'Παρά την ταλαιπωρία τους, η Μαρία κοιτάζει γύρω της με μια έκπληξη στο βλέμμα που τον εντυπωσιάζει, λες κι αυτή η φριχτή μουσκεμένη βόλτα σηματοδοτεί το τέλος της σχολικής χρονιάς, φέρνοντας μαζί και τις αναμνήσεις από τα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας: το κύλισμα στο γρασίδι, ο πονοκέφαλος απ’ τη ζέστη, οι άδειοι τεμπέλικοι δρόμοι τα απογεύματα που δεν κουνιέται φύλλο, τα σχόλια από τα ραδιόφωνα των διερχόμενων αυτοκινήτων, η βραχνή φωνή της μητέρας της να έρχεται απ’ το μπαλκόνι μέσα στο σκονισμένο δειλινό, που πέφτει τόσο αργά που νιώθεις εξαπατημένος από την υποχώρηση του φωτός. Όλα αυτά να χάνονται, η έλευση του μπούστου και των καμπυλών που αναγγέλουν καινούρια, πιο επικίνδυνα παιχνίδια και αναπτύσσουν τα ακατάδικτα μειδιάματα και τις απόμακρες πόζες, αμελητέες άμυνες απέναντι στην προσήλωση των ατιθάσευτων αγοριών που είναι αδιάλειπτα στραμμένη πάνω της. Μετανιώνει για τον ρόλο του στις πρόσφατες τραγωδίες της, αλλά αποδιώχνει τη σκέψη εκλογικεύοντάς την· αν δεν ήταν αυτός να αναλάβει το έργο, θα ήταν κάποιος άλλος, λιγότερο περιποιητικός άρπαγας.'

  'Στα δεξιά, βλέπουμε το παχύ χορτάρι και ξέρουμε πως είναι το σωστό σημείο. Υπάρχει ένα ξέφωτο μέσα στην πυκνή βλάστηση με τις φτέρες, τα δέντρα και τους θάμνους. Μία όαση φτιαγμένη για υπαίθριο πήδημα. Πετάμε τους σάκους μας κάτω και καθόμαστε στο γρασίδι, σαν ζευγάρι που έχει βγει για πικνίκ. Με μια παράξενα σεμνή χειρονομία, η Τζόαν κάνει να ισιώσει τη φούστα της. Έχει ένα αμυδρό σημάδι πάνω απ’ το μάτι που δεν το ’χα προσέξει ποτέ. Την τραβάω κοντά μου και τη φιλάω. Το γλείφω, το σημάδι, κι απλώνω τη γλώσσα μου στο πρόσωπό της σαν το σκυλί. Με φιλάει, δαγκώνοντας το πάνω χείλι μου. Το χέρι μου πιάνει τα βυζιά της απ’ τη μπλούζα κι αυτή τη βγάζει με φούρια και ξεκουμπώνει το τζιν και μου βγάζει λαχανιάζοντας τον πούτσο απ’ το παντελόνι. «Να γαμηθούμε... να το κάνουμε τώρα...» Μετά σταματάει και λύνει τις μπότες της στα γρήγορα, ενώ βγάζω κι εγώ τα παπούτσια μου.
   Τη ρωτάω αν της έχει γλείψει ποτέ κανένας το μουνί και μου λέει, «Όχι, θα μου το κάνεις εσύ;» κι εγώ της λέω, «Ναι. Ναι, θα σ’ το φάω...» και της τραβάω απότομα το καλσόν και την κιλότα με τη μία και σκύβω στη γλυκιά, βελούδινη τούφα της. Η γλώσσα μου ανοίγει τα χείλη του μουνιού της και στριφογυρίζει στο σημείο. Ήμουν απροετοίμαστος για την αγριότητα της αντίδρασής της - βγάζει αμέσως πνιχτούς αναστεναγμούς, μετά αρχίζει να μουγκρίζει. «Θα σου ρουφήξω τον πούτσο... Θα στον ρουφήξω μέχρι να ματώσει...» και γυρνάει στο πλάι, στρίβει την πλάτη της και χώνει τους αγκώνες της στο γρασίδι, ώσπου νιώθω τη γλώσσα της να γλείφει τ’ αρχίδια μου που κρέμονται και μετά σφίγγει το στόμα της γύρω απ’ το πουλί μου. Είμαστε κι οι δυο μες στην κάβλα κι αφήνω το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στους θάμνους για να ξεχάσω την ορμή που συσσωρεύεται μέσα μου. Ξαφνικά, μου σπρώχνει τη λεκάνη, βγάζει το πουλί μου απ’ το στόμα της και χώνει τα νύχια της στ’ αρχίδια μου. Την καταλαβαίνω που χύνει, με γρήγορους, βίαους σπασμούς, οπότε γυρίζω από πάνω κι αρχίζω να τη γαμάω αργά, μετά δυνατά, κι αυτή τελειώνει ξανά και ξανά. Ο θρόνος του Αρθούρου και το Σόλσμπερι Κραγκς υψώνονται από πάνω μας και δεν μας νοιάζει μία για τον περίεργο περαστικό ή τον τύπο που κάνει τζόγκινγκ στο μονοπάτι κάτω απ’  την καβατζωμένη πλαγιά. Εμπιστεύομαστε τα σφεντάμια και τις φτέρες να μας κρύψουν, καθώς γαμιόμαστε σπρώχνοντας το Εδιμβούργο πιο πέρα στον ορίζοντα. Προσπαθούμε να μην κάνουμε θόρυβο, αλλά αυτή βογκάει σαν επιληπτική, σε σημείο που τη ρωτάω αν είναι καλά, αλλά αντί γι’ απάντηση γίνεται κόκκινη κι εκρήγνυεται ξανά. «Ω, γαμώ τα γαμήσια...» λέει, μισώντας σχεδόν την τελική της κορύφωση, αλλά συνεχίζει επιτακτικά για να στραγγίξει και τις τελευταίες σταγόνες  της μέθης της. Αισθάνομαι ανεβασμένος και σφηνωμένος στη στιγμή. Ποτέ δεν έχω τρελάνει έτσι γκόμενα που γαμάω τόσο ασυνείδητα. Αλλά εγώ δεν έχω τελειώσει ακόμα, οπότε τραβιέμαι και γυρίζω το χαλαρό, εξαντλημένο κορμί της απ’ την άλλη κι ανοίγω τ’ απαλά της κωλομέρια, φτύνω στη σφιχτή σχισμή και βάζω ένα δάχτυλο στην πρώτη τρύπα, μετά στη δεύτερη. Μένει σιωπηλή καθώς ο σφιγκτήρας της μου γραπώνει το δάχτυλο, αλλά είναι ακόμα πολύ χαλαρωμένη και γαμώ τις φάσεις, γιατί όποτε έχω βάλει ή έχω προσπαθήσει να βάλω δάχτυλο στον κώλο γκόμενας, ή γκόμενα στον δικό μου, πέφτει πολύ σφίξιμο. Της λέω τι θα της κάνω και σπρώχνω τον πούτσο μου στην κωλοτρυπίδα της. Παίρνει ώρα για να μπει, αλλά στο τέλος γίνεται. Της δαγκώνω τ’ αυτί και τον σβέρκω, φτύνω τρίχες απ’ το στόμα κι αυτή ουρλιάζει «Τέλειωσέ το! Τέλειωσέ το!» σαν προπονητής του μποξ, και παρόλο που δεν μπορώ να πιάσω καλό ρυθμό λόγω της στενότητας, η λαγνεία με απογειώνει κι αδειάζω μες στον κώλο της.
  Το κουρασμένο πουλί μου γλιστράει έξω και ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα σαν τραυματίες μετά από σύγκρουση τρένων, μέχρι που μας πλακώνει ένα βαρύ πέπλο πανικού και απέχθειας. Με κάνει κι ακινητοποιούμαι. Πρώτη σηκώνεται η Τζόαν. [...] Με τρώει ο φόβος κι η αυτοαπέχθεια κι έρχομαι φάτσα με τον αντίκτυπο αυτού που μόλις έκανα. Η Τζόαν κάθεται για λίγο με τα γόνατα στο στήθος, μετά μαζεύει το σουτιέν, το εσώρουχο και την μπλούζα της. Φοράει το καλσόν της και δένει τις Martens. Μες στη θολούρα μου, με βλέπω να παρατάω το πανεπιστήμιο και να μην ξαναγυρίζω ποτέ και σκέφτομαι την πρέζα, την πρέζα, την πρέζα· τώρα τη χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ. Αρχίζω να μαζεύω τα ρούχα μου και ντύνομαι. Η Τζόαν σηκώνεται όρθια, χωρίς σχεδόν να με κοιτάξει, μου λέει, «Πάω να φύγω», και απομακρύνεται χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα πίσω. Κι εγώ βουλιάζω ακόμα πιο βαθιά στα ερείπια της ψυχής μου, καταλαβαίνοντας πως γι’ αυτή δεν ήταν ντροπή. Κάνω τη σκέψη πως δεν ήθελε τίποτα από μένα που δεν το είχε ήδη.'

  'Ο ήλιος πέφτει και οι κοιλιές που σχηματίζουν τα σύννεφα γίνονται ροζ. Ο Ρέντον σκέφτεται πως όσο νωρίς και να ξυπνήσεις και όσο αργά να την πέσεις, ποτέ δεν θα δεις την ακριβή στιγμή που ξεκινά το φως, ούτε την πρώτη μελανιά του σκοταδιού κάτω απ’ το εύθραστο δέρμα του. Η ομορφιά και η τρομακτική, απορσμέτρητη σοφία της μετάβασης.'

  'Τελείωσαμε εδώ πέρα.
   Συνειδητοποιώντας το, με το βλέμμα ψηλά στη γενναιοδωρία και την ακτινοβολία των αστεριών, ο Ρέντον αισθάνεται ανυψωμένος, σαν να ανταμείβεται μ’ ένα είδος αιώνιας παιδικότητας - η ιδέα πως ολόκληρη η γη είναι δική του, να την κληρονομήσει και να τη μοιραστεί με κάθε ανθρώπινο πνεύμα. Σύντομα θα είναι ξανά ελεύθερος. Θυμάται πως στο τέλος της ζωής του, ο Νίτσε συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσες απλά να να γυρίσεις την πλάτη σου στον μηδενισμό. Έπρεπε να τον ζήσεις, για να περάσεις καλώς εχόντων των πραγμάτων στην άλλη πλευρά, αφήνοντάς τον πίσω.'


Ίρβιν Γουέλς, Skagboys, μτφρ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδ. Οξύ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου