'Τελειωμένος, ολοκαίνουργιος, ο πίνακας είναι εδώ, μια μη-έννοια. Διότι δεν είναι προς το παρόν παρά μόνο ένας πίνακας, δε ζει προς το παρόν παρά μόνο από τη ζωή των γραμμών και των χρωμάτων, δεν έχει δοθεί παρά μόνο στο δημιουργό του. Πρέπει να αντιληφθείτε ποια είναι η κατάστασή του. Περιμένει να τον βγάλουν από εκεί. Περιμένει τα μάτια, τα μάτια που, με το πέρασμα των αιώνων, διότι πρόκειται για έναν πίνακα του μέλλοντος, θα τον αλλάξουν, θα τον μαυρίσουν, με τη μόνη ζωή που μετράει, τη μορφή των δίποδων χωρίς πτερά. Θα καταφέρουν να τον αποτελειώσουν. Δεν πειράζει. Θα τον μπαλώσουν. Θα τον επιδιορθώσουν. Θα του κρύψουν το φύλο και θα του υποστηρίξουν το στήθος.'

  'Η ζωγραφική του Α. βαν Βέλντε θα ήταν λοιπόν, κατ’ αρχάς, μια ζωγραφική του πράγματος εν αιωρήσει, θα έλεγα ευχαρίστως του νεκρού πράγματος, ιδανικά νεκρού, αν αυτός ο όρος δε συνεπαγόταν τόσο ενοχλητικούς συνειρμούς. Δηλαδή, το πράγμα το οποίο βλέπουμε δεν αναπαρίσταται μόνο ως αιωρούμενο, αλλά ακριβώς έτσι όπως είναι, ακινητοποιημένο πραγματικά. Είναι το πράγμα μόνο του, απομονωμένο από την ανάγκη να το δούμε, από την ανάγκη να δούμε. Το πράγμα ακίνητο μέσα στο κενό, ιδού επιτέλους το ορατό πράγμα, το καθαρό αντικείμενο. Δε βλέπω κανένα άλλο.
   Η κρανιακή κοιλότητα έχει το μονοπώλιο αυτού του αντικειμένου.
   Είναι εδώ που ενίοτε ο χρόνος αποκοιμιέται, όπως η ρόδα του μετρητή όταν σβήσει και η τελευταία λάμπα.
   Εδώ είναι που αρχίζουμε επιτέλους να βλέπουμε, μέσα στο σκοτάδι. Μέσα στο σκοτάδι που δε φοβάται πλέον κανένα ξημέρωμα. Μέσα στο σκοτάδι που είναι ξημέρωμα και μεσημέρι και βράδυ και νύχτα ενός άδειου ουρανού, μιας γης ακίνητης. Μέσα στο σκοτάδι που φωτίζει το πνεύμα.
   Εδώ είναι που ο ζωγράφος μπορεί ήσυχα να μας κλείσει το μάτι.'

   'Ο Α. βαν Βέλντε ζωγραφίζει τη διάρκεια.
   Ο Γκ. βαν Βέλντε ζωγραφίζει τη διαδοχή.
  Εφόσον πριν μπορέσουμε να δούμε τη διάρκεια κι ακόμη περισσότερο πριν μπορέσουμε να την αναπαραστήσουμε, πρέπει να την ακινητοποιήσουμε, ο ένας εγκαταλείπει τη φυσική διάρκεια, αυτή που γυρίζει σαν σβούρα κάτω από το μαστίγιο του ήλιου. Την εξιδανικεύει, κάνοντάς την εσωτερική έννοια. Και είναι ακριβώς εξιδανικεύοντάς την που μπόρεσε να την πραγματώσει με αυτή την αντικειμενικότητα, αυτή την άνευ προηγουμένου καθαρότητα. Αυτό είναι το εύρημά του. Το οφείλει σε μια ακραία ανάγκη να δει καθαρά.
   Ο άλλος, αντιθέτως, είναι ολοκληρωτικά στραμμένος προς το έξω, προς την αταξία των πραγμάτων μέσα στο φως, προς το χρόνο. Διότι δεν αντιλαμβανόμαστε το χρόνο παρά μόνο μέσα στα πράγματα που κινεί, που εμποδίζει να δούμε. Καθώς δίνεται ολοκληρωτικά στο έξω, δείχνοντας τον μακρόκοσμο να ταράσσεται από τα ρίγη του χρόνου, πραγματώνεται, πραγματώνει τον άνθρωπο, αν προτιμούμε, σε ό,τι το πλέον ακλόνητο έχει, στη βεβαιότητά του ότι δεν υπάρχει ούτε παρόν ούτε ανάπαυση. Είναι η αναπαράσταση αυτού του ποταμού που, σύμφωνα με τον ταπεινό υπολογισμό του Ηράκλειτου, κανείς δεν τον περνάει δυο φορές.
   […] Καμία σχέση με τη ζωγραφική του χρονομέτρου, η οποία επειδή αφιερώνει δύο λεπτά την ημέρα στα νούφαρα κατά τη διάρκεια της αιωνιότητας του ψαλμωδού, πιστεύει ότι σταμάτησε τη γήινη περιστροφή, χωρίς να αναφερθούμε στους ενοχλητικούς σπασμούς των κατώτερων άστρων.'

   'Ο χώρος σας ενδιαφέρει; Ας τον κάνουμε να τρίξει.
   Ο χρόνος σας βασανίζει; Ας τον σκοτώσουμε όλοι μαζί.
   Η ομορφιά; Ο άνθρωπος συνενωμένος.
   Η καλοσύνη; Πνίγεσαι.
   Η αλήθεια; Η πορδή του πιο μεγάλου αριθμού.
   Τι θα απογίνει μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι, αυτή η μοναχική ζωγραφική, μοναχική από τη μοναξιά που καλύπτει το κεφάλι της, από τη μοναξιά που απλώνει το χέρι της. Αυτή η ζωγραφική της οποίας το ελάχιστο τμήμα περιέχει περισσότερη αληθινή ανθρωπότητα απ’ ό,τι όλες τους μαζί οι λιτανείες προς και ευτυχία καθαγιασμένου αμνού.
   Υποθέτω ότι θα τη λιθοβολήσουν.
  Υπάρχουν οι αιώνιες συνθήκες της ζωής. Και υπάρχει το κόστος της. Δυστυχία σ’ όποιον τις ξεχωρίσει.’


Σάμουελ Μπέκετ, Ο Κόσμος και το Παντελόνι & Ζωγράφοι του Εμποδίου, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου