'Μ’ έχουνε πετάξει από τον κόσμο λες κι είμαι άδειος γεμιστήρας. Μια πυκνή ομίχλη έχει απλωθεί παντού, η γη είναι μολυσμένη από παγωμένα γράσα. Νιώθω την πόλη να πάλλεται, θαρρείς και είναι μια καρδιά που μόλις την ξερίζωσαν από ένα ζεστό κορμί. Τα παράθυρα του ξενοδοχείου μου σαπίζουνε, πυορροούν και μια μπόχα πηχτή και δριμεία απλώνεται, μια φριχτή δυσωδία θαρρείς από χημικό έγκαυμα. Κοιτάζω τον Σηκουάνα και βλέπω λάσπη και ερήμωση, τους φανοστάτες να βουλιάζουν, άντρες και γυναίκες θανάσιμα να ασφυκτιούν, γέφυρες κατακλυσμένες από σπίτια, από σφαγεία της αγάπης. Ένας άντρας στέκεται στον τοίχο μ’ ένα ακορντεόν στην κοιλιά― τα χέρια του είναι κομμένα στους καρπούς, αλλά το ακορντεόν σφαδάζει ανάμεσα στα κολοβωμένα του άκρα λες κι είναι ένας σάκος γιομάτος φίδια. Το σύμπαν όλο φθίνει και σμικρύνεται― δεν απομένει πια παρά μονάχα ένα οικοδομικό τετράγωνο και δεν υπάρχουν πια μήτε αστέρια, μήτε δέντρα, μήτε ποτάμια. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ είναι νεκροί― αλλάζουν θέση με άλλους ανθρώπους που κάθονται στα όνειρά τους. Στη μέση του δρόμου υπάρχει ένας τροχός και στου τροχού το κέντρο κρέμεται μια κρεμάλα. Οι άνθρωποι, καίτοι πεθαμένοι ήδη, πασχίζουν σαν παλαβοί ν’ ανέβουν στην κρεμάλα, αλλά ο τροχός τρελά γυρίζει…'

  '«Είχες ποτέ γυναίκα που ξυρίζει το πράμα της; Είναι αποκρουστικό, καλά δε λέω; Και αλλόκοτο. Μια τρέλα είναι. Δεν μοιάζει πια με μουνί: είναι σαν πεθαμένο μύδι, ή κάτι τέτοιο». Μου περιγράφει τώρα πώς, με κεντρισμένη την περιέργεια, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε να βρει το φακό του. «Την έβαλα να κρατήσει ανοιχτό το πράμα της και έστρεψα το φακό πάνω του. Θα έπρεπε να ήσουν από μια μεριά να μ’ έβλεπες… πολύ αστείο ήταν. Μ’ έπιασε τέτοια μανία με δαύτο ώστε ξέχασα ολότελα την ίδια. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξανακοιτάξει μουνί με τέτοια σοβαρότητα. Θα φανταζόσουν ότι δεν έχω δει ποτέ μουνί. Και όσο περισσότερο κοίταζα τόσο λιγότερο ενδιαφέρον μου φαινόταν. Στο κάτω κάτω δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο, ιδίως όταν είναι ξυρισμένο. Εντέλει οι τρίχες είναι που το κάνουν ενδιαφέρον. Γι’ αυτό και σ’ αφήνουν παγερό τα αγάλματα. […] Το ζήτημα έχει ως εξής― όλα τα μουνιά ίδια είναι. Όταν τα κοιτάζεις ντυμένα φαντάζεσαι ένα σωρό πράγματα: τους προσδίδεις μια μοναδικότητα, την οποία φυσικά δεν έχουν. Υπάρχει απλώς μια σχισμή ανάμεσα στα πόδια κι εσύ κάθεσαι και βάζεις όλα σου τα δυνατά για δαύτη― και τον μισό καιρό ούτε που τη βλέπεις καν. Ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί και το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα τρυπώσεις μέσα της― είναι σαν να σκέφτεσαι μονάχα με το κάτω σου κεφάλι, καθώς λένε. Τίποτε, μια αυταπάτη είναι! Παίρνεις σύγκορμος φωτιά για το τίποτα… για μια σχισμή με τρίχες πάνω της, ή και χωρίς τρίχες. Είναι τόσο άνευ ουσίας και άνευ σημασίας ώστε με καταγοητεύει να κάθομαι να την κοιτάζω. Θα πρέπει να τη μελέτησα δέκα λεπτά και βάλε. Όταν το βλέπεις μ’ αυτό τον τρόπο, κάπως αποστασιοποιημένα, σου μπαίνουν παράξενες ιδέες στο κεφάλι. Όλο αυτό το μυστήρια περί σεξ ανακαλύπτεις, το λοιπόν, ότι δεν είναι τίποτε― ένα κενό μονάχα. Δε θα είχε την πλάκα του αν έβρισκες μια φυσαρμόνικα εκεί μέσα; Ή ένα ημερολόγιο; Αλλά όχι, τίποτε δεν υπάρχει μέσα εκεί… απολύτως τίποτε. Είναι αηδιαστικό. Με διαολίζει, λίγο έλειψε να με τρελάνει… Πρόσεξε, ξέρεις τι έκανα μετά; Της έριξα ένα στα γρήγορα και μετά της γύρισα την πλάτη. Μάλιστα κύριε πήρα ένα βιβλίο και διάβαζα. Όλο και κάτι έχεις να πάρεις από ένα βιβλίο, ακόμα κι από ένα κακό βιβλίο… αλλά το μουνί, ε, αυτό είναι καθαρό χάσιμο χρόνου, πάει και τέρμα».'

  'Ολάκερη η διαδρομή της σάρκας, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, εκφράζει το θαύμα της αναπνοής, ωσάν ο έσω οφθαλμός, με τη δίψα του για μεγαλύτερη πραγματικότητα, να είχε μεταπλάσει τους πόρους της σάρκας σε πεινασμένα στόματα οράσεως. Απ’ όποιο όραμα κι αν περάσεις νιώθεις τη μυρωδιά και τον ήχο του ταξιδιού.'

  'Όλο και πιο πολύ ο κόσμος μοιάζει με το όνειρο ενός εντομολόγου. Η γη κινείται εκτός τροχιάς, ο άξονας έχει μετατοπιστεί― από το βορά το χιόνι κατεβαίνει άγρια σε τεράστιες αχνογάλαζες στοιβάδες. Μια νέα εποχή παγετώνων επίκειται, οι εγκάρσιες ραφές κλείνουν και παντού σε όλους τους σιτοβολώνες η εμβρυακή ζωή πεθαίνει, στέλνοντας στο θάνατο τα μαστοειδή. Ίντσα την ίντσα, των ποταμιών τα δέλτα ξεραίνονται και οι κοίτες απομένουν λείες σαν το γυαλί. Μια νέα ημέρα ξημερώνει, μια μεταλλουργική μέρα, και η γη θα ηχεί μεταλλικά από τους καταιγισμούς του λαμπερού κίτρινου μετάλλου. Όσο το θερμόμετρο πέφτει τόσο θολώνει του κόσμου η μορφή― υπάρχει ακόμη ώσμωση, υπάρχουν αρμοί εδώ κι εκεί, αλλά στην περιφέρεια οι φλέβες είναι όλες κιρσώδεις, στην περιφέρεια τα κύματα του φωτός κάμπτονται και ο ήλιος αιμορραγεί σαν τσακισμένο απευθυσμένο.'

  'Μια ματιά σ’ εκείνη τη σκοτεινή, ανοιχτή, δίχως ράμματα πληγή κι αμέσως ανοίγει μια βαθιά ρωγμή στο μυαλό μου: όλες οι εικόνες και οι αναμνήσεις που είχαν με κόπο ή αμέριμνα ταξινομηθεί, καταγραφεί, καταχωρισθεί, σφαλιστεί και σφραγιστεί χιμάνε προς τα εμπρός φύρδην μίγδην σαν μυρμήγκια που ξεχύνονται από μια χαραματιά στο πεζοδρόμιο― ο κόσμος παύει να περιστρέφεται, ο χρόνος κοντοστέκεται, η ίδια η αλληλουχία των ονείρων μου διαρρηγνύεται και τα σωθικά μου χύνονται με μια τρομερή σχιζοφρενική ορμή, μια εκκένωση που με φέρνει ενώπιο ενωπίω με το Απόλυτο. […] Ω, πόρνη των πορνών, αράχνη που μας κυλάς μες στον λογαριθμικό σου τάφο, ακόρεστη, δαίμονα που με το γέλιο σου με τεμαχίζεις! Κοιτάζω μέσα σ’ εκείνον τον βυθισμένο κρατήρα, έναν κόσμο που χάθηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. […] Από εκείνη τη σκοτεινή, ανοιχτή, δίχως ραφές πληγή, εκείνο το νεροχύτη βδελυγμάτων, εκείνο το λίκνο των μαύρων κοσμοβριθών πόλεων όπου η μουσική των ιδεών πνίγεται μες στο κρύο λίπος, από τις στραγγαλισμένες Ουτοπίες, γεννιέται ένας παλιάτσος, ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, ανάμεσα στο φως και το χάος, ένας παλιάτσος που αν κοιτάξει κάτω και πλαγίως είναι ο Σατανάς αυτοπροσώπως κι όταν κοιτάξει καταπάνω βλέπει έναν κολακευμένο άγγελο, έναν γυμνοσάλιαγκα με φτερά. Σαν κοιτάζω βαθιά σ’ εκείνη τη σχισμή βλέπω ένα ίσον, τον κόσμο της ισορροπίας, έναν κόσμο περιορισμένο στο μηδέν δίχως ίχνος από υπόλοιπο. Όχι το μηδέν μήτε την κενή σχισμή του πρόωρα απαλλαγμένου από ψευδαισθήσεις ανθρώπου, αλλά μάλλον ένα αραβικό μηδέν, το σημείο από όπου ξεπηδούν ατελείωτοι μαθηματικοί κόσμοι, το υπομόχλιο όπου ισορροπεί τα άστρα, και τα ελαφρά όνειρα, και τα μηχανήματα που είναι πιο ελαφρά κι απ’ τον αέρα, και τα ελαφρά τεχνητά χέρια και πόδια, και τα εκρηκτικά που τα δημιούργησαν. Μέσα σ’ εκείνη τη σχισμή θα ήθελα να διεισδύσω ίσαμε τα μάτια, να τα κάνω να γουρλώσουν και να συσπαστούν άγρια, αυτά τα αγαπημένα, τρελά, μεταλλουργικά μάτια. […] Όταν κοιτάζω τη γαμημένη σχισμή αυτής της τσούλας αισθάνομαι όλο τον κόσμο να σκιρτάει κάτωθέ μου, έναν κόσμο που παραπαίει, που κλονίζεται, που καταρρέει, έναν κόσμο φθαρμένο και γυαλισμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού. […] Αν ήξερε κανείς τι σημαίνει να κατανοείς το γρίφο αυτού του πράγματος που σήμερα αποκαλείται «σχισμή» ή «τρύπα»μ αν κανείς είχε την παραμικρή αίσθηση μυστηρίου σχετικά με τα φαινόμενα που τα έχουν καταχωρίσει ως «αισχρά», αυτός ο κόσμος θα γινότανε σμπαράλια. Δεν είναι παρά η αισχρή φρίκη, η αποστεγνωμένη, καταγαμημένη άποψη των πραγμάτων κάνει αυτόν τον τρελό πολιτισμό να μοιάζει με κρατήρα. Είναι η μεγάλη χαίνουσα άβυσσος του τίποτα αυτό που φέρουν ανάμεσα στα σκέλια τους τα δημιουργικά πνεύματα και οι μανάδες της ράτσας. Όταν ένα πεινασμένο, απεγνωσμένο πνεύμα εμφανίζεται και κάνει τα ινδικά χοιρίδια να σκούζουν, αυτό συμβαίνει επειδή ξέρει πού να βάλει το παλλόμενο από ζωή καλώδιο του σεξ, επειδή ξέρει ότι κάτω από το σκληρό καβούκι της αδιαφορίας κρύβεται η άσχημη λαβωματιά, η πληγή που δεν κλείνει ποτέ. Κι αυτό βάζει το παλλόμενο ζωντανό καλώδιο ακριβώς εκεί, ανάμεσα στα σκέλια― χτυπάει κάτω από τη ζώνη, καυτηριάζει τα σωθικά. […] Αγκιστρώνει τη δυναμομηχανή του στα πιο τρυφερά μέρη― αν αναβλύσει από κει μέσα μονάχα αίμα και πύον, τότε κάτι πάει κι έρχεται. Ο απομυζημένος, καταγαμημένος κρατήρας είναι αισχρός. Το πιο αισχρό απ’ όλα είναι η αδράνεια. Πιο βλάσφημη κι από κάθε άγρια κατάρα και βρισιά είναι η παράλυση. Ακόμα κι αν απομείνει μία όλη κι όλη χαίνουσα πληγή, θα πρέπει να αντλήσουμε κι απ’ αυτήν έστω κι αν δεν παράγει τίποτα παρά μονάχα βατράχια, και νυχτερίδες, και ανθρωπάρια. Τα πάντα είναι στοιβαγμένα μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο που είναι ήδη συντελεσμένο― ή και όχι. Η γη δεν είναι ένα άνυδρο πεδίο υγείας και ανέσεων, αλλά ένα μεγάλο ξαπλωμένο γύναιο με βελούδινο κορμό που πρήζεται και πάλλεται με ωκεάνια κύματα― συστρέφεται και στριφογυρίζει κάτω από ένα διάδημα ιδρώτα και αγωνίας. Γυμνή και αισθησιακή, κυλάει ανάμεσα στα σύννεφα, μες στο μενεξεδένιο φως των άστρων. Ολάκερη, από τα γενναιόδωρα μαστάρια της ίσαμε τα απαστράπτοντα μεριά της, αναδίνει μιαν άγρια φιλήδονη φλόγα. Κινείται ανάμεσα στις εποχές και στα χρόνια με πελώρια φασαρία που τραντάζει τον κορμό της, με παροξυσμική παραφορά που ταρακουνάει τους αράχνινους ιστούς του ουρανού― καταλαγιάζει στις βασικές τροχιές της με ηφαιστειακά τρεμουλιάσματα. Είναι σαν έλαφος ενίοτε, μια έλαφος που έχει πέσει σε παγίδα και κείτεται εκεί, στο δόκανο πιασμένη, να περιμένει τα κύμβαλα και τα βούκινα να σημάνουν και τα σκυλιά ν’ αλυχτήσουν. Αγάπη και μίσος, απόγνωση, έλεος, οργή, απέχθεια― τι ’ν’ όλ’ αυτά ανάμεσα στις συνουσίες των πλανητών; Τι είναι ο πόλεμος, ο λοιμός, η βαναυσότητα, ο τρόμος, όταν η νύχτα προσφέρει την έκσταση μυριάδων εκτυφλωτικών ήλιων; Τι είναι αυτός ο σανός που μασουλάμε στον ύπνο μας αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων και των συστάδων των άστρων;'

  'Αγαπάω οτιδήποτε κυλάει, οτιδήποτε ενέχει χρόνο και μέλλον, οτιδήποτε μας γυρίζει πίσω στις απαρχές όπου δεν υπάρχει ποτέ τέλος: τη βία των προφητών, την αισχρολογία που είναι εκστατική, τη σοφία των φανατικών, τις βρόμικες κουβέντες της πουτάνας, τη ροχάλα που κυλάει στον υπόνομο, το γάλα απ’ το βυζί και το μέλι το πικρό που ρέει από τη μήτρα, όλα όσα είναι υγρά, όλα όσα λιώνουν, όλα όσα είναι έκλυτα και διαλυτά, όλο το πύον και το ρύπο που καθώς χύνονται εξαγνίζονται, χάνουν την αίσθηση της καταβολής τους, κάνουν το μεγάλο κύκλο που οδηγεί στο θάνατο και την αποσύνθεση. Η μεγάλη αιμομικτική επιθυμία είναι να κυλάμε, ένα με το χρόνο, να σμίγουμε τη σπουδαία εικόνα του επέκεινα με το εδώ και τώρα. Μια παράλογη, μάταιη, αυτοκτονική επιθυμία που έχει μπουκώσει αφόρητα από τις λέξεις και έχει παραλύσει τη σκέψη.'


Χένρι Μίλερ, Ο Τροπικός του Καρκίνου, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου