Οι πάντες υπολογίζουν ―το αισθάνομαι― το βαθμό έντασης ενός πένθους. Όμως αδύνατον (γελοίες, αντιφατικές ενδείξεις) να μετρήσεις πόσο έχει πληγεί κανείς.

*

Στη φράση «Εκείνη δεν υποφέρει πια», σε τι και σε ποιον αναφέρεται το «εκείνη»; Τι θέλει να πει αυτός ο ενεστώτας;

*

Κατάπληκτος από την αφηρημένη φύση της απουσίας· που ωστόσο είναι καυτή, σπαρακτική. Εξ ου και κατανοώ καλύτερα την αφαίρεση: είναι απουσία και οδύνη, οδύνη της απουσίας― ίσως λοιπόν είναι αγάπη;

*

Υπάρχει μια εποχή που ο θάνατος είναι συμβάν, μια ad-venture και υπ’ αυτήν την ιδιότητα κινητοποιεί, ενδιαφέρει, τανύει, δραστηριοποιεί, παραλύει. Και μετά, μια μέρα, δεν είναι πια συμβάν, είναι μια άλλη διάρκεια, συμπαγής, ασήμαντη, μη αφηγήσιμη, μουντή, χωρίς ανάκληση: αληθινό πένθος, μη δεκτικό σε οποιαδήποτε αφηγηματική διαλεκτική.

*

Σε κάθε «στιγμή» της θλίψης, πιστεύω ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά πραγματώνω το πένθος μου.
Που πάει να πει: ολικότητα της έντασης.

*

Όπως ο έρωτας, έτσι κι το πένθος πλήττει τον κόσμο και όσα ανήκουν σ’ αυτόν, με την εξωπραγματικότητα, τη φορτικότητά του. Αντιστέκομαι στον κόσμο, υποφέρω εξαιτίας όσων μου ζητάει, εξαιτίας της απαίτησής του. Ο κόσμος διογκώνει τη θλίψη μου, την ξηρότητά μου, τη σύγχυσή μου, τον εκνευρισμό μου κτλ. Ο κόσμος με καταθλίβει.

*

Να μην καταπιέζω το πένθος (τη θλίψη), (ηλίθια ιδέα του χρόνου που θα το καταργήσει) αλλά να το αλλάξω, να το μεταμορφώσω, να το κάνω να περάσει από μια κατάσταση στατική (στάση, πνιγμός, επαναληπτικές επανεμφανίσεις του ταυτόσημου) σε μια κατάσταση ρευστή.

*

Ολοκληρωτική παρουσία
            απόλυτη
κανένα βάρος

η πυκνότητα, όχι το βάρος



Ρολάν Μπαρτ, από το Ημερολόγιο Πένθους, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη
Eurydice [Ευριδίκη] (2010) - Alexandros Issaris [Αλέξανδρος Ίσαρης]
Work (1956) - Kansuke Yamamoto

  'Ποτέ δεν έγδυσα, που λένε, καμιά με τα μάτια, όπως ποτέ, εκείνες τις ώρες, δεν ένιωσα σαρκικό πόθο. Σ’ αυτή την πυρετώδη κατάσταση στην οποία ένας άλλος θα είχε ίσως γράψει ποιήματα, κοιτάζοντας έντονα τα μάτια των γυναικών που συναντούσε, εγώ περίμενα πάντοτε σε απάντηση το ίδιο διεσταλμένο, τρομακτικό βλέμμα. Δεν πλησίαζα ποτέ τις γυναίκες που απαντούσαν με χαμόγελο, ξέροντας πως μόνο μια πόρνη ή μια παρθένα μπορούσε να απαντήσει με χαμόγελο σ’ ένα βλέμμα σαν το δικό μου. Σ’ εκείνες τις βραδινές ώρες, καμιά φανταστική γύμνια δεν θα μπορούσε να στεγνώσει το λαιμό και να τον κάνει άξαφνα να τρέμει όσο εκείνο το τρομακτικό, κακό γυναικείο βλέμμα, που έφτανε στο τέλος να γίνει ένα μαστιγωτικό βλέμμα δήμιου, ένα βλέμμα σαν επαφή γεννητικών οργάνων. Κι όταν αυτό το βλέμμα εμφανιζόταν –εμφανιζόταν αργά ή γρήγορα– γύριζα αμέσως, προλάβαινα τη γυναίκα που με είχε κοιτάξει και, ζυγώνοντάς την, έφερνα στο μαύρο μου γείσο ένα λευκό, γαντοφορεμένο χέρι. Φαινόταν πως με το βλέμμα αυτό όλα είχαν ειπωθεί, όλα είχαν γίνει κατανοητά και δεν υπήρχε σίγουρα πια τίποτε άλλο να πούμε. Με το βλέμμα που εκείνη η γυναίκα κι εγώ είχαμε ανταλλάξει, με τα μάτια του ενός μέσα στα μάτια του άλλου, ήταν σαν μια ώρα νωρίτερα να είχαμε σκοτώσει μαζί ένα παιδί.'

Μ. Άγκεεφ, Μυθιστόρημα με Kοκαίνη, μτφρ. Σαπφώ Διαμαντή, εκδ. Εξάντας
Quattro Stagioni: Inverno (1993-95) - Cy Twombly

  'Εκείνος απ’ την Αγορά άφησε τα τραγούδια να του γεμίσουν το μυαλό. Όταν βρέχει στην κοιλάδα του Ζερεκτέν οι αμέθυστοι είναι πιο σκοτεινοί στο Αγκέλμους. Το μάτι θέλει να κοιμηθεί, μα το κεφάλι δεν είναι στρώμα. Ήταν ένα τραγούδι. Αχ, αδερφέ μου, το μελάνι στο χαρτί είναι σαν τον καπνό στον αέρα. Υπάρχουν λέξεις για να πουν πόσο μεγάλη μπορεί να 'ναι μια νύχτα; Μεθυσμένος από αγάπη, περιπλανιέμαι στο σκοτάδι.'

Πολ Μπόουλς, Εκατό Καμήλες στην Αυλή, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδ. Απόπειρα

  'Ο θάνατος ἦταν ὁ ἴλιγγός μου, διότι δὲν μοῦ ἄρεσε ἡ ζωή: αὐτὸ ἐξηγεῖ τὸν τρόμο πού μου ἐνέπνεε. Ταύτιζα τὸ θάνατο μὲ τὴ δόξα, τὸν ἔκανα προορισμό μου. Θέλησα νὰ πεθάνω· μερικὲς φορὲς ἡ φρίκη πάγωνε τὴν ἀνυπομονησία μου: ποτὲ γιὰ πολὺ· ἡ ἁγία χαρά μου ξαναγεννιόταν, περίμενα τὴ στιγμὴ τοῦ κεραυνοῦ ποὺ θὰ μὲ ἔκαιγε μέχρι τὸ κόκαλο. Οἱ βαθύτερες προθέσεις μας εἶναι σχέδια καὶ φυγὲς ἀναπόσπαστα συνδεδεμένα: στὸ τρελὸ ἐγχείρημα νὰ γράψω γιὰ νὰ συγχωρέσω στὸν ἑαυτό μου τὴν ὕπαρξή μου, πέρα ἀπὸ τὶς ἀλαζονεῖες καὶ τὰ ψέματα, καταλαβαίνω ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ρεαλισμός· ἡ ἀπόδειξη εἶναι ὅτι γράφω ἀκόμη, πενήντα χρόνια μετά. Ὅμως, ἂν ἀνατρέξω στὴν ἀρχή, διακρίνω μία φυγὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, τὴν αὐτοκτονία ἑνὸς Γκριμπουίγ· ναί, περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐποποιία, περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ μαρτύριο, ἀναζητοῦσα τὸ θάνατο. Γιὰ πάρα πολὺ καιρό, φοβόμουν ὅτι θὰ τελείωνα ὅπως εἶχα ἀρχίσει, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁἀσήμαντος θάνατος θὰ ἦταν ἡ ἀντανάκλαση τῆς ἀσήμαντης γέννησής μου.'

  'Εγώ ἔλεγα ψέματα στὸν ἑαυτό μου: γιὰ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ θάνατο τὴ βαρβαρότητά του, τὸν εἶχα ὁρίσει αὐτοσκοπὸ καὶ μοναδικὸ μέσο ποὺ γνώριζα, στὴ ζωή μου, γιὰ νὰ πεθάνω: πορευόμουν ἀργὰ ἀργὰ πρὸς τὸ τέλος μου, μὴ ἔχοντας ἄλλες ἐλπίδες ἢ ἐπιθυμίες ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ χρειάζονταν γιὰ νὰ γεμίσω τὰ βιβλία μου, σίγουρος πὼς τὸ τελευταῖο σκίρτημα τῆς καρδιᾶς μου θὰ ἐντυπωνόταν στὴν τελευταία σελίδα τοῦ τελευταίου τόμου τῶν ἔργων μου καὶ ὅτι ὁ θάνατος θὰ ἔπαιρνε ἕναν μόνο νεκρό.'

  'Όταν ἐκλείψουν οἱ μάρτυρες, ὁ θάνατος ἑνὸς σπουδαίου ἀνδρὸς παύει γιὰ πάντα νὰ εἶναι ἕνα ἀπρόσμενο κακό, ὁ χρόνος τὸ μεταβάλλει σὲ στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα του. Κάποιος ποὺ πέθανε στὸ μακρινὸ παρελθὸν εἶναι νεκρὸς ἀπὸ ἰδιοσυστασία, εἶναι νεκρὸς ἀπὸ τὴ βάπτισή του, οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι στὴν τελευταία του μετάληψη, ἡ ζωὴ τού μας ἀνήκει, εἰσβάλλουμε ἀπ’ τὴ μία ἄκρη, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ τὴ μέση, πηγαινοερχόμαστε, συνεχίζουμε τὴ διαδρομὴ κατὰ βούληση: αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ χρονολογικὴ σειρὰ ἔχει καταρρεύσει· ἀδύνατο νὰ ἀποκατασταθεῖ: αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, καὶ τὸ μόνο ποὺ περιμένει εἶναι τὰ γαργαλίσματα τοῦ ρουθουνιοῦ του νὰ καταλήξουν στὸ φτάρνισμα. Ἡ ὕπαρξή του προσφέρει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα μίας ἐξέλιξης ἀλλά, μόλις θελήσει κανεὶς νὰ τῆς δώσει λίγη ζωή, ξαναπέφτει στὴ χρονικὴ ταυτοσημία. Μάταια θὰ προσπαθήσετε νὰ μπεῖτε στὴ θέση τοῦ ἐκλιπόντος, νὰ ὑποκριθεῖτε ὅτι μοιράζεστε τὰ πάθη του, τὰ ἐλλείμματά του, τὶς προκαταλήψεις του, νὰ ἀναστήσετε τὶς χαμένες ἀντιστάσεις του, μία ὑποψία ἀνυπομονησίας ἢ φόβου· δὲ θὰ μπορέσετε νὰ ἀποφύγετε νὰ ἐκτιμήσετε τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποία δὲν ἦταν προβλέψιμα, καὶ τῶν πληροφοριῶν ποὺ ἐκεῖνος δὲν κατεῖχε, οὔτε νὰ δώσετε κάποια ἰδιαίτερη ἐπισημότητα σὲ γεγονότα ποὺ τὰ ἀποτελέσματά τους τὸν σημάδεψαν ἀργότερα ἀλλὰ ἐκεῖνος τὰ βίωσε ἀδιάφορα. Καὶ ὁρίστε ἡ πλάνη: τὸ μέλλον, πιὸ πραγματικὸ ἀπὸ τὸ παρόν. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσει: σὲ μία ζωὴ τελειωμένη, θεωροῦμε τὸ τέλος ὡς ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς. Ὁ νεκρὸς μένει στὰ μισά του δρόμου ἀνάμεσα στὸ εἶναι καὶ τὴν ἀξία, ἀνάμεσα στὸ ὠμὸ γεγονὸς καὶ τὴν ἀνασυγκρότηση τοὺ· ἡ ἱστορία τοῦ γίνεται ἕνα εἶδος κυκλικῆς οὐσίας ποὺ συνοψίζεται σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς στιγμές του.'


 Ζαν-Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις, μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ


Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.

Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.

Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.

Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.

Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

* * *

Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ


Ανάμεσα απ’ τα κάγκελα της φυλακής
Περνάει σαν αστραπή
Ένα πορτοκάλι
Και πέφτει στο αποχωρητήριο
Σαν πέτρα.
Κι ο φυλακισμένος
Που ξαφνικά ραντίζεται από τις βρομιές
Φωτίζεται
Λάμπει από ευτυχία:
Νάτην που δε με ξέχασε
Πάντα με σκέφτεται
Εκείνη.

* * *

Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Χιλιάδες πουλιά πετάνε προς τα φώτα
Κατά χιλιάδες πέφτουνε και τσακίζονται
Χιλιάδες τυφλωμένα και νεκρά
Πεθαίνουνε κατά χιλιάδες

Ο φαροφύλακας δεν το αντέχει
Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά
Και τόσο το χειρότερο
Εμένα τι με νοιάζει, λέει

Και σβήνει όλα τα φώτα

Από μακριά ένα καράβι φορτηγό βυθίζεται
Το φορτηγό που έρχεται από τα νησιά
Κι είναι το φορτηγό πουλιά γεμάτο
Χιλιάδες πουλιά από τα νησιά
Χιλιάδες πουλιά πνιγμένα.

* * *

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΦΤΕΡΑ

Κορυδαλλέ της θύμησης
Το αίμα σου είναι που κυλά
Κι όχι το αίμα μου
Κορυδαλλέ της θύμησης
Έσφιξα τη γροθιά μου
Κορυδαλλέ της θύμησης
Ωραίο νεκρό πουλί
Δεν έπρεπε να ’ρθεις
Από το χέρι μου να φας
Σπόρους της λήθης.



Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και Ιστορίες, μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον

Ποιὸς ξέρει τί εἶναι ἕνα κορμὶ
μία ψυχὴ
κι ὁ χῶρος ὅπου σμίγουν
καὶ πὼς καὶ τὸ κορμὶ φωτίζεται
κι ἡ ψυχὴ σκοτεινιάζει
ὡς νὰ βουλιάξουν σάρκα καὶ ψυχῆ
σ’ ἕναν μονάχα ἴσκιο.

―Ρώτημα―

* * *

Ὅλη τη νύχτα πάλευε μὲ τὴ νύχτα
μήτε ζωντανὸς μήτε νεκρὸς
στὰ τυφλὰ εἰσχωρώντας στὴν οὐσία του
ἀπὸ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ εἶναι ξεχειλίζοντας.

―ΑΟΜ―

* * *

ΧΑΡΑΜΑ 

Γρήγορα χέρια παγωμένα
Ξετυλίγουν ἕναν-ἕναν
Τοὺς ἐπιδέσμους τοῦ σκοταδιοῦ
Ἀνοίγω τὰ μάτια
                     Ἀκόμη
Εἶμαι ζωντανὸς
                     Στὸ κέντρο
Μίας πληγῆς ἀκόμη νωπῆς.

* * *

ΑΓΓΙΓΜΑ

Τὰ χέρια μου
Ἀνοίγουν τὰ παραπετάσματα τῆς ὕπαρξής σου
Σὲ ντύνουν μὲ μίαν ἄλλη γύμνια
Ἀνακαλύπτουν τὰ κορμιὰ τοῦ κορμιοῦ σου
Τὰ χέρια μου
Ἐπινοοῦν ἄλλο κορμὶ γιὰ τὸ κορμί σου.

* * *

TROWBRIDGE STREET, IV

Αὐτὴ ἡ ὥρα ἔχει τὸ σχῆμα μίας παύσης
Ἡ παύση ἔχει τὸ σχῆμα σου
Ἐσὺ ἔχεις τὸ σχῆμα μίας πηγῆς
ὄχι νεροῦ ἀλλὰ χρόνου
Στὴν κορφὴ τοῦ πίδακα τῆς πηγῆς
πηδοῦν τὰ κομμάτια μου
τὸ ὑπῆρξα ἢ τὸ εἶμαι ἢ τὸ δὲν εἶμαι ἀκόμη
Ἡ ζωή μου δὲν βαραίνει
                               Τὸ παρελθὸν ἐξασθενεῖ
τὸ μέλλον εἶναι λίγο νερὸ μὲς στὰ μάτια σου.


Οκτάβιο Πας, Ποιήματα, μτφρ. Μάγια-Μαρία Ρούσσου, εκδ. Ηριδανός

  '[...] η σοδομία εκφέρεται μέσα μίας ιδιάζουσας χειρονομίας -της πλέον σημαίνουσας στα μάτια του Sade- που αντιβαίνει στην αρχή της κανονιστικής γενικότητας. Αυτή είναι που πλήττει το νόμο της διαιώνισης του είδους, μαρτυρώντας έτσι το θάνατο του είδους εντός του ατόμου. Δεν πρόκειται απλά και μόνο για μία στάση άρνησης, αλλά και για μία προσβολή: όντας το ομείωμα της γενετήσιας πράξης, είναι την ίδια στιγμή και η παρώδησή της. Ακόμη περισσότερο, όμως, δίδεται ως ομοίωμα της καταστροφής που ένα υποκείμενο ονειρεύεται να ενσπείρει σε ένα άλλο του ιδίου φύλου, μέσω ενός είδους αμοιβαίας παράβασης των ορίων τους. Από την άλλη μεριά, όταν αυτή διαπράτεττεται εις βάρος ενός υποκειμένου του άλλου φύλλου, τότε δίδεται ως ομοίωμα μεταμόρφωσης, το οποίο συνοδεύεται πάντοτε από ένα είδος εκμάγευσης. Πράγματι, η καταστροφική πράξη της σοδομίας, στο μέτρο που παραβιάζει την οργανική ιδιαιτερότητα των ατόμων, εισάγει στην ύπαρξη την αρχή της μεταμόρφωσης των όντων, του ενός εντός των άλλου, την οποία τείνει να αναπαράγει η ολοκληρωτική τερατωδία και την οποία η οικουμενική εκπόρνευση, αυτή η έσχατη εφαρμογή του αθεϊσμού, θέτει ως αίτημα.'

  '[...] ο όρος «μπουντουάρ» είναι ειρωνικός, διότι στον Sade δηλοί το αιματοβρεγμένο άντρο των Κυκλώπων, των οποίων ο μονός οφθαλμός είναι εκείνος της αδηφάγου σκέψης.
   Έτσι, η διάκλειση της γλώσσας από την ίδια τη γλώσσα προσδίδει στο έργο του Sade την ιδιάζουσα μορφή του: στην αρχή ένα σύμπλεγμα από αφηγήσεις και λόγους, έπειτα μία σειρά από εικονπλαστικές παραστάσεις που καλούν ύπουλα τον αναγνώστη να επιχειρήσει να δει έξω από αυτό που δεν φαίνεται να χωράει μέσα στο κείμενο, τη στιγμή μάλιστα που δεν μπορεί να καταστεί ορατό πουθενά αλλού παρά μόνον εντός του κειμένου. Σαν την απέραντη επιφάνεια ενός αστικού εκθεσιακού χώρου στην καρδιά μιας πολιτείας, που γίνεται ένα με αυτήν, και όπου ασυναίσθητα περνάει κανείς από τα εκτεθειμένα αντικείμενα στα αντικείμενα που εκτίθενται τυχαία δίχως να είναι επιδεχόμενα έκθεσης. Εν τέλει, αντιλαμβάνεται πως σ' αυτά οδηγούν οι διάδρομοι της έκθεσης.'


Πιερ Κλοσοφσκί, Ο Ανοσιουργός Φιλόσοφος. Για το Σημείο και τη Διαστροφή στον Sade, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. Futura
Clip from Jean-Luc Godard’s Tout Va Bien (1972)
Recycling Nude (1886) - Vincent van Gogh

  'Ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν πρὸς ἠῶ οἰκέοντες τούτων νομάδες εἰσί, κρεῶν ἐδεσταὶ ὠμῶν, καλέονται δὲ Παδαῖοι. Νομαίοισι δὲ τοιοισίδε λέγονται χρᾶσθαι. Ὅς ἂν κάμῃ τῶν ἀστῶν, ἤν τε γυνὴ ἤν τε ἀνήρ, τὸν μὲν ἄνδρα ἄνδρες οἱ μάλιστά οἱ ὁμιλέοντες κτείνουσι, φάμενοι αὐτὸν τηκόμενον τῇ νούσῳ τὰ κρέα σφίσι διαφθείρεσθαι· ὁ δὲ ἄπαρνός ἐστι μὴ μὲν νοσέειν, οἱ δὲ οὐ συγγινωσκόμενοι ἀποκτείναντες κατευωχέονται· ἣ δὲ ἂν γυνὴ κάμῃ, ὡσαύτως αἱ ἐπιχρεώμεναι μάλιστα γυναῖκες ταὐτὰ τοῖσι ἀνδράσι ποιεῦσι. Τὸν γὰρ δὴ ἐς γῆρας ἀπικόμενον θύσαντες κατευωχέονται. Ἐς δὲ τούτου λόγον οὐ πολλοί τινες αὐτῶν ἀπικνέονται· πρὸ γὰρ τοῦ τὸν ἐς νοῦσον πίπτοντα πάντα κτείνουσι.
   Ἑτέρων δέ ἐστι Ἰνδῶν ὅδε ἄλλος τρόπος· οὔτε κτείνουσι οὐδὲν ἔμψυχον οὔτε τι σπείρουσι οὔτε οἰκίας νομίζουσι ἐκτῆσθαι ποιηφαγέουσί τε, καὶ αὐτοῖσι ἔστι ὅσον κέγχρος τὸ μέγαθος ἐν κάλυκι, αὐτόματον ἐκ τῆς γῆς γινόμενον, τὸ συλλέγοντες αὐτῇ τῇ κάλυκι ἕψουσί τε καὶ σιτέονται. Ὅς δ᾽ ἂν ἐς νοῦσον αὐτῶν πέσῃ, ἐλθὼν ἐς τὴν ἔρημον κεῖται· φροντίζει δὲ οὐδεὶς οὔτε ἀποθανόντος οὔτε κάμνοντος.'

*

  'Μια άλλη φυλή, νομαδική, που ζει ακόμα πιο ανατολικά κι είναι γνωστή με το όνομα Παδαίοι, τρέφεται με ωμό κρέας. Ανάμεσα στις συνήθειές τους, λέγεται πως, όταν αρρωσταίνει κάποιος είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα, τον άνδρα, οι πιο κοντινοί του σύντροφοι τον σκοτώνουν, γιατί, όπως ισχυρίζονται, το κρέας θα χαλάσει, αν το αφήσουν να καταστραφεί από αρρώστια. Ο άρρωστος, από τη μεριά του, ισχυρίζεται ότι δεν έχει τίποτα -αλλά μάταια. Οι φίλοι του αρνιούνται ν' ακούσουν τις διαμαρτυρίες του, τον σκοτώνουν και κάνουν συμπόσιο. Αν ο ασθενής είναι γυναίκα, οι φίλες της τη μεταχειρίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αν κάποιος είναι αρκετά τυχερός ώστε να ζήσει μέχρι τα γεράματά του -πράγμα σπάνιο, γιατί οι περισσότεροι προσβάλλονται από κάποια ασθένεια πριν γεράσουν και φονεύονται από τους φίλους τους- προσφέρεται ως θυσία πριν το συμπόσιο.
   Υπάρχει μια άλλη φυλή που συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά. Αυτοί δεν σκοτώνουν κανένα πλάσμα· δεν καλλιεργούν σπόρους, δεν έχουν σπίτια και είναι αποκλειστικά χορτοφάγοι. Υπάρχει ένα άγριο φυτό που μεγαλώνει στην περιοχή τους και κάνει σπόρους μέσα σε φλοιό, στο μέγεθος περίπου του κεχριού· αυτούς τους σπόρους μαζεύουν, τους βράζουν και τους τρώνε, μαζί με τη φλούδα. Σ' αυτή τη φυλή, όποιος αρρωστήσει αφήνει τους φίλους του και πηγαίνει σε μια ερημική τοποθεσία να πεθάνει γιατί κανείς δε νοιάζεται για την ασθένεια ούτε για τον θάνατό του.'


Ηρόδοτος, Ιστορία 3: Θάλεια, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

  'Το αιδοίο, και ειδικά το τριχωτό, εμφανιζόμενο στο παιδί σαν αντικείμενο μιας τρομακτικής αποκάλυψης, έχει το κεφάλι της Μέδουσας, τη δύναμη να απολιθώνει τους άνδρες όταν το αντικρίζουν: εκείνο που αργότερα βρίσκει ένα είδος αποκατάστασης όταν η Παλλάδα Αθηνά το τοποθετεί στο στήθος της, σχηματίζοντας μέρος της αιγίδας, του εξοπλισμού αυτής της πολεμίστριας παρθένας [...].'

Augustin Garcia Calvo, 'Τα Δύο Φύλα και το Σεξ: Λόγοι Περί του Ανορθολογικού'

* * *

  'Αυτό το σώμα που ο κάθε πόρος του απεκκρίνει τόσες ουσίες όσες χρειάζεται για να μολύνει τον χώρο, δεν είναι παρά ένας σωρός σκουπιδιών, διαδρομή ενός αίματος πολύ πιο ταπεινού, ένας όγκος που παραμορφώνει τη γεωμετρία του πλανήτη. Κανείς δεν με πλησιάζει χωρίς να μου αποκαλύψει το βαθμό της σήψης του, την πελιδνή μοίρα που του στήνει ενέδρα. Κάθε αίσθηση είναι πένθιμη, κάθε απόλαυση νεκρική.'

Hector Subirats, 'Από τη Θέση του Άλλου'

* * *

  'Η αλληλόδραση, η διυποκειμενική επικοινωνία είναι το πρωτογενές αίτημα που παράγει την υποκειμενικότητα: η σχέση με τον άλλο προηγείται της σύστασης του «εγώ».'

Christina Rena-Marin, 'Περί Έρωτος και Διαταράξεων της Ταυτότητας'

 * * *

  'Για ποιον λόγο η φιλοσοφική σκέψη πάνω στη σεξουαλικότητα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που έχει υπάρξει, μοιάζει να σημαδεύεται από έναν τόσο ριζικό πεσιμισμό; Τρόμος ενώπιον εκείνου του κομματιού μας που είναι σώμα και κατά συνέπεια θάνατος; Διαμαρτυρία του ατόμου μπροστά σε ό,τι το περιορίζει και το υποτάσσει βιολογικά στην υπηρεσία του είδους;'

Fernando Savater, 'Η Γέννηση του Γενετήσιου Πεσιμισμού'



από το Φιλοσοφία και Σεξουαλικότητα, μτφρ. Μαρία Καλφούντζου, εκδ. Οξύ
Demonic Teletubbies (2012) - peacefoot

'ἀλλ’ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
πᾶσικυκλοῦσιν, οἷον Ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.

Μένει γὰρ οὔτ αἰόλα
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε Κῆρες οὔτε πλούτος,
ἀλλ ἄφαρ βέβακε, τῷ δ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.'

* * *

'Αλλά πόνος και χαρά
κυκλικά γυρίζουν
τ’ άστρα του Βοριά σε κύκλους.

Γιατί όπως στους ανθρώπους
μήτε η μαύρη νύχτα μένει,
μήτε συμφορές ή πλούτη,
μόνο χάνονται γοργά,
πίκρα και χαρά έτσι σ’ όλους
στρέφουν, έρχονται και φεύγουν.'


Σοφοκλής, Τραχίνιαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
Orson Welles: War of the Worlds by Ioannis Tsirkas

  'Η μια διήγηση πιο επώδυνη από την άλλη. Λέω τη μία, προκειμένου να αναβάλω την εκάστοτε επόμενη. Και υπάρχει πάντα μια τέτοια. Τόσο συνεπές είναι αυτό το μοτίβο, που με κάνει να αναρωτιέμαι, αν θα προλάβω πριν την εκτέλεσή μου, αν θα προλάβω, κύριοι, να μιλήσω γι’ αυτό που θα έπρεπε να μιλώ από την αρχή. Και δεν εννοώ -μη φανταστείτε κάτι τέτοιο, κύριοι- πως φοβάμαι ότι η αγχόνη θα με προλάβει και δεν θα μπορέσω να καταθέσω το τάχα μόνο, το δήθεν ένα πλέον σημαντικό στοιχείο της θλιβερής ζωής μου· το στοιχείο που θα κατέθετα κύριοι, εάν, ας πούμε, η εκτέλεσίς μου ανεβάλλετο για μία ώρα, ή  για μία ημέρα, ή για μία εβδομάδα, ή για έναν αιώνα... Εννοώ, κύριοι, ότι αυτός ο εγκολπισμός των διηγήσεων, της μιας μέσα στην άλλη, και στην άλλη, και στην άλλη, προκειμένου να μην αναχθεί κανείς ποτέ στην πλέον σημαντική, στην μία διήγηση, είναι ίσως το μοτίβο που λανθάνει πίσω από κάθε ιστορία. Πως κάθε ιστορία δεν είναι παρά μια ιστορία που λέγεται, προκειμένου να μη λεχθεί κάποια άλλη, πιο αληθινή εκείνη, και πιο επώδυνη. Τόσο με προβληματίζει αυτό, κύριοι, που αναρωτιέμαι μήπως τελικά κάθε δημιουργία, δεν υπακούει σ’ αυτό ακριβώς το μοτίβο. Κάνω κάτι, προκειμένου να μην κάνω κάτι άλλο, πιο σημαντικό, πιο αληθινό και πιο επώδυνο. Και λέω, προχωρώντας τη σκέψη μου ένα βήμα παραπάνω, μήπως, άραγε, και ο Θεός ο ίδιος, κύριοι, μήπως και ο Θεός ο ίδιος, μήπως και η ίδια η δική Του δημιουργία, κύριοι, η διαρκής και ατελεύτητη δημιουργία Του, μήπως δεν είναι..., μήπως δεν είναι και αυτή παρά μία υπεκφυγή, μια διαρκής και  και ατελεύτητη υπεκφυγή· κάτι (υποδεέστερο) που γίνεται προκειμένου να μη γίνει (ή καλύτερα προκειμένου να αναβληθεί) κάτι υπέρτερο, πιο δύσκολο, και πιο επίπονο στη γέννησή του. Κάτι πιο αληθινό, αλλά πιο απάνθρωπο και πιο σκληρό, κάτι που φανερώνει την ίδια την πραγματική Του φύση, για την οποία (μήπως λέω, κύριοι, μήπως) κι αυτός ο ίδιος να ντρέπεται λιγάκι.'

Δούκας Καπάνταης, Η Αυτοκράτειρα: Το Χρονικό της Νέας Γης, εκδ. Νεφέλη