'Κάθε φορά που μου ’ρχεται στο νου αυτός ο ψόφιος σπιτόγατος, ο Σεμ ο Σκρίβενιτς, που μια ζωή μου κόβει φράσεις για να μου παίρνει λόγια, θεμουφύλαγε, δηλώνω ευθαρσώς πως σαγονοπονώ! Και πάνω που σκαρύφαινα το σκιαγράφημά του, να τον που αρχινίζει τη βιογραφρίκα του με κοπρότατες αισχρολογίες.'

  'Πούντα τα όλα τα παιδιά της, λέω; Εις βασιλείαν απωλεσθείσαν, εις δύναμιν μέλλουσαν, εις δοξαπατρί; Αλληλούγαια, αλληλούδατα! Αλλά εδώ, αλλά όχι άλλο, αλλά χαμένα αλλού.'

  'Σε τάισαν, σε πότισαν, σ’ ανάθρεψαν και σ’ έθρεψαν από την ευλογημένη παιδική σου ηλικία και πέρα σε τούτο το νησί των δυο πάσχα… και τώρα μα την αλήθεια, νέγρος ανάμεσα σε λευκομπάσταρδους τούτου του μπάσταρδου αιώνα έγινες κι εσύ σαν τους διπλοσώματους διπλοπνεύματους αντίπαλους θεούς, αφανέρωτος και φανερός, όχι, καταδικασμένε ηλίθιε, αναρχικέ, εγωαρχικέ, αιρεσιάρχη, στύλωσες το διαλυμένο σου βασίλειο πάνω στο κενό της βαθύτατα αναποφάσιστης ψυχής σου.'

  'Ήταν γκρίζος στις τρεις, σαν τον κύκνο τον πυγόποδα, όταν έκανε την καπελαδούρα του στο κοινό και διοπτροφόρος σαν μετάνιωσε μετά τις εφτά… Χτυπιόταν κάτω μ’ ένα γέλιο παροξυσμικό στην ηλικία της απώλειας της λογικής την αχτύπητη πρώτη φορά που τα τίναξε πριν από μένα. Είναι αλλόκοτος, σ’ το λέω, και μεσαιωνικός ίσαε το ψυχωμένο του μεδούλι, Μην τον κοιτάς που όλο περδουκλώνεται κι είναι η μούρη του σαν αργασμένη. Γι’ αυτό του απαγορέψανε να ζευγαρώσει και τον ορμήνεψαν ν’ αποφύγει τη γαμοαρένα κατά το Νόμο των Ανίσχυρων Πτωμάτων… Μετά κόλλησε ευρωπίτιδα και μπήκε στην εταιρεία των ιησούδων. Με τους Γαλάτες και τους Φραντς Τσέχους και τους Βουδαπέστους και τους Μπρατισλάβους.'

  'Αχ τριέστι, τριέστι, τα σωθικά μου έφαγα!'

  'Γητεμένοι, αγαπητέ γλυκέ Ασπίσλαε, νιε εξομολογητή, φίλτερε φίλτατε, ενταύθα κείμεθα, περίψηλοι, Ω παντεπόπτα, σε χαιρετούμε.'

  'Αχ! Η κατρακύλα μου σε τι βαρύαλγο τον κατρακύλησε. Μήτε καλόπιστο πιοτί, μήτε καμπανιστός καμπανίτης μήτε λαρυγκόκαυκο αψέντι, μήτε πούεο ζεοζήθι. Σάλιο! Ο τραγικός παλιάτσος βαλάντωνε άνευ βαλαντίου σπένδων νερωμένας σπονδάς με ξινίποτο τι χρώματος ρουβινί πορτοκαλώχρου τσαγαλοκίτρινου βαθυποκυάνου εκ συντεθλιμμένης αγρίφραππας.'

  'Το σιωπηλό κοκόρι επιτέλους θα λαλήσει. Τον ύπνο η δύση θα τινάξει απ’ την ανατολή. Περιπάτει όσο έχεις τη νύχτα μέρα, ελαφροπρογευματοκομιστά…'

  'Επίτρεψέ μου να σου πω, με τη μέγιστη ευγένεια, πως με τον πιο συνηθισμένο τρόπο ήταν προμελετημένα, τα πρωτοτόκια σου, λέω, να… έχεις ένα συγκεκριμένο καθήκον… σε συγκεκριμένο ιερό λειτούργημα… σε συγκεκριμένες αγωνιώδεις ώρες γραφείου… και να κάνεις τη δεκαρο-δουλίτσα σου κι έτσι να κερδίζεις τις ειλικρινείς ευχαριστίες του έθνους… όμως, άμα το δεις, χαλαρά και το φουσέκι και το στόχο σου, την κοπανάς σαν τον Μπουλανζέ απ’ το Γκάλγουεη… και μας το λαλάς αλλού το τραγουδάκι… νομάδας, φεγγαροκρουσμένος κάτω από τα φανάρια, κόντρα μας, πασχίζοντας ανάμεσα στα πνιχτά γέλια των άλλων να συγκαλύψεις με το ζευγάρωμα την κοπρολαγνεία σου… αρσενικά μονοσύλλαβα πανομοιότυπου ποντικού, ένας ιρλανδός εμιγκρές που έφυγε από τη λάθος πόρτα, εσύ που θρονιάζεσαι στο στραβοχυμένο σου φτηνιάρικο στυλάρι, ψευτοκαλόγερος χωρίς τους φραμπαλάδες του, εσύ (με το γέλιο του Σέξπυρ θα με βοηθήσεις με το επίθετο;) ημισημιτικέ καρποφόρε ανιχνευτή, εσύ (ευχαριστώ, νομίζω πως αυτό σε περιγράφει) Ευρασιάτη Αφριγιάνκη!'

  'Το περιπαθητικό μορφοείδωλο της ανοικονόμητης Ακκιακρίδας με την ετερηκάρα στο μυρμήγκι, ύστερα από τα τρις ακαρεί ταξίδια, άνευ ασφαλείας και αγάπης, ζώον κατηγορίας πτερού, καθοσιώνοντας κανονικώς και κομπαστικώς την απελπισία του χρόνου, παραέπεφτε κατά πώς φαίνετααι βαρύ για τη βαρύτητά του.'

  'Και τότε ο ευσεβής Αινείας, υπάκουσε στο βροντερό φιρμάνι που επιτάσσει στην τρεμυλώδη γη πως σαν έρθει το κάλεσμα, αυτός θα παράγει νυχθημερινά από το απαίσιο σώμα του μια όχι απροσδιόριστη ποσότητα αισχρού υλικού μη προστατευόμενη από κοπιράιτ στα Ηνωμένα Άστρα της Ουρανίας γιατί αλλιώς θα του κάνουν κι αυτό και τ’ άλλο και το παραδίπλα και το παραπίσω, με τούτη την πώρωση, που κάνει το αίμα να βράζει, γαλλικό οξύ σε σιδηρομετάλλευμα, μέσα από τα σπλάχνα της μιζέριας του, φανταχτερά, ειλικρινά, δύστροπα, ταιριαστά, αυτός ο Ησαύ Μενσεβίκος, ο πρώτος και ο τελευταίος αλχημιστής που ξανάγραψε τον κάθε τετραγωνικό πόντο του μόνου τρελόχαρτου που του βρισκόταν, του κορμιού του, μέχρι που με τον διχλωριούχο υδράργυρο ένα συνεχές περίβλημα σε χρόνο ενεστώτα ξεδίπωσε αργά όλη τη γαμοβίωτη, θλιβοζύμωτη, αέναα περιφερόμενη ιστορία (έτσι, είπε, κάνοντας τις σκέψεις του από το δικό του τον προσωπικό βίο τον αβίωτο, που μεταστοιχείωνε το τυχαίο μέσα από τις βραδύκαυστες φλόγες της συνείδησης σε καταμερισμένο χάος, επικίνδυνο, κραταιό, κοινό για απαξάπαντες, ανθρώπινο μόνο, θνητό) αλλά με κάθε λέξη δεν έβαζε τέλος στο καλαμάρι το οποίο εκτοξευόταν από ένα κρυστάλλινο κόσμο ολοένα βυθιζόμενο στη μελαγχολία και τη διαφθορά μες στο αδειανό του πουκάμισο. Υφίσταται αυτό που ίσταται αφότου ειπώθηκε ότι γνωρίζουμε.'

  'Κοίταξε, κοίταξε, το σούρουπο απλώνει. Τα κλαδιά μου ριζώνουν αέρινα. Κι ο παγωμένος μου αγαλιανός γίνεται αχέροντας. Φίδι κολοβό! Τι ηλικίας είναι; Ενιπλέον αργά. Ατέρμονα πια γλαύκος κι άρατος απ’ το Ρολόι του Υδραγωγείου. Το ξεμασκάλισαν, αγροίκησε το αωολόγημά τους. Πότε θα το αρμολογήσουν ξανά; Αχ, η πλάτη μου, η πλάτρη μου. Θέλω να πάω στην ΑληΠηγή. Πινγκ-Πονγκ! Ιδού κι ο Εχέδωρος της Εξισημαντρινής! Κι η Χαιρεκαιχαριτωμένη-βοήθειά μας! Πανγκ! Στίψε τα ρούχα! Ρούφα τη δροσιά!'

  'Κι όμως ξέρουμε πώς δουλεύει η Μέρα τις Βαφές της, με σκιόφωτα και σκιές και σούρουπα και σκοτάδια.'

  'Οι Παρίσιοι,, tu sais, σταυρός εκ σταυρού, ανήκουν σ’ όποιον παρρησιάζεται.'

  '…η φήμη θε να σε βρει ανάμεσα σ’ έναν ύπνο και σε μια αγρύπνια.'

  '…για κοίτα τούτο το αντωνυμικό χαρωκόπι, που χαράκτηκε ανεξίτηλα και ξαναχρωματίστηκε και σκουπίστηκε προσεκτικά στις άκρες και παραφουσκώθηκε σαν τ’ αυγό της φάλαινας, παραγεμισμένο με μπόλικη γέμιση μια κι ήταν κταδικασμένο να δει να χώνει τη μύτη μέσα του πάνω από τρισμύριες φορές για πάντα κι ακόμη μια βραδιά μέχρι που η κούτρα να βουλιάξει ή να κολυμπήσει δίπλα σ’ εκείνο τον ιδανικό αναγνώστη που υποφέρει από την ιδανική αϋπνία…'

  'Ήσυχα παίρνει πίσω τις πτυχωτές εκτάσεις της. Γαλήνια ευχαριστώ. Αντίο.'


Τζέιμς Τζόις, Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν, μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου