'Μᾶς ἔχουν βαθειὰ στιγματίσει οἱ λέξεις -καὶ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς, μᾶς ἔχουν καταδικάσει χωρίς ελπίδα. Ἡ πραγματικότητα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ μας ἔχουν μιὰν ἀπροσπέλαστη οὐσία ποὺ εἶναι β ω β ὴ και ζεῖ μὲ ἀσύμμετρους κι ἄρρυθμους κραδασμούς. Ὑπάρχει μιὰ ἀδυσώπητη, σκοτεινὴ κι ἀνεξιχνίαστη ἐσαεὶ νομοτέλεια στὸ ἀκανόνιστο τὴς ὕπαρξης - ὁποιαδήποτε προσέγγισὴ του καταλήγει ἀναπότρεπτα σὲ μιὰν ἁρμονικὴ καὶ ψευδῆ, καμπύλα σχηματοποίησή του. Ἐξάλλου, ἡ νομοτέλεια δὲν εἶναι ἕνας γ ε ν ι κ ό ς, ἐκ τῶν ἄνω ἤ, ἔστω, ἐκ τῶν ἔξω ἐπιβαλλόμενος καὶ ἐπιβάλλων κανονισμός: ἡ κάθε ὕπαρξη εἶναι ἤδη νομοτελής, τάξη καὶ ἀ τ α ξ ί α εἶναι κωμικοὶ καὶ ἠλίθιοι όροι.'

  'Λανθάνει μέσα μου μία ἀσυγκράτητη ἐπιστολογραφικὴ μανία, τὴν ὁποία συνεχῶς καταστέλλω. Ἀντί νὰ γράφω αὐτὰ τὰ μικρὰ βιβλία, θὰ ἤθελα νὰ ἐξομολογοῦμαι σὲ ἀτέλειωτες λεπτομερειακὲς ἐπιστολὲς. Πιστεύω ὅτι ἡ ἐπιδείνωση τελευταῖα τῆς δυστυχίας μου εἶναι ἡ ἕλλειψη ἑνὸς ἐξομολογητή. Κατὰ καιρούς, διέθετα καὶ κάποιον, ποὺ κατάπληκτος δεχόταν ἕναν χείμαρρο ἐξομολογήσεών μου (κατὰ κανόνα ἀνειλικρινῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασία: κίνητρο τῆς ἀνθρώπινης ἔκφρασης στάθηκε πάντα μιὰ φιλαρέσκεια, μία βασανισμένη ματαιοδοξία). Ἐν τούτοις, εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί κενὰ ἔχει ὁ λόγος μου, πόσο ἀπροστάτευτες καὶ ἀσύδοτες εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἐνδιάμεσες διαδικασίες μεταξὺ σκέψης μου καῖ γλώσσας μου, ἔτσι ὤστε ἡ γλώσσα μου νὰ λειτουργεῖ στὰ τυφλὰ (ἀγωνιᾶ καὶ τὴν φαντάζομαι κιόλας νὰ κάνει, πρὶν μιλήσει, μιὰ μικρὴ προσευχὴ μὴ πέσει ἔξω) καθῶς ξεκινᾶ ἀπὸ ἕνα ἀφελὲς καὶ προκλητικὸ δόγμα: ἀφοῦ ἐκπορεύομαι ἀπὸ ἕνα τέτοιο χάος ὅ,τι κι ἄν πῶ θὰ εἶναι χάος, δηλαδή καίριο καὶ -προπαντὸς- «φυσικό». Ἀλλοίμονο, ἔχω μιὰ τρομαχτικὴ ἐκφραστικὴ ἀναπηρία, οἱ λέξεις μου δὲν ἐκφράζουν τίποτε - συνιστοῦν, ἀπλῶς μιὰν ἀπεγνωσμένη ἀντίσταση στὴ σιωπή: ἔχω μιὰ θανάσιμη ἀρρώστεια, τὴν σιωπή. Πρὶν καιρό, ἔλεγα ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἀποκάλυψη μιᾶς ἀλήθειας (ὑπερβατικῆς): ἦταν ἡ φάση μου τοῦ ἱεροφάντη. Τώρα λέω πὼς ἡ τέχνη εἶναι συντήρηση τῶν ἐλάχιστων καὶ πανάρχαιων ἀνθρώπινων ἀξιῶν (πόθος, πάθος, πόνος, κλπ): εἶναι ἡ φάση μου τοῦ μάρτυρα. Τὸ τέλος δὲν πρέπει νὰ εἶναι μακρυὰ: κάτι τὸ τ ε λ ε υ τ α ῖ ο, σὰν θρόμβος ὑδράργυρου γλυστρᾶ μέσα στὸ νοῦ μου.'


από επιστολές του Γιώργου Χειμωνά στον Αλέξανδρο Ίσαρη, Χειρόγραφα, εκδ. Ίκαρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου