'Ψηλά, τ’ αστέρια δεν τρεμόπαιζαν· ήταν επίσης σταθερά. Μύριοι κόσμοι και ήλιοι. Η ψυχρή χρωματιστή φωτιά μιας φαντασμαγορίας αστερισμών. Ο ουρανός, καθώς τον ατένιζε, από μαύρος έγινε βιολετής. Ένα πεφταστέρι χάραξε ένα βραχύ θεαματικό τόξο κάτω από τη Γηραιά Μητέρα στα ουράνια κι έσβησε. Η φωτιά έριχνε παράξενες σκιές καθώς το διαβολόχορτο καιγόταν αργά, φτιάχνοντας καινούρια σχέδια, όχι ιδεογράμματα, αλλά ένα πλέγμα, που η αυστηρότητά του το έκανε να δείχνει λιγάκι τρομακτικό. Ο πιστολέρο είχε τοποθετήσει το χόρτο έτσι που να καίγεται καλύτερα, δίχως ίχνος καλαισθησίας. Το σχέδιο του χόρτου φανέρωνε πως υπήρχε μόνο άσπρο και μαύρο γι’ αυτό τον άντρα, πως ήταν άνθρωπος που σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου θα ίσιωνε έναν πίνακα αν ήταν στραβός δίχως να προσέξει αν ήταν κακός. Η φωτιά έκαιγε σταθερά, αργά, και φαντάσματα χόρευαν στην πύρινη καρδιά της. Ο πιστολέρο δεν τα είδε. Στα σχέδια του χόρτου που καιγόταν, τέχνη και χρηστικότητα έγιναν ένα καθώς εκείνος κοιμόταν. Στέναζε ο αέρας, σαν μάγισσα που είχε καρκίνο στα σωθικά. Κάπου κάπου, ένα ρεύμα έκανε τον καπνό να στριφογυρίζει, να στροβιλίζεται σε συννεφάκια προς τη μεριά του, κι εκείνος τ’ ανάσαινε. Ο καπνός έπλαθε όνειρα, όπως γεννά ένα μικρό ξένο σώμα το μαργαριτάρι μέσα στο στρείδι. Μερικές φορές ο πιστολέρο σιγοντάριζε τους στεναγμούς του ανέμου. Τ’ αστέρια αδιαφορούσαν για τους αναστεναγμούς του, όπως αδιαφορούσαν για πολέμους, σταυρώσεις και αναστάσεις. Κι αυτό, σαν τη δίψα του νωρίτερα, θα τον ευχαριστούσε.'

Στίβεν Κινγκ, Ο Μαύρος Πύργος Ι: Ο Τελευταίος Πιστολέρο, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Bell

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου