καλλιτέχνες του γλυκού νερού


δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ’ τον απελπιστικά ατάλαντο
καλλιτέχνη.

αντίθετα απ’ τους χαρισματικούς,
οι ατάλαντοι
διαθέτουν άφθονη ζωντάνια
κι άλλη τόση αυτοπεποίθηση.

ευτυχώς, για μας,
σπάνια συναντάμε
τέτοιους·
μονάχα
σε μικρά πάρτυ
και σε
φτηνά καφέ.

δεν χρειάζεται να
πας στο διάολο
για να μάθεις πώς είν’
η κόλαση: αρκεί να κοιτάξεις
και ν’ ακούσεις
έναν απ’ αυτούς:
έτσι, παίρνεις
μια
γεύση.

μοιάζει να υπάρχει
ένας απλός αθάνατος
κανόνας:

όσο μικρότερο είναι το
ταλέντο
τόσο πιο
σίγουροι είναι
γι’ αυτό.

* * *

πόδια στη φωτιά


Ιούνιος, αργά τη νύχτα,
κοινός πόνος λες και στο στομάχι τριγυρίζει ποντικός
παγιδευμένος
τι γενναίοι που είμαστε καθώς περπατάμε διαρκώς μέσα
απ’ αυτήν
την τρομερή
φλόγα
ενώ
μας τυφλώνει ο ήλιος
ενώ μας τυλίγει μια σκοτεινή πλημμύρα
συνεχίζουμε το δρόμο μας―
γεμίζουμε βενζίνη το ρεζερβουάρ, τραβάμε το καζανάκι,
πληρώνουμε λογαριασμούς― ενώ
επιπλέουμε στον πόνο μας
τινάζουμε τα πόδια
κουνάμε τα δάχτυλά τους
ακούγοντας αταίριαστες μελωδίες
που πλανιούνται στον αέρα
ενώ η οδύνη κατατρώει πια την ψυχή.
ναι, πιστεύω πως είμαστε αξιοθαύμαστοι κι ατρόμητοι
ωστόσο, έπρεπε να τα ’χαμε
παρατήσει
προ πολλού, καλά
δεν λέω;

κι όμως
να που καθόμαστε
κι ανοίγουμε καινούριο
μπουκάλι ακούγοντας
Σοστακόβιτς.
έχουμε πεθάνει τόσες φορές που πια είναι ν’ απορείς
γιατί σκοτιζόμαστε
στην ιδέα του θανάτου.

έτσι
τούτο το ποτό το βάζω για
όλους εμάς
και
βάζω άλλο ένα
για
τον εαυτό μου.

* * *

σε παρακαλώ


τώρα τελευταία, τις νύχτες, σκέφτομαι τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
δεν με πειράζει που οι γυναίκες έφυγαν, ούτε καν τα χρόνια που
χάθηκαν για πάντα
μου αρκεί
να βρούμε τώρα λίγη γαλήνη ―ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης―
όχι γαλήνη και ειρήνη για τον κόσμο― μόνο μια εγωιστική ιδέα γαλήνης
για μένα τον ίδιο
για ν’ αφεθώ τεμπέλικα σαν να βυθιζόμουν σε πράσινα ζεστά
νερά, μια ιδέα μονάχα, μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, τη νύχτα, τη νύχτα που αναπολώ
τα χαραμισμένα χρόνια και τις γυναίκες που έφυγαν, τη
νύχτα, αυτή την ατέλειωτη
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.

* * *

χιονάτη


συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση, καταγράφοντας τις πληγές,
τις αποδράσεις, τ’ ακρωτηριασμένα χρόνια.

πάντα κάτι έμπαινε στη μέση, κάτι πήγαινε στραβά,
κάτι δεν αρκούσε.

συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση,
παίρνοντας μαζί την ηλικία: ένα πρόσθετο βάρος,
γαλήνη δεν βρέθηκε ούτε και τώρα.

τραβάς μια τρίχα κι είναι κατάλευκη σαν
χιόνι.

Υποχωρείς αργά, χωρίς σάλπιγγες,
και δεν μπορείς παρά ν’ αναρωτιέσαι, πάλεψες άραγε
όσο μπορούσες;

ή ήταν όλα
ένα ανόητο στοιχείο;
το μόνο που μας μένει είναι να ελπίζουμε πως όχι.

συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση, οπισθοχωρείς, ώσπου
επιτέλους
φτάνεις πάλι στην αρχή
κι εκεί δεν μπορεί πια κανένας να σε
βρει.

* * *

απολογισμός

κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.

κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.

το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.

κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ’κανα θάλασσα,
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.

ο θάνατος θα ’πρεπε να ’ρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τ’ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.



Τσαρλς Μπουκόβσκι, Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω Από το Βουνό, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Ηλέκτρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου