'εφήμερο ή εφημερόπτερο, το (Ερωτ. Πινακ.). Οτιδήποτε (έρωτας ή άλλον τι) ζει μόνο μία ημέρα. // Μια πεταλούδα με ημερομηνία λήξης μερικών μόνο ωρών (η προνύμφη της, ωστόσο, πλανάται, μόνη κι έρμη, για αρκετά χρόνια). Το πλέον εφήμερο, ερωτικό, πλάσμα, ασφαλώς. Ο έρωτας είναι η μόνη του βραχυτάτου βίου του ασχολία (δεν έχει χρεία φαγητού, γι’ αυτό και δεν διαθέτει στόμα κατάλληλο για την κατάποση τροφής.) Το εφήμερο είναι μια άσπρη (ή κιτρινωπή ή φαιοπράσινη) πεταλουδίτσα δύο περίπου εκατοστών (τετράπτερο έντομο του είδους των νευροπτέρων, για την... ακρίβεια της περιγραφής). Το συναντά κανείς φυλλομετρώντας και το Περί τα ζώα ιστορίαι του Αριστοτέλη: «Ζει και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διά τούτο και καλείται εφήμερον» (ό.π., Ε′, 19). Το εφήμερον, μ’ όλο το περιορισμένο του... ελεύθερου χρόνου του, είναι πλάσμα κοινωνικό στο έπακρο, αποτελεί πάντα μέλος κάποιου, πολυάριθμου, σμήνους· μαρτυρίες παλαιών φυσιοδιφών (και άλλων... ονειρικών παρατηρητών) ομιλούν για τόσο πυκνά σμήνη, που σχηματίζουν νεφελώδη θόλο υπεράνω του ρυακιού ή της λίμνης του... ιδιαίτερου, ταχυδρομικού τους κώδικα· γράφει για αυτούς τους εφήμερους, διαρκείς εραστές και ο... ατυχήσας ερωτικά Ροΐδης: «Τα νέφη αυτά μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον, δηλαδή, διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικρές νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσι απλήστως οι ιχθείς» («Τα εφήμερα», διήγημα του 1900).'

'κωλοτρυπίδα (Ανατ.) Η τρύπα του κώλου (το στόμιο του απευθυσμένου, για την ακρίβεια). [...] Είναι για τον ομοφυλόφιλο κάτι περισσότερο από σημείο αναφοράς, είναι ό,τι για τον πιανίστα τα πλήκτρα του πιάνου (και κάτι περισσότερο, ίσως): «Και ο Λουκ, βέβαια, έγλειφ τα σωματικά υγρά του Τραν, οπότε και οπουδήποτε του δινόταν η ευκαιρία: κατάπινε το σπέρμα, καταβρόχθιζε την τρυφερή κωλοτρυπίδα [...]» (Brite). Το ότι η κωλοτρυπίδα εντάσσεται στην ερωτογενή, καυτή, ζώνη της γυναικός ήταν κάτι που γνώριζε και ο μικρούλης (στα χρόνια) Δον Ζουάν του Απολιναίρ: «Όταν ήταν έτοιμη, της τον έχωσα μέχρι τ’ αρχίδια, ανασηκώνοντας τα πισινά της και χαϊδεύοντας την κωλοτρυπίδα της». Συν. κύκλωπας, πίσω μάτι. [...]'

'«Μπέμπα Μπλανς» (Ερωτ. Πινακ.). Λιμπιντικό ψευδώνυμο του Αρχιεπισκόπου, όπως έγραψαν οι εφημερίδες και είπαν στα τηλεοπτικά κανάλια δημοσιογράφοι τύπου Σπύρου Καρατζαφέρης (χειμώνας 2005). Βλ. σχ. λ. κουνιστός, κουσούρι, κιλότα, μίτρα, παπάς, ροζ ράσο, «Σουλτάνα του Αιγαίου», κ.ά.'


Νίκος Δ. ΠλατήςΟυαλικό Λεξικό του Σεξ, εκδ. Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου