'ΧΑΜ: Θα ’ρθει η ώρα που θα ’σαι τυφλός. Σαν και μένα. Θα ’σαι καθισμένος, κάπου, ένα σβωλαράκι χαμένο μέσα στο κενό, για πάντα, στο σκοτάδι. Σαν και μένα. (Παύση) Θα ’ρθει η ώρα που θα πεις, Είμαι κουρασμένος, ας πάω να καθίσω, και θα πας να καθίσεις. Έπειτα θα πεις, Πεινάω, θα σηκωθώ και θα ετοιμάσω κάτι να φάω. Αλλά δε θα σηκωθείς. Θα πεις, Δεν έκανα καλά που κάθισα, αλλά μια και κάθισα, ας μείνω ακόμα λίγο καθιστός, κι έπειτα σηκώνομαι και ετοιμάζω κάτι να φάω. Αλλά δε θα σηκωθείς και δε θα ετοιμάσεις να φας. (Παύση) Θα κοιτάξεις τον τοίχο για λίγο, κι έπειτα θα πεις, Θα κλείσω τα μάτια μου, ίσως και να κοιμηθώ λιγάκι, μετά θα αισθάνομαι καλύτερα, και θα τα κλείσεις. Κι όταν τα ξανανοίξεις, δε θα υπάρχει πια τοίχος. (Παύση) Θα σε περιζώνει η απεραντοσύνη του κενού που και όλοι οι νεκροί να ζωντάνευαν από καταβολής κόσμου, πάλι δε θα το γέμιζαν, κι εσύ θα ’σαι σαν το χαλικάκι καταμεσής στη στέπα. (Παύση) Ναι, θα ’ρθει η ώρα που θα καταλάβεις, που θα ’σαι σαν και μένα, μόνο που εσύ δε θα ’χεις κανέναν, γιατί δε θα ’χεις σπλαχνιστεί κανέναν και γιατί δε θα υπάρχει πια κανένας να τον σπλαχνιστείς.'

'ΧΑΜ: Κλαις, κλαις, για το τίποτα, για να μη γελάσεις, και σιγά σιγά… σε κυριεύει μια αληθινή θλίψη. […] Όταν συλλογιέμαι όλους αυτούς που μπορούσα να βοηθήσω. (Παύση) Να βοηθήσω! (Παύση!) Να σώσω. (Παύση) Να σώσω! (Παύση) Ξετρυπώναν από παντού. (Παύση. Βίαια) Μα για σκεφθείτε λίγο, για σκεφθείτε, στη γη βρισκόσαστε, σωτηρία δεν υπάρχει! (Παύση) Φύγετε από δω και αγαπάτε αλλήλους! Γλείψε τον πλησίον σου ως σεαυτόν! […] Το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή, κι ωστόσο συνεχίζουμε. (Παύση) Θα μπορούσα ίσως να συνεχίσω την ιστορία μου, να την τελειώσω και ν’ αρχίσω μιαν άλλη. […] Θα ’ναι πια το τέλος και θ’ αναρωτηθώ τι μπορεί να το ’φερε, και θ’ αναρωτηθώ τι μπορεί να… (διστάζει)… γιατί άργησε τόσο. (Παύση) Θα βρίσκομαι εδώ, στο παλιό λημέρι, μόνος ενάντια στη σιωπή και… (διστάζει)… την αδράνεια. Αν καταφέρω να σωπάσω, και να μείνω ακίνητος, τότε ξέγραψε και τον ήχο, και την κίνηση. […] Κρατάς την ανάσα σου κι έπειτα… (ξεφυσάει). Έπειτα μιλάς, γρήγορα, λόγια, σαν το μοναχικό παιδί που καμώνεται πως είναι δυο τρεις μαζί για να ’ναι μ’ άλλους παρέα, για να κουβεντιάζει μ’ άλλους παρέα μες στη νύχτα.'

'ΚΛΟΒ, βλέμμα απλανές, άχρωμη φωνή: Μου είπαν, Έτσι είναι ο έρωτας, ναι, ναι, πίστεψέ με, βλέπεις τι―
ΧΑΜ: Μίλα πιο καθαρά!
ΚΛΟΒ: ―τι εύκολο που είναι. Μου είπαν, Έτσι είναι η φιλία, ναι, ναι, σε βεβαιώ, δε χρειάζεται να ψάξεις άλλο. Μου είπαν, Εδώ είναι, στάσου, σήκωσε το κεφάλι σου και κοίτα αυτή την ομορφιά. Αυτή την τάξη! Μου είπαν, Έλα τώρα, δεν είσαι δα κανένα ζώο, σκέψου τα αυτά και θα δεις πως όλα γίνονται ξεκάθαρα. Και απλά! Μου είπαν, Όλους αυτούς τους λαβωμένους που πεθαίνουν, με τι επιστημονική φροντίδα τους κοιτάνε. (Παύση) Λέω στον εαυτό μου, Καμιά φορά, Κλοβ, πρέπει να καταφέρεις να δεινοπαθείς καλύτερα, αν θες να βαρεθούν να σε τιμωρούν - κάποτε. Λέω στον εαυτό μου, Καμιά φορά, Κλοβ, πρέπει να κάνεις πιο αισθητή την παρουσία σου, αν θες να σε αφήσουν να φύγεις - κάποτε. Μα νιώθω πολύ γέρος, και πολύ απόμακρος, για να μπορέσω ν’ αλλάξω συνήθειες. Δε θα τελειώσει λοιπόν ποτέ, δε θα φύγω ποτέ. (Παύση) Ωσότου μια μέρα, ξαφνικά, τελειώνει, αλλάζει, δεν καταλαβαίνω, πεθαίνει, ή πεθαίνω εγώ, ούτε αυτό το καταλαβαίνω. Ρωτάω τις λέξεις που απομένουν― ύπνος, ξύπνος, βράδυ, πρωί. Δεν έχουν τίποτα να πουν. […] Λέω πως η γη έσβησε, μόλο που δε θυμάμαι να την είδα ποτέ να φέγγει. (Παύση) Δε χρειάζεται πια προσπάθεια. (Παύση) Όταν θα σωριαστώ, θα κλάψω από ευτυχία.'


Σάμουελ Μπέκετ, Τέλος του παιχνιδιού, μτφρ. Κωστής Σκαλιόρας, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου