ γεννιέται σὲ κείνους ποὺ πίστευαν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν δίχως τὸ ἀντίθετό της, τὴν ἁγνότητα. Ἡ ἀπόλυτη ἐπιθυμία τῆς διαφθορᾶς, τὴν ὁποία συνέλαβε ὁ Sade μ’ ἕνα τεχνητὸ τρόπο, τὸν ὁδηγοῦσε σὲ κείνη τὴν κατάσταση κορεσμοῦ ὅπου ἡ κάθε αἴσθηση ἀμβλυνόταν καὶ χανόταν κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ δυνατότητα εὐχαρίστησης. Τὸ ἀνεξάντλητο ἀπόθεμα ποὺ τοῦ προσέφερε ἡ λογοτεχνία (οἱ φανταστικὲς σκηνὲς τῶν μυθιστορημάτων), δὲν μποροῦσε ἀπὸ μόνο του νὰ τὸν ἱκανοποιήσει, γιατὶ δὲν ἔνιωθε τὴν ἔσχατη γητεία τοῦ αἰσθήματος ἠθικὴς, ἡ ὁποία προσδίδει στὰ κακουργήματα τὴν ἐγκληματικὴ χάρη, δίχως τὴν ὁποία μοιάζουν φυσικά, δίχως τὴν ὁποία εἶναι φυσικά. Πιὸ δεξιοτέχνης ἀπὸ τὸν Sade, καὶ διψασμένος γιὰ ἀπόλαυση, ὁ Proust ἄφηνε στὴ διαστροφὴ τὸ ἀποκρουστικὸ χρῶμα της, τὴν καταδίκη τῆς ἀρετῆς. Ἄν ὅμως ὑπῆρξε ἐνἀρετος δὲν τὸ ἔκανε γιὰ νὰ κατακτήσει τὴν εὐχαρίστηση - κι ἄν τὴν κατέκτησε εἶναι γιατί, προηγουμένως, εἶχε ἐπιδιώξει νὰ κατακτήσει τὴν ἀρετή. Οἱ κακοὶ ἀναγνωρίζουν στὸ Κακὸ μονάχα τὸ ὑλικὸ ὄφελος. Θέλουν τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, γιατί αὐτό, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι τὸ δικό τους ἀτομικὸ καλό. Εἶναι ἀδύνατο νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυση πίσω ἀπὸ τὴν ὁποία καλύπτεται τὸ Κακό, ἄν δὲν ἀντιληφθοῦμε τὴ σχέση ἀλληλεξάρτησης τῶν ἀντιθέτων. Ἔδειξα, ἀρχικά, ὅτι θὰ μᾶς προκαλοῦσε πλήξη ἄν ἡ δοκιμασία τῆς δυστυχίας ἤ τοῦ Κακοῦ δὲν εἶχε γεννήσει μέσα μας τὴν ἄσβεστη δίψα γι’ αὐτήν. Τὸ ἀντίστροφο ἀληθεύει ἐπίσης: ἄν δὲν νιώθαμε ὅπως τὴν ἔνιωθε ὁ Proust (κι ἴσως, κατὰ βάθος, κι ὁ ἴδιος ὁ Sade) τὴν ἄσβεστη δίψα γιὰ τὸ Καλό, τὸ Κακὸ θὰ μᾶς προξενοῦσε ἀδιάφορα συναισθήματα.'


Η Λογοτεχνία και το Κακό: Baudelaire, Blake, Sade, Proust, Genet, μτφρ. Ελένη Βαρίκα, εκδ. Πλέθρον

* * *


   'Ὁ θάνατος τοῦ ἑνὸς εἶναι σύστοιχος μὲ τὴ γέννηση τοῦ ἄλλου, τὴν ὁποία ἀναγγέλλει καὶ ἀποτελεῖ προϋπόθεσή της. Ἡ ζωὴ εἶναι πάντα προϊόν της ἀποσύνθεσης τῆς ζωῆς. Κατὰ πρῶτο λόγο εἶναι ὑποτελὴς στὸν θάνατο, κατόπιν στὴ φθορὰ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν θάνατο, καὶ θέτει ἐκ νέου σὲ κυκλοφορία τὶς οὐσίες ποὺ εἶναι ἀναγκαῖες στὴν ἀκατάπαυστη ἔλευση τῶν νέων ὑπάρξεων.
   Ἐντούτοις ἡ ζωὴ εἶναι καὶ ἄρνηση τοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ καταδίκη, ὁ ἀποκλεισμός του. Πρόκειται γιὰ τὴ μέγιστη ἀντίδραση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους, καὶ ἡ φρίκη τοῦ θανάτου δὲν συνδέεται μόνο μὲ τὴν ἐκμηδένιση τοῦ ὄντος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ σήψη ποὺ παραδίδει τὶς νεκρὲς σάρκες στὴν ἐν γένει ζύμωση τῆς ζωῆς. Πράγματι, ὁ βαθύτατος σεβασμὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὴν πανηγυρικὴ παράσταση τοῦ θανάτου, στοιχεῖο τοῦ ἰδεαλιστικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι ὁ μόνος ποὺ προέβαλε μία ριζικὴ ἀντίθεση. Ἡ ἄμεση φρίκη διατηροῦσε -τουλάχιστον ἀόριστα- τὴ συνείδηση μίας ταύτισης τῆς φριχτῆς ὄψης τοῦ θανάτου, τῆς δυσώδους φθορᾶς, καὶ τῆς στοιχειώδους συνθήκης τῆς ζωῆς ποὺ ἀναπτερώνει τὴν καρδιά. Γιὰ τοὺς ἀρχαϊκοὺς λαούς, ἡ στιγμὴ τῆς ἄκρας ἀγωνίας συνδέεται μὲ τὴ φάση τῆς ἀποσύνθεσης· τὰ λευκασμένα ὀστᾶ δὲν διατηροῦν πλέον τὴν ἀφόρητη εἰδὴ τῶν σεσηπότων καὶ σκωληκόβρωτων σαρκίων. Οἱ ζῶντες, συγκεχυμένα, ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀγωνία γιὰ τὴ φθορὰ σὰν ἔκφραση τῆς ὠμῆς μνησικακίας καὶ τοῦ μίσους τοῦ νεκροῦ, ἔκφραση ποὺ πραΰνεται μὲ τὶς θρησκευτικὲς τελετές. Σκέπτονται ὅμως ὅτι τὰ λευκασμένα ὀστᾶ ἀνταποκρίνονται στὸν κατευνασμὸ τοῦ μίσους. Τὰ ὀστά, ποὺ τοὺς φαίνονται ἀξιοσέβαστα, εἰσάγουν μία πρώτη εὐσχήμονα -πανηγυρικὴ καὶ ὑποφερτὴ- ἄποψη γιὰ τὸν θάνατο, ἄποψη ποὺ εἶναι ἀκόμα ἀγωνιώδης, ἀλλὰ χωρὶς τὴν ὑπερβολὴ τῆς δραστικῆς μιασματικότητας ποὺ προσιδιάζει στὴ σήψη.'

  'Ἁπαιτείται μεγάλο σθένος γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν δεσμὸ τῆς ὑπόσχεσης γιὰ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ νόημα τοῦ ἐρωτισμοῦ, μὲ τὴν πολυτελῆ ὄψη τοῦ θανάτου. Ἡ ἀνθρωπότητα προτιμᾶ νὰ παραγνωρίζει ὅτι ὁ θάνατος συνιστᾶ ἐπίσης καὶ τὴ νεότητα τοῦ κόσμου. Μὲ δεμένα μάτια, ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε ὅτι μόνο ὁ θάνατος διασφαλίζει ἀκατάπαυστα ἕνα ἀνάβλυσμα ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ θὰ παρήκμαζε. Ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι μία παγίδα ποὺ χρήζει ἰσορροπίας, ὅτι διακατέχεται ἀπὸ ἀστάθεια, καὶ ἀνισορροπία. Εἶναι μία ταραχώδης κίνηση ποὺ μονίμως θυμίζει ἔκρηξη. Ἀλλὰ ἡ διαρκὴς ἔκρηξη τὴν ἐξαντλεῖ καὶ συνεχίζεται μόνο ὑπὸ μία προϋπόθεση· τὰ ὄντα ποὺ θὰ γεννήσει, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἐκρηκτικὴ δύναμη ἔχει ἐξαντληθεῖ, δίνουν τὴ θέση τους σὲ νέα ὄντα, ποὺ μπαίνουν στὸν χορὸ μὲ νέα δύναμη.
   Δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ φανταστοῦμε πιὸ πολυδάπανη μεθόδευση. Κατὰ μία ἔννοια ἡ ζωὴ εἶναι ἐφικτή, θὰ ἀναπαραγόταν εὔκολα χωρὶς νὰ πραγματώσουμε αὐτὰ ποὺ περιπαθῶς ἀναδεικνύουν τὸ νόημά της.
   Ἡ λογοτεχνία ἕπεται τῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες ἄλλωστε κληρονομεῖ. Ἡ θυσία εἶναι ἕνα μυθιστόρημα, εἶναι μία διήγηση, εἰκονισμένη μὲ αἱματηρὸ τρόπο. Ἡ μᾶλλον, σὲ ὑποτυπώδη κατάσταση, εἶναι μία θεατρικὴ παράσταση, ἕνα δράμα συνοψισμένο στὸ τελευταῖο ἐπεισόδιο, ὅπου τὸ ζωικὸ ἢ τὸ ἀνθρώπινο θύμα, παίζει μόνο, ἀλλὰ παίζει μέχρι θανάτου. Ἡ τελετουργία εἶναι ἡ ἀναπαράσταση ἑνὸς μύθου ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ δεδομένη ἡμερομηνία, ἑνὸς μύθου ποὺ παριστᾶ τὸν θάνατο ἑνὸς Θεοῦ. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξαφνιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι, ὑπὸ συμβολικὴ μορφή, συμβαίνει τὸ ἴδιο καθημερινὰ στὴ θυσία τῆς λειτουργίας.
   Τὸ παιχνίδι τῆς ἀγωνίας εἶναι πάντα τὸ ἴδιο· ἡ μέγιστη ἀγωνία, ἡ ἀγωνία μέχρι θανάτου, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ βροῦν στὸ τέλος, ἐπέκεινα τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς, τὸ ξεπέρασμα τῆς ἀγωνίας. Μόνο ποὺ τὸ ξεπέρασμα τῆς ἀγωνίας εἶναι ἐφικτὸ ὑπὸ μία προϋπόθεση· ἡ ἀγωνία πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴν εὐαισθησία ποὺ τὴν ἀνακαλεῖ.'


Ο Ερωτισμός, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Ίνδικτος

* * *


   'Εἶχα μέσα μου μία ἀστραπιαία παραζάλη, γύρω ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε τίποτε ποὺ στὸ ἑξῆς νὰ μὴν ἔπρεπε νὰ μοῦ εἶναι ἀδιάφορο. Στὸ βάθος τῆς ἀποστροφῆς μου, αἰσθάνθηκα ὅμοιος μὲ τὸν ΘΕΟ. Τί εἶχα νὰ κάνω σ’ αὐτὸν τὸν νεκρὸ κόσμο, ἂν ὄχι νὰ ξεχάσω τὴν ἀστραπὴ ποῦ μὲ εἶχε τυφλώσει ὅταν ἡ μητέρα μου ἦταν στὴν ἀγκαλιά μου; Ἀλλὰ ἤξερα ἤδη, δὲν θὰ ξεχνοῦσα ποτέ.'

'ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΟΠΟΥ ΜΠΗΚΑ, ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΑΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΝΑ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΣ  ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΜΕΤΡΟΥ: ΑΥΤΗ  Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ.'

   'Η ΖΩΗ ΞΑΝΑΡΧΙΣΕ. Μέσα στὴ βραδύτητά του ὁ χρόνος γιάτρευε τὸ σπαραγμὸ. Ἡ μητέρα μου μπροστά μου ἔμοιαζε ἤρεμη, θαύμαζα, ἀγαποῦσα τὴν κυριαρχία της ποὺ μὲ γαλήνευε βαθιά. Ποτὲ δὲν εἶχα γι’ αὐτὴν μιὰ μεγαλύτερη ἀφοσίωση, καὶ τόσο περισσότερο παράφρονα, ὥστε ἑνωμένοι τώρα μέσα στὴν ἴδια κατάρα, ἤμασταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ἀνάμεσα σ’ ἐκείνη καὶ σὲ μένα εἶχε σχηματιστεῖ ἕνας νέος δεσμός, αὐτὸς τοῦ ξεπεσμοῦ και τῆς φαυλότητας. Χωρίς καθόλου νὰ στεναχωριέμαι ἐπειδὴ μὲ τὴ σειρά μου εἶχα ὑποκύψει, ἔβλεπα ὅτι τὸ σφάλμα μου, ποὺ σίγουρα τὴ συνέθλιβε ὅπως καὶ μὲ συνέθλιβε, μὰ ποὺ ἴσως, τὸ κατάλαβα ἀργότερα, βασανίζοντάς μας ἤ ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ μᾶς βασανίζει, μᾶς ξάνοιγε στὴ μοναδικὴ εὐτυχία ποὺ δὲν ἦταν μάταιη, διότι μᾶς θάμπωσε μὲς στὴν περίπτυξη τῆς δυστυχίας.'

   'Μέσα στὸν ἀχανὴ τομέα ὅπου μοναχικὸς καὶ ὑποχθόνια εἶχα εἰσέλθει, ζοῦσα τώρα δίχως φόβο καὶ δίχως τύψεις. Τὴ θρησκευτικὴ φρίκη ποὺ εἶχα πρωτονιώσει, τὴ χρησιμοποιοῦσα, τὴν ἔκανα ἕνα μυστικὸ ἐλατήριο τῆς εὐχαρίστησής μου. Ἡ ἐνδότερη ζωὴ τοῦ σώματος εἶναι τόσο βαθιά: ἀνασύρει ἀπὸ μᾶς τὴν τρομερὴ κραυγὴ ποὺ δίπλα της ἡ ἔφεση τῆς εὐσέβειας δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μαλθακὸ τραύλισμα. Ἡ εὐλάβεια ὁταν ξεπεραστεῖ δὲν εἶναι παρὰ πλήξη. Μόνον οἱ δυσκολίες, τὰ προβλήματα τῆς σάρκας, τὰ ψεύδη της, οἱ ἀποτυχίες της, οἱ τρόμοι της, οἱ παρεξηγήσεις ποὺ εἰσάγει, οἱ ἀδεξιότητες τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀφορμὴ δίνουν στὴν ἁγνότητα τὸ λόγο ὕπαρξής της. Ἡ γενετήσια εὐχαρίστηση εἴναι ἡ πολυτέλεια ποὺ περιορίζουν τὰ γηρατειά, ἡ ἀσχήμια καὶ ὅλες οἱ μορφὲς τῆς ἀθλιότητας. Ἴσα ἴσα ποὺ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια μοῦ εἶχε δοθεῖ, εἶδα μέσα στὴν ὀργὴ ποὺ τῆς ἀντιτάσσουν οἱ ἱερεῖς ἕνα παράπονο τῆς ἀνίατης ἀνημπόριας (ποὺ ἡ κίνηση τῆς διέγερσης ἀνατρέπει). Αὐτὸ ποὺ ζοῦσε ἀκόμη σὲ μένα ἀπὸ μιὰ διακαὴ θρησκευτικότητα συνδυαζόταν μὲ τῆν ἔκσταση μιᾶς ἡδονικῆς ζωῆς, ἀποκοβόταν ἀπὸ τὴν τεράστια φύρα τοῦ πόνου.'


Η Μητέρα Μου, μτφρ. Αγγελική Πέτρα-Συρινιώτη, εκδ. Άγρα