'Τὴν τελευταία στιγμή, κάθισε σὲ μιὰ πέτρα, νιώθοντας ξαφνικὰ νὰ λυπᾶται τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν τύχη του, γιὰ τὴν τύχη τῆς γυναίκας του, τῆς κόρης του ἀκόμη καὶ τοῦ Ἐρνέστ. Τὸ σπίτι ἦταν πίσω του, κοντά του, ἀθέατο, τοποθετημένο πάνω στὸ βράχο σὰν παιχνίδι μὲ κατασκευὲς, καὶ ἡ καμινάδα του σίγουρα κάπνιζε. Ὁ Ἐρνέστ ἕτρωγε τὸ πρωινό του πρὶν φύγει γιὰ τὸ σχολεῖο. Τὴν Ἐνριέτ θὰ τὴν ἄφησαν νὰ κοιμηθεῖ· εἶχε τόσο σπάνια τὴν εὐκαιρία νὰ χουζουρέψει μέχρι ἀργὰ στὸ κρεβάτι.
   Τὸ πρωί, τὸ σπίτι εἶχε μιὰ δικὴ του ζεστὴ μυρωδιά, ἕνα κράμα ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ τῶν δωματίων, τὴν εὐωδιὰ τοῦ καφὲ καὶ λίγο ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ τῆς ἐξοχῆς. Ὅταν ἐπέστρεφε, πρώτη του δουλειὰ ἦταν ν’ ἀπλώσει τὰ χέρια του πάνω ἀπ’ τὴ φωτιά, μετά νὰ βγάλει τὰ χοντροπάπουτσά του καὶ νὰ βάλει τὶς παντόφλες του ποὺ τὶς ζέσταιναν στὸ καπάκι τοῦ φοῦρνου.
   Ὅλο τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἡμέρας ὕστερα ἦταν δικό του, πρῶτα γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, μ’ ἕναν ὕπνο μέσα στὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόταν ὅλους τοὺς θορύβους τοῦ σπιτιοῦ καὶ τοῦ δρόμου. Μετά, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι ἤθελε, νὰ τακτοποιήσει τὶς πετονιές του, νὰ βάψει τὴ βάρκα του, νὰ παίξει μὲ τὰ κουμπιὰ τοῦ ραδιοφώνου ἤ νὰ διορθώσει ἕνα ξυπνητήρι.
   Ἔβγαλε τὸ σαλάμι ἀπ’ τὴν τσέπη του καὶ τὸ κοίταξε περίεργα, σάμπως νὰ εἶχε ξεχάσει ὅτι τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ ἴδιος. Ἡ θάλασσα ἤταν ἤρεμη, ἔβλεπες μόλις μιὰ λεπτὴ λευκὴ γιρλάντα ἀφροῦ στὴν ἐπιφάνειά της, ἀλλὰ στὰ ἀνοιχτὰ τὰ κυματάκια στριμώχνονταν σπρωγμένα ἀπ’ τοὺς ἀνέμους τῆς ξηρᾶς. Ὁ Μαλουὲν ἀναγνώρισε τὶς βάρκες ποὺ ἔσερναν ἀργὰ τὶς γαγγάμες τους ψαρεύοντας τὰ χτένια.
   ―Ἀλήθεια! Δὲν φάγαμε ἀκόμη φέτος τὸ χειμώνα, σκέφτηκε.
   Ἀρκετὴ ἡ ἀνάπαυλα ποὺ χάρισε στὸν ἑαυτό του. Δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ὅλη τὴ μέρα καθισμένος στὴν πέτρα.
   Ἀλλὰ ἐνεργοῦσε ὅλο καὶ μὲ μικρότερη ζέση. Δὲν ἔβλεπε πλέον τόσο καθαρὰ τὴ σημασία οὔτε τὴν ἀναγκαιότητα αὐτῶν ποὺ ἤθελε νὰ κάνει. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ ἐπέστρεφε σπίτι του ἀποφασίζοντας ὅτι δὲν εἶχε συμβεῖ τίποτα καὶ ὅτι ἡ ζωὴ συνεχίζεται. Ἀλήθεια, δὲν θὰ ἦταν δυνατό;
   Θυμήθηκε τὸν κουνιάδο του, ποὺ πάντα τὸν σιχαινόταν, καὶ αὐτουνοῦ ἡ εἰκόνα τὸν ἔκανε νὰ ἀποφασίσει. Ξανάβαλε τὸ σαλάμι στὴν τσέπη, σηκώθηκε βαριά, σὰν κάποιον ποὺ ὅλοι οἱ μύες του εἶναι πιασμένοι.'

Ζωρζ Σιμενόν, Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο, μτφρ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου