'Σὲ μία τέτοια στιγμή, ὁ Μάρφυ, θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὅλες τὶς βάσιμες ἐλπίδες ποὺ εἶχε γιὰ τὸν προθάλαμο τοῦ Καθαρτηρίου γιὰ πέντε μονάχα λεπτὰ ξάπλας στὴν κουνιστὴ καρέκλα, ν’ ἀπαρνηθεῖ τὸ καταφύγιο τοῦ βράχου τοῦ Μπελάκουα καὶ τὴν πολύμηνη ἐμβρυακὴ ἀνάπαυση, πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα τοῦ νότου ποὺ τρέμει τὴν αὐγὴ πίσω ἀπὸ τὰ καλάμια, καὶ τὸν ἥλιο στὸ λοξό του σήκωμα πρὸς τὸ βορρὰ· ἀνάπαυση δίχως ἐξιλέωση, ὡσότου ξαναπερνοῦσαν ὅλα στ’ ὄνειρο, σ’ ἕνα ὄνειρο παιδικό, ἀνόθευτο, ποὺ ἀρχίζει ἀπ’ τὴ σπερμοθήκη καὶ φτάνει στὸ φοῦρνο τοῦ κρεματορίου. Εἶχε μία τόσο ὑψηλὴ ἰδέα γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ θὰ γεννιόταν μετὰ τὸ θάνατό του, τὰ πλεονεκτήματά της δὲν ἔφευγαν ἀπ’ τὸ μυαλό του, τὰ ’βλεπε τόσο λεπτομερειακά, ποὺ σχεδὸν δὲν τολμοῦσε νὰ ἐπιθυμεῖ τὴ μακροβιότητα. Ἔτσι, τουλάχιστον, θὰ ’χε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ ὀνειρεύεται, νὰ βλέπει τὶς αὐγὲς νὰ διατρέχουν τοὺς ζωδιακούς τους κύκλους πριν’ ἀπ’ τὸ κουραστικὸ ἀνέβασμα στὸν Παράδεισο. Ἡ κατωφέρεια ἦταν ὀνειδισμένη. Ὁ Θεὸς ἀγρυπνάει γιὰ νὰ μὴν ἔρθει, μὲ εἰσιτήριο μία προσευχὴ καλῆ, κανένας ἔμπορος χρωμάτων νὰ τοῦ συντομεύσει τὴν ἐξάσκηση.'

  'Τὴ διάκριση ποὺ ἔκανε ἀνάμεσα στὶς παρουσίες τῆς πράξης καὶ τὶς παρουσίες τῆς δύναμης τοῦ πνεύματός του, δὲν τὴ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ ταξινομήσει ὅ,τι εἶχε μορφὴ καὶ ὅ,τι ἄμορφο ἔτεινε πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ μονάχα ὅ,τι εἶχε μία ἐμπειρία μονάχα διανοητική. Ἔτσι ἡ μορφὴ τῆς κλωτσιᾶς ἦταν μία παρουσία πράξης, ἐκείνη τοῦ χαδιοῦ μία παρουσία ἰσχύος.
   Τὴν πλευρὰ τῆς πράξης, τὸ πνεῦμα τὴν αἰσθανόταν ἀπὸ πάνω καὶ ξεκάθαρη, τὴν πλευρὰ τῆς δύναμης ἀπὸ κάτω καὶ σκοτεινή, δίχως, ὡστόσο, νὰ ἐπανασυνδέει αὐτὸ τὸ αἴσθημα μὲ τὸν ἠθικὸ διάβολο. Ἡ διανοητικὴ ἐμπειρία ξεχώριζε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐμπειρία, τὰ κριτήριά της δὲν ἦταν τὰ ἴδια μὲ κεῖνα τῆς φυσικῆς ἐμπειρίας, ἡ συμμόρφωση μίας πλευρᾶς τοῦ περιεχομένου της μὲ τὴ φυσικὴ πραγματικότητα δὲν πρόσθετε ἀξία σ’ αὐτὴ τὴν πλευρά. Τὸ πνεῦμα δὲν λειτουργοῦσε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ διαιρεθεῖ σύμφωνα μὲ μία ἄξια κριτικὴ γνώμη. Δὲν ἦταν φτιαγμένο ἀπὸ καλὸ καὶ κακό, ἀλλὰ ἀπὸ φῶς, σκιόφωτο καὶ σκοτάδι, ἀπὸ ἕνα ἀπὸ πάνω καὶ ἕνα ἀπὸ κάτω. Δὲν περιεῖχε μορφὲς καλὲς καὶ μορφὲς κακές, μὰ μορφὲς ποὺ εἶχαν τοὺς παραλλήλους τοὺς μέσα σ’ ἕνα ἄλλο σύστημα, καὶ μορφὲς ποὺ δὲν εἶχαν. Δὲν προμηνοῦσε καμιὰ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸ φῶς ροῦ καὶ στὸ σκότος του, καμιὰ ἀνάγκη νὰ εἶναι πότε στὸ φῶς, πότε στὸ σκιόφωτο, πότε στὸ σκότος. Αὐτὸ ἦταν ὅλο.
   Ἔτσι ὁ Μάρφυ αἰσθανόταν σχισμένος σὲ δυό, ἀπ’ τὴ μία ἕνα σῶμα, ἀπ’ τὴν ἄλλη ἕνα πνεῦμα. Φαινομενικὰ ἐπικοινωνοῦσαν, διαφορετικὰ δὲ θὰ ’ξερε τί τὸ κοινὸ ἔχουν μερικὰ πράγματα μεταξύ τους. Ὡστόσο αἰσθανόταν πὼς τὸ πνεῦμα ἦταν ἀδιαπέραστο στὸ σῶμα, στεγανό, καὶ δὲν καταλάβαινε ἀπὸ ποιὰ ὁδὸ πραγματοποιοῦνταν αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία, οὔτε πὼς οἱ δυὸ ἐμπειρίες χυνόντουσαν ἡ μία στὴν ἄλλη. Εἶχε πεισθεῖ πὼς ἀνάμεσα στὶς δυὸ δὲν ὑπῆρχε ἄμεση δράση. Δὲ σκεφτόταν μία κλωτσιὰ ἐπειδὴ τὴν αἰσθανόταν, αἰσθανόταν τὴν κλωτσιὰ ἐπειδὴ τὴ σκεφτόταν. Ἴσως, ἀνάμεσα στὴ συνείδηση καὶ στὸ γεγονὸς τῆς κλωτσιᾶς, ὑπῆρχε ἡ ἴδια συνοχὴ μὲ κείνη ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ δυὸ μεγέθη σὲ σχέση μ’ ἕνα τρίτο, ἢ ἀνάμεσα σὲ δυὸ ἀποτελέσματα σὲ σχέση μὲ μία κοινὴ ὑπόθεση. Ἴσως ὑπῆρξε ἔξω ἀπὸ Χρόνο καὶ Χῶρο, μία ὄχι νοητικὴ κλωτσιά, μία κλωτσιὰ ὄχι φυσική, μὲς στὸ ἀπόλυτα αἰώνιο, ποὺ σκοτεινὰ ἀποκαλύφθηκε στὸ Μάρφυ σ’ αὐτὲς τὶς δυὸ ἀμοιβαία σχετικὰ μορφές, τῆς νόησης καὶ τῆς ἔκτασης, τὸ λάκτισμα in intellectu καὶ ἡ κλωτσιὰ in re. Ἀλλὰ ποῦ λοιπὸν ἦταν ἡ ὑπέρτατη Θωπεία;
    Ὅπως κι ἂν ἦταν, ὁ Μάρφυ ἦταν ἕτοιμος ν’ ἀποδεχτεῖ τὴ μερικὴ αὐτὴ συμφωνία ἀνάμεσα στὸν κόσμο τοῦ πνεύματός του καὶ κεῖνο τοῦ σώματός του, σὰν ἀποτέλεσμα ἑνὸς ὁποιουδήποτε ὑπερφυσικοῦ προσδιορισμοῦ. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶχε πολὺ ἐνδιαφέρον. Αὐτὸς ἦταν ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ κάθε ἐξήγηση ποὺ δὲ θὰ βλαστημοῦσε τὸ αἴσθημα, ὁλοένα καὶ πιὸ ἰσχυρὸ ὅσο γερνοῦσε, γιατί τὸ πνεῦμα τοῦ ἦταν κλειστό, μία κλειστῆ ἀταξία, μὴ ὑποκείμενη σὲ ἄλλες ἀρχὲς ἀλλαγῆς ἔξω ἀπὸ τὴ δική της, αὐτάρκη καὶ ἀδιαπέραστη στὶς σωματικὲς μεταπτώσεις. Ἐνδιαφερόταν πολὺ λιγότερο γιὰ τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς κατάστασης παρὰ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ θ’ ἀντλοῦσε ὀφέλη ἀπ’ αὐτήν.
   Σχισμένος στὰ δυὸ καθὼς ἦταν, ὁλόκληρο τὸ ἕνα του μέρος δὲν ἄφηνε ποτὲ τὸ ἰδιαίτερο διανοητικό του δωμάτιο ποὺ τὸ φανταζόταν σὰν μία σφαίρα γεμάτη φῶς, σκιόφωτο καὶ σκότος. Καὶ δὲν τὸ ἐγκατέλειπε γιατί δὲν εἶχε ἔξοδο.'


Σάμουελ Μπέκετ, Μάρφυ, μτφρ. Ρίτα Μπούμη–Παπά, εκδ. Δωρικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου