'Πηγαίνω φοβερά καλύτερα. Οἱ μάταιες λέξεις πού μοῦ ἔβαλαν στό στόμα ἀρχίζουν νά ἐπιδροῦν. Οἱ ὅμοιοί μου μ’ ἐγκαταλείπουν. Βυθίζω τό χέρι στή χαίτη τῶν λεόντων, βλέπω τόν ἀπατηλόν ὁρίζοντα πού θά ψευδολογήσει μιά τελευταία φορά. Ἐκμεταλλεύομαι τά πάντα καί τα ψεύδη του μέ τή μορφή τῆς φλούδας κι αὐτή τή μικρή βόλτα πού κάνει περνώντας πάντα ἀπ’ τό σπίτι μου. Τίποτα δέν μέ βοηθάει τόσο πολύ ὅσο ὅταν ἐκεῖνος μέ συναντάει.
   [...]
   Τά ταξίδια μέ πῆγαν πάντοτε πολύ μακριά. Ἡ βεβαιότητα πώς θά φτάσω δέν μοῦ φάνηκε ποτέ παρά τό ἑκατοστό χτύπημα τοῦ κουδουνιοῦ σέ μιά πόρτα πού δέν ἀνοίγει.
   Κι ὁ πόνος ἀκόμα ἦταν στοιχειωμένος. Ὅταν αὐτή ἡ γυναίκα μέ τό καλαθόπλεκτο σῶμα ἤρθε νἀ ξεκοιλιαστεῖ πάνω στό κρεβάτι μου, κατάλαβα πώς κρύωνα. Πάγωσα. Ἀλλά τά νιάτα ἀγρυπνούσαν: στήν πραγματικότητα εἶχα ὑποφέρει πολύ λίγο. Πρέπει νά ὁμολογήσω πώς κράτησα τό κεφάλι της πάνω στό στῆθος μου.
   Ἐκεῖ, αὐτό τό φῶς, εἶναι ἡ νυκτερινή της μορφή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαφανισθεῖ καί στηρίζει τή νύχτα κι ἐρευνᾶ τό φῶς ὅπου δέν βρίσκομαι.
   Ἐξάλλου, τό πηγάδι εἶναι τελείως στήν ἐπιφάνεια. Οἱ μποῦκλες τοῦ καλοκαιριοῦ στά μαλλιά τῆς ἀνοίξεως γιά πολλήν ὥρα μοῦ ἐξήγησαν τί εἶναι ἡ ὑπόσχεση. Ἡ κτηνώδης βροχή εἶχε στίς ἀντένες της τήν πρόοδο πού κουτσαίνει μές στόν ἀφρό. Τραγουδάει πάντα τό σιωπηλό κι ἀπειλητικό καπρίτσιο, πού ἀφήνει τά πάντα νά χαθοῦν. Ὁ ἦχος τῆς φωνής της εἶναι μιά οὐλή.'

Αντρέ Μπρετόν & Πολ Ελιάρ, Η Άμωμος Σύλληψις, μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδ. Ύψιλον

  'Το ιερό πνεύμα είναι κείνο που παραμένει προσκολλημένο στις αρχές με μια δύναμη σκοτεινής ταύτισης, που μοιάζει με τη σεξουαλικότητα - την πιο κοντινή στο οργανικό πνεύμα μας σεξουαλικότητα, το εμποδισμένο απ’ το βάρος της πτώσης του πνεύμα μας. Αυτήν την πτώση που αναρωτιέμαι αν αντιπροσωπεύει την αμαρτία. Γιατί στο επίπεδο που υψώνονται τα πράγματα, αυτή η ταύτιση ονομάζεται Έρωτας, που μια μορφή του, είναι το παγκόσμιο έλεος, και που η άλλη, η πιο τρομερή, είναι η θυσία της ψυχής, δηλαδή ο θάνατος της ατομικότητας.
   Όλες αυτές οι μάχες  θεού με θεό, και δύναμης με δύναμη, όπου οι θεοί νοιώθουν να συνθλίβονται μέσα στα δάχτυλά τους οι δυνάμεις που δεν τους επιτρέπεται να διευθύνουν· αυτός ο χωρισμός δύναμης και Θεού, όπου ο Θεός δεν υποβιβάζεται πια σ’ ένα είδος λέξης που σβήνει, ένα ομοίωμα αφιερωμένο στις πιο αποτρόπαιες ειδωλολατρείες· αυτός ο σεισμικός θόρυβος κι αυτό το υλικό τρεμούλιασμα στους ουρανούς· αυτός ο τρόπος να καρφώνεται ο ουρανός μέσα στον ουρανό και η γη πάνω στη γη· αυτά τα σπίτια κι αυτές οι ουράνιες περιοχές που περνάνε από χέρι σε χέρι κι από κεφάλι σε κεφάλι, καθένας από μας εδώ, μες το κεφάλι του, καθώς ανασυνθέτει με τη σειρά του τους Θεούς του· αυτή η προνοητική κατάληψη του ουρανού, εδώ απ’ τον ένα Θεό και τη λύσσα του, εκει απ’ τον ίδιο Θεό μεταμορφωμένο· αυτή η ιδιοποίηση των εξουσιών την οποία διαδέχονται, σαν τον αιώνιο παλμό ενός σπασμού, από κάτω προς τα πάνω κι από πάνω προς τα κάτω, κι άλλες ιδιοποιήσεις εξουσιών· αυτή η  αναπνοή των κοσμικών ικανοτήτων, όμοιων, σ’ ό,τι αφορά το ανώτερο επίπεδο, με τις χοντροκομμένες και θαμμένες πνευματικές ικανότητες που κοιμούνται μέσα στα ξεχωριστά μας άτομα, -και σε κάθε ικανότητα αντιστοιχεί ένας Θεός και μια δύναμη, κι είμαστε ο ουρανός πάνω στη γη, κι αυτοί έγιναν γη, η γη μέσα στο αποονωμένο απόλυτο [...].'

Αντονέν Αρτό, Ο Ηλιογάβαλος ή Ο Εστεμμένος Αναρχικός, μτφρ. Τούλα Τόλια, εκδ. Ελεύθερος Τύπος

  'Και τράβηξε ακόμη πιο πίσω, μέσα από χρόνια και αιώνες, ερπετικών εποχών. Και τώρα ήταν ένα πλάσμα που σερνόταν στη λάσπη, μην έχοντας ακόμα μάθει να στοχάζεται, να ονειρεύεται και να δημιουργεί. Κι έφτασε κάποτε μια εποχή όταν δεν υπήρχε καν ήπειρος αλλά μονάχα ένας απέραντος, χαώδης βάλτος, μια θάλασσα από βούρκο δίχως όρια ή ορίζοντα, που ανάβραζε με τα τυφλά στροβιλίσματα όμορφων υδρατμών.
   Εκεί, στις γκρίζες απαρχές της Γης, ανάμεσα στους βούρκους και στους αχνούς, αναπαυόταν η άμορφη ρίζα του [...]. Ακέφαλος, δίχως όργανα ή μέλη, ενώ από τις γλειώδεις του πλευρές ξεκολλούσαν σαν αργό, ασταμάτητο φυλλοβόλημα, οι αμοιβαδοειεδείς μορφές που ήταν και τα αρχέτυπα της γήινης ζωής. Ήταν φρικαλέος, αν υπήρχε κάτι για να συλλάβει τη φρίκη του· και σιχαμερός, αν υπήρχε κάτι για να νιώσει την αηδία. Ολόγυρά του, ξαπλωτές ή γερτές στο βούρκο, υπήρχαν σκόρπιες οι τεράστιες πλάκες από την αστρική πέτρα που είχαν χαραγμένη πάνω τους την ασύλληπτη σοφία των προκοσμικών θεών.'

* * *

  'Οι πρησμένοι, παραχορταριασμένοι μίσχοι και τα κλαδιά του λικνίζονταν απαλά, και το τεράστιο λουλούδι τον κοίταζε διαρκώς με λαγνεία, με τη βέβηλη παρωδία ενός ανθρώπινου προσώπου. Νόμιζε ότι άκουγε ένα σιγανό τραγουδιστό ήχο, απερίγραπτα γλυκό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν έβγαινε από το φυτό ή αν ήταν μια απλή παραίσθηση των εξαντλημένων του αισθήσεων.
   Οι αργοκίνητες ώρες κυλούσαν, κι ένας άγριος ήλιος έχυνε κάτω τις αχτίδες του σαν αναλυτό μολύβι από κάποιο τιτάνιο δοχείο βασανιστηρίων. Το μυαλό του ήταν αποχαυνωμένο από την αδυναμία και τη φορτωμένη με δυσοσμία κουφόβραση, αλλά δεν μπορούσε να χαλαρώσει την ακαμψία της στάσης του. Το λικνιζόμενο τερατώδες φυτό δεν παρουσίαζε καμία αλλαγή και φαινόταν  να έχει φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη πάνω από το κεφάλι του θύματός του.'

* * *

  'Σε εκείνα τα όνειρα, αργά και ανεπαίσθητα, αφήνοντας πίσω και τα τελευταία ίχνη του ανθρώπινου εαυτού του, έφτασε να ταυτίζεται και να γίνεται ένα με τα τυφλά πλάσματα που τον περιτριγύριζαν. Ζούσε και κινιόταν όπως εκείνα, σε βαθιά σπήλαια, βαδίζοντας στους δρόμους της νύχτας. Και ταυτόχρονα -σαν να είχε γίνει αποδεκτός ύστερα από εκείνη τη συμμετοχή στην αποτρόπαιη ιεροτελεστία- είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο: σε μια Οντότητα δίχως όνομα που βασίλευε στα τυφλά όντα και ήταν κάτι που κατοικούσε στα αρχαία σαπισμένα νερά, στα ανήλιαγα βάθη, και που έβγαινε κατά καιρούς για να βρει την ακατανόμαστη τροφή του. Σ’ εκείνη τη διπλή του υπόσταση, χόρταινε την πείνα του σε τυφλά φαγοπότια - καταβρόχθιζε, αλλά και τον καταβρόχθιζαν. Με όλα αυτά είχε άμεση σχέση, σαν συνδετικό στοιχείο της ενότητας, εκείνο το είδωλο· αλλά μονάχα από άποψη αφής και όχι σαν οπτικός δεσμός. Γιατί πουθενά δεν υπήρχε φως, ούτε καν σαν ανάμνηση.'



Κλαρκ Άστον Σμιθ, από τα διηγήματα 'Ούμπο-Σάθλα', 'Ο Σπόρος από το Μαυσωλείο' και 'Ο Κάτοικος της Αβύσσου' κατά σειρά της ανθολογίας Ο Κάτοικος της Αβύσσου & Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

  'Απόψε, για πρώτη φορά ύστερα από έναν τουλάχιστον χρόνο, βλέπω τον ουρανό μ’ αστέρια. Τον βρίσκω μικρό. Είμαι εγώ που μεγαλώνω ή το σύμπαν που μικραίνει; Ή μήπως συμβαίνουν συγχρόνως και τα δύο; Οποία διαφορά με τις επίπονες αστρικές ενατενίσεις της εφηβείας μου! Αυτές τις εξουθενωτικές ενατενίσεις που καθοδηγούσε ο νεανικός μου ρομαντισμός, κάνοντάς με να πιστεύω τότε στο ανεξερεύνητο κι αχανές κοσμικό χάος. Κάτι που με γέμιζε βαθιά μελαγχολία, κι αυτό γιατι όλες μου οι συγκινήσεις ήταν για μένα τότε απροσδόκητες. Τώρα, αντίθετα, οι συγκινήσεις μου είναι τόσο συγκεκριμένες που θα μπορούσα να τις αποδώσω ανάγλυφα. Και την ίδια στιγμή αποφασίζω να φτιάξω μία πάνω σε γύψο, αναπαριστώντας με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη συγκίνηση που μου προκαλεί ο ουράνιος θόλος.
    Ευγνομονώ τη σύγχρονη Φυσική που εδραίωσε, μέσα από τη συνεχή έρευνά της, αυτή την ευχάριστη και συνάμα ηδυπαθή κι αντιρομαντική ιδέα, ότι «ο χώρος είναι πεπερασμένος». Η συγκίνησή μου έχει την τέλεια φόρμα μιας ακολουθίας τεσσάρων γλουτών, την τρυφερότητας της σάρκας αυτού του ίδιου του σύμπαντος! Ξαπλώνοντας εξουθενωμένος από την ολοήμερη εργασία, προσπαθώ να διατηρήσω ακέραιη αυτή τη συγκίνηση, επαναβεβαιώνοντας τον εαυτό μου όλο και περισσότερο, λέγοντάς μου ότι, σε τελευταία ανάλυση, το Σύμπαν, όσο μεγαλειώδες κι ατέρμονο κι αν δείχνει, δεν είναι παρά μια καθαρή κι απλή υπόθεση μετρημένων κουκιών. Μ’ ευχαριστεί αφάνταστα όταν βλέπω τον Κόσμο να συρρικνώνεται στις πραγματικές του διαστάσεις, τόσο που δε θα δίσταζα να τρίψω τις παλάμες μου από ικανοποίηση, αν αυτή η άθλια χειρονομία δεν ήταν κατ’ εξοχήν αντινταλική. Πριν πέσω για ύπνο, αντί να τα τρίψω, θα τα χαμηλώσω με την πιο αγνή χαρά, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό μου ότι ο Κόσμος, όπως άλλωστε και κάθε τι υλικό, μοιάζει ευτελής και λίγος αν τον συγκρίνεις, για παράδειγμα, με το εύρος μιας προσωπογραφίας του Ραφαήλ.'

Σαλβαντόρ Νταλί, Το Ημερολόγιο Μιας Μεγαλοφυίας, μτφρ. Νίκος Πλατής & Μαίρη Γιαμαλή, εκδ. Εξάντας

  'Και, όπως εκείνη, περιμένει να γλιστρήσει στα πόδια του το βάρος της θλίψης. Πρέπει το πνεύμα του να ξεκολλήσει από αυτό το κάλυμμα, που η σύσταση του θυμίζει ατμό, νερό, σύννεφα. Αυτό το κάλυμμα δεν περικλείει καμιά έγνοια, καμιά ανησυχία, μόνο μια ύλη άδεια, τις μεταξωτές πτυχές των αναίτιων θλίψεων. Είναι ένα υφάδι φόντου λιγάκι θαμπό που οι συλλογισμοί δεν μπορούν να το διώξουν και που μόνο τα χρώματα μιας άλλης απόχρωσης καταφέρνουν να σκεπάσουν. Ο γύρω θόρυβος ενάντια στην εσωτερική μας σιωπή.'

  'Ο Λουκάς θα θυμόταν για πολύ καιρό ακόμα τους φόβους της, τις εκμυστηρεύσεις της, τις αδυναμίες της. Θα θυμόταν πως ήταν τρυφερή, μέτρια αισθησιακή, πως μιλούσε ελάχιστα γι’ αυτά τα πράγματα, που δεν αποτελούσαν ουσιώδες θέμα ομιλίας στις σχέσεις τους. Η μνήμη του θα φύλαγε από εκείνη την εικόνα μιας έφηβης άπειρης ακόμα, γοητευτικής, λίγο συνεσταλμένης, άρα προικισμένης με τα χαρακτηριστικά που φανταζόμαστε, όταν ο έρωτας γράφεται με Ε κεφαλαίο και οι λεπτομέρειές του με μικρά γράμματα. Ίσως ο Λουκάς έκανε λάθος. Όμως κάθε φορά που θυμόταν τα απογεύματά τους της Πέμπτης, ή σκεφτόταν την Άννα και τον εαυτό του στο δωμάτιο του Κήπου, ένιωθε μια μελαγχολική θλίψη, έναν πολύ λεπτό, εύθραστο πόνο, όχι για το αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου όσο για μια απώλεια για την οποία δεν υπάρχει ποτέ γιατρειά.'


Νταν Φρανκ, Μια Κοπέλα, μτφρ. Νίκη Ντουζέ & Μαρία Ρομπλέν, εκδ. Ωκεανίδα

  'There is not “the” body, there is not “the” res extensa. Thee is that there is: creation of the world, techné of bodies, weighing without limits of sense, topographical corpus, geography of multiplied ectopias—and not u-topia.
   No place beyond place for sense. If sense is “absent,” its by way of being herehoc est enim—and not by way of being elsewhere and nowhere. Absence-here, that’s the body, the extent of psyche. No place before birth or after death. No before/after: time is spacing. Time is the rising up and absenting, the coming-and-going into presence: it’s not engendering, transmission, perpetuation. “Fathers” and “mothers” are other bodies; they aren’t the place of the Other (as they are in neurosis, which is only a very provisional, even if necessary, accident in our history, a hardship of entering into his era of the world of bodies). No place for an Other of places, no hole, no origin, no phallomedusing mystery.
   No place for Death. But places are dead bodies: their spaces, their tombs, their extended masses, and our bodies coming and going among them, among ourselves.
   The between-bodies reserves nothing, nothing but the extension that is the res itself, the areal reality through which it happens that bodies are exposed to each other. The between-bodies is their images' taking-place. The images are not likenesses, still less phantoms or fantasms. It’s how bodies are offered to one another, it’s being born unto the world, the setting on edge, the setting into glory of limit and radiance. A body is an image offered to other bodies, a whole corpus of images stretched from body to body, local colors and shadows, fragments, grains, areolas, lunules, nails, hairs, tendons, skulls, ribs, pelvises, bellies, meatuses, foams, tears, teeth, droolings, slits, blocks, tongues, sweat, liquors, veins, pains, and joys, and me, and you.'

Jean-Luc Nancy, Corpus, translated by Richard A. Rand, publisher: Fordham University Press
La Victime (1938) - Balthus

'You Stepped Out of the Dream' [album: Five Pieces (1975)] - Antony Braxton

  'Στα κωλόμπαρα ανακοινώνεται ο Θάνατος. Ο Θάνατος του καθενός μας. Ο Θάνατός μας. «Μπάρα» (αχνά) μου είπε ένα Ιταλός που συνάντησα σε μια μπάρα στον άη-Νικόλα της Κρήτης, «στα Ιταλικά σημαίνει φέρετρο». Ήταν ένα μακρόστενο μπαρ. Είχε μια μπάρα από ξύλο μαόνι καθόλο το μήκος της μακρόστενης σάλας. Φιλική επένδυση από ακριβό δέρμα από την πλευρά των θαμώνων. Τα σκαμπό αναπτύσσονταν επίσης κατά μήκος, δεν μπορούσες να δεις τους άλλους παρά μόνο μέσα από τον τεράστιο καθρέφτη που έτρεχε στον τοίχο με τα αναρίθμητα μπουκάλια. Τα σκαμπό είχαν το κατάλληλο ύψος ακόμα και για τους κοντούς και για τις γυναίκες, να μην κρέμονται τα πόδια τους κάτω. Ψάχνω ακόμα τον εφευρέτη της μπάρας. Η μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών: η μπάρα. Το μοναδικό μέρος στον κόσμο, για φανατσείτε, όπου μπορείς να φας, να πιείς, να κοιμηθείς, να κάνεις έρωτα και να χορέψεις. Να πας μόνος και να γνωρίσεις κόσμο. Να μιλήσεις με άλλους και να ξαναγυρίσεις στη μοναξιά σου, εφόσον το επιθυμείς. Να πας με συντροφιά και να ανταλλάξετε από εξομολογήσεις μέχρι βρισιές και απειλές. Να τσακωθείτε σαν άνθρωποι, βρε αδελφέ (γέλια). Να πας συνοδευόμενος και να φύγεις ασυνόδευτος ή να αλλάξεις συνοδό και να φύγεις με άλλη. Γνωρίζετε κάποιο άλλο μέρος το οποίο να προσφέρεται ταυτόχρονα για τόσες πολλές χρήσεις; Γνωρίζετε πως λένε τον άνθρωπο που σκέφθηκε, σχεδίασε και έφτιαξε την πρώτη μπάρα στον κόσμο; Και γιατί τη λέμε μπάρα; Ποια είναι η ετυμολογία της λέξης;'

Χρύσα Αλεξίου & Σωτήρης Παστάκας, Η Μπάqα, εκδ. Θράκα

'Κι ἄλλα ξεθωριασμένα συντρίμμια χρόνου
Διηγόντουσαν οἱ τοῖχοι· προσηλωμένες μορφές
Ἔγερναν, σκυμμένες, ἐπιβαλλοντας σιωπή στόν περίκλειστο χώρο.
Βήματα σέρνονταν στή σκάλα.'

'Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή, ἔτσι νομίζει,
Τό δεῖπνο τελείωσε, ἐκείνη νιώθει κούραση καί πλήξη
Προσπαθεῖ νά τήν ἀπασχολήσει μέ χαϊδολογήματα
Πού τῆς εἶναι ἀδιάφορα, ἄν ὄχι καί ἀνεπιθύμητα.
Ξαναμμένος καί ἀποφασιστικός, ρίχνεται στά ἴσια·
Χέρια ἐρευνητικά δέ συναντοῦν καμία ἀντίσταση·
Ἡ ματαιοδοξία του δέν ἐπιζητεῖ άνταπόκριση,
Καί μετατρέπει τήν άδιαφορία σέ ἀποδοχή.
(Κι έγώ ὁ Τειρεσίας ὑπόφερα ἀπό τά πρίν γιά ὅλα
Ὅσα διαδραματίστηκαν πάνω σ αὐτό ἐδῶ τό ντιβάνι ἤ κρεβάτι·
Ἑγώ πού ἔχω καθήσει στή Θήβα κάτω ἀπ τά τείχη
Κι ἔχω περπατήσει ἀνάμεσα στούςπιό ἀσήμαντους νεκρούς.)
Τῆς δίνει ἕνα τελευταῖο προστατευτικό φιλί,
Καί βρίσκει ψηλαφώντας τό δρόμο του, στὴν ἀφώτιστη σκάλα...'


Τ. Σ. Έλιοτ, Η Ρημαγμένη Γη, μτφρ. Κλείτος Κύρου, εκδ. Ύψιλον

'Path of retreat, though his mind's at a furious boil with resentment.
Twice, even then, he rushed into the thicj of his cordoning foemen,
Twice sent them reeling all over walls in disorder and panic.
But reinforcements speed from the camp and the front coalesces;
Juno, the daughter of Saturn, no longer dares give him extra
Strength to resist, because Jupiter's now sent Iris from heaven,
Bringing his sister commands that allow her no subtle amendments
If Turnus fails to withdraw from the Teucrians' towered defences.
So, the youth hasn't the power in his shield and the force in his right hand
Even to stand his own ground. Spears hurled in from so many quarters
Now overwhelm him. The concave helmet encasing his temples
Constantly clangs, the bombardment of stones leaves its solid bronze gaping,
Shipped of its plumes, and its boss can't shelter his head from relentless
Pounding. The Trojans and Mnestheus himself, now lighting in action,
Double their spear-volleys. Sweat oozes out over Turnu's body,
Forms into soot-blackened rivers (he'd had no chance for a breather).
Laboured gasping for air shudders of his joints. He, at long last,
Leaps, fully armed, from the walls, thus entrusting himself to the Tiber's
Streaming flow. As he touched it, the river-god caught him and raised him
Up in his tawny swirls and he swept him away upon gentle
Currents:returned to his allies content, fully cleansed of his slaughter.'

'Slowly but surely, the words take effect. He's begun hesitating,
But when a harness catches his gaze, high on Turnus's shoulder,
Gleaming with amulet studs, those pleas have no chance of fulfilment:
Pallas's oh so familiar belt, which Turnus had shouldered
After defeating and killing the boy. It's the mark of a hated
Personal foe. As his eyes drink in these mementoes of savage
Pain, these so bitter spoils, Aeneas grows fearsome in anger,
burning with fire of the Furies. "You, dressed in the spoils of my dearest,
Think that you could escape me? Pallas gives you this death-stroke, yes Pallas
Makes you the sacrifice, spills your criminal blood in atonement!"
And, as he speaks, he buries the steel in the heart that confronts him,
Boiling with rage. Cold shivers send Turnus' limbs into spasm.
Life flutters off on a groan, under protest, down among shadows.'


Virgil, Aeneid: A New Translation by Frederick Ahl, publisher: Oxford University Press

'Second Thoughts' [album: The Vortex Tapes (1992)] - Elton Dean

  'However, those girls working in bars were as stupid, as self-seeking, as base, and as self-indulgent as the women who worked in brothels. Like the prostitutes, they drank without being thirsty, laughed without being amused, went into raptures over the caresses of a common labourer maligned one another, and scrapped with one another without the slightest  provocation; in spite of that, the youth of Paris had never yet observed that, as regards beauty of form, skill of technique, and desirable attire, bermaids were clearly inferior to the women cooped up in the luxurious salons of brothels. "My God,' thought Des Esseintes, 'what fools these fellows are who hang round bars! Quite part from their idiotic illusions, they even manage to forget the risks associated with damaged or dubious merchandise, to no longer take into account the money spent on a lot of drinks the landlady charges for in advance, or the time wasted in waiting for goods whose delivery is deferred so as to enhance their value, or the endless shilly-shallying used to prompt and to promote the sport of  tipping!"
   This inane sentimentalism, combined with a fierce practicality, epitomized the dominant thinking of the century; those same individuals who would have blinded their neighbour for the sake of ten sous lost all their rationality, all their shrewdness when confronted by those shifty tavern girls who harassed them without mercy and extorted money from them without remission. Business enterprises laboured and families swindled one another in the name of commerce, so that their money could be fliched by their sons; they in their turn let themselves be cheated by these women who, in the final analysis, were robbed of everything by their fancy men.
   Throughout the whole o Paris, from east to west, from north to south, there existed an uninterrupted sequence of frauds, a pile-up of organized thefts each of which occasioned the next; and all this because, instead of customers being satisfied on the spot, they were persuaded to exercise their patience, they were kept waiting. Essentially,  the sum total of human wisdom consisted in dragging things out, in saying "no" then, eventually, "yes"; for the most effective way of controlling the younger generation was by constantly putting them off!'

Joris-Karl Huysmans, Against Nature: A New Translation by Margaret Mauldon, publisher: Oxford University Press

  'What one calls the obscenity of women, what they are punished for, is only the invisibility of their indecency and its inadmissible power by the demoniac seal.'

  'He says, I bless the day I was born aside from you and all your species. The elastic resistance of a boy's anus doesn't tell lies on the strength of their gangue which is the inner intestine. It's the lie of women's softness which is hateful. The pernicious insignificance of their access which makes a trap of it.
   The horror of the Nothing which is the imprescriptible Everything.'

  'Desire doesn't come from the longing to possess, or even to be possessed, which already implies a more burning imbrication, tangling up, the fusional scattering of flesh.
   No.
   Desire comes from the excessive novelty which makes all hope of a possible fornication be like the promise of a new life.'


Catherine Breillat, Pornocracy, translated by Paul Buck & Catherine Petit, publisher: Semiotext(e)

Ο ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ τραγούδαγε ἀσταμάτητα
ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ χόρευε μὲς στὸ κεφάλι μου
ὁ ἀνθρωπάκος τῆς νιότης
ἔσπασε τὸ κορδόνι τοῦ παπουτσιοῦ του
κι ὅλες οἱ παράγκες τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μεμιᾶς γκρεμιστῆκαν
καὶ μὲς στὴ σιωπὴ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
ἄκουσα τὴ φωνή σου εὐτυχισμένη
τὴ φωνή σου ξεσκισμένη κι εὔθραυστη
παιδιάστικη κι ἀπελπισμένη
ποῦ ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ καὶ μὲ καλοῦσε
κι ἔβαλα τὸ χέρι στὴν καρδιά μου
ὅπου ἔτρεμαν
ματωμένα
τὰ ἑφτὰ κρυστάλλινα κομμάτια τοῦ γέλιου σου ποὺ ράγισε σὰν ἄστρο.

* * *


ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΔΕΙΤΕ

Μία κοπέλα γυμνὴ κολυμπάει στὴ θάλασσα
Κάποιος ἄντρας μὲ γένια περπατᾶ στὸ νερὸ
Ποιὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων
Τὸ θαῦμα ποῦ ἀναγγέλθηκε παραπάνω;

* * *

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Ἄσπρα σεντονια σε καποιο ντουλαπι
Κόκκινο σεντονι σε καποιο κρεβατι
Κάποιο παιδι μες στη μάνα του
Η μάνα του μὲς στοὺς πόνους
Ὁ πατέρας τοῦ στὸ διάδρομο
Ὁ διάδρομος στὸ σπίτι
Τὸ σπίτι στὴν πόλη
Ἡ πόλη στη νύχτα
Ὁ θάνατος σὲ μια κραυγὴ
Και τὸ παιδὶ μὲς στὴ ζωή.

* * *

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ἀνάμεσα στὶς δεντροστοιχίες τῆς λεωφόρου Γκομπλὲν
Κάποιο μαρμάρινο ἄγαλμα μὲ ὁδηγεῖ ἀπ’ τὸ χέρι
Σήμερα Κυριακὴ τὰ σινεμὰ γεμάτα
Τὰ πουλιὰ στὰ κλαδιὰ κοιτάζουν τὴν ἀνθρωπότητα
Καὶ τὸ ἄγαλμα μὲ φιλᾶ μὲ κανεὶς δέ μας βλέπει
Μόνο ἕνα τυφλὸ παιδὶ πού μας δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο.

* * *

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ

Στὴν Ἂρλ ποὺ κυλᾶ ὁ Ροδανὸς
Στὸ φρικτὸ φῶς τοῦ μεσημεριοῦ
Κάποιος ἄντρας ἀπὸ φώσφορο κι ἀπὸ αἷμα
Ἀφήνει ἕνα μακρόσυρτο λυγμὸ
Σὰ γυναίκα ποὺ γεννᾶ τὸ παιδί της
Καὶ τὸ πανὶ γίνεται κόκκινο
Κι ὁ ἄντρας τρέχει οὐρλιάζοντας
Κυνηγημένος ἀπ’ τὸν ἥλιο
Ἕναν ἥλιο ἀπὸ κίτρινο ποὺ τρίζει
Στὸ μπορντέλο πολὺ κοντὰ στὸ Ροδανὸ
Φτάνει ὁ ἄντρας σὰν Μάγος
Μὲ τὸ παράλογο δῶρο του
Ἔχει βλέμμα γαλάζιο καὶ γλυκὸ
Τὸ ἀληθινὸ καθαρὸ καὶ τρελὸ βλέμμα
Ἐκείνων ποὺ δίνουν στὴ ζωὴ τὰ πάντα
Ἐκεῖνων ποὺ δὲν εἶναι ζηλιάρηδες
Καὶ δείχνει στὴν κακόμοιρη κοπέλα
Τὸ αὐτὶ τοῦ πλαγιασμένο στὸ πανὶ
Κι αὐτὴ κλαίει χωρὶς νὰ καταλαβαίνει τίποτε
Ἔχοντας στὸ νοῦ τῆς θλιβερὰ προαισθήματα
Καὶ κοιτάζει χωρὶς νὰ τολμᾶ νὰ τὸ πάρει
Τὸ ἀπαίσιο καὶ τρυφερὸ κοχύλι
Ὅπου οἱ θρῆνοι τῆς πεθαμένης ἀγάπης
Κι οἱ ἀπάνθρωπες φωνὲς τῆς τέχνης
Ἀνακατεύονται μὲ τοὺς ψίθυρούς της θάλασσας
Καὶ πᾶν νὰ πεθάνουν στὸ πλακόστρωτο
Μὲς στὴν κάμαρα ποὺ τὸ κόκκινο πάπλωμα
Ἀπὸ ἕνα κόκκινο ξαφνικὰ λαμπερὸ
Ἀνακατεύει αὐτὸ τὸ κόκκινο τὸ τόσο κόκκινο
Μὲ τὸ αἷμα ἀκόμη πιὸ κόκκινο
τοῦ μισοπεθαμένου Βικέντιου
Καὶ φρόνιμη σὰν τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα
Τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀγάπης
Ἡ κοπέλα γυμνὴ ὁλομόναχη χωρὶς ἡλικία
Κοιτάζει τὸ φτωχὸ Βικέντιο
Κεραυνοβολημένο ἀπ’ τὴ δική του καταιγίδα
Ποῦ γκρεμίζεται στὸ πλακόστρωτο
Ξαπλωμένο στὸν πιὸ ὡραῖο του πίνακα
Καὶ ἡ καταιγίδα φεύγει καλμαρισμένη ἀδιάφορη
Κυλώντας μπρὸς τῆς τὰ μεγάλα βαρέλια μὲ αἷμα
Ἡ ἐκθαμβωτικὴ καταιγίδα τῆς μεγαλοφυΐας τοῦ Βικέντιου
Κι ὁ Βικέντιος μένει ἐκεῖ κοιμᾶται ὀνειρεύεται ψυχορραγεῖ
Κι ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὸ μπορντέλο
Σὰν τρελὸ πορτοκάλι μέσα σὲ ἀκατονόμαστη ἔρημο
Ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὴν Ἂρλ
Στριφογυρίζει οὐρλιάζοντας.

* * *

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ

Μὴν πηγαίνεις
ὅλα εἶναι προσχεδιασμένα
τὸ μὰτς εἶναι φτιαχτὸ
κι ὅταν ἐμφανιστεῖ πάνω στὸ ρὶνκ
περιχυμένος ἀπὸ φλὰς
θὰ ξεκινήσουν φωναχτὰ τὴ δοξολογία
καὶ πρὶν ἀκόμα σηκωθεῖς ἀπ’ τὴν καρέκλα σου
θὰ σοῦ χτυπᾶν ὁμοβροντίες καμπάνας
θὰ σοῦ ρίξουν κατάμουτρα τὸν ἅγιο σπόγγο
καὶ δὲ θὰ προφτάσεις νὰ τὸν ξεπουπουλιάσεις
θὰ πέσουν πάνω σου
καὶ θὰ σὲ χτυπήσει κάτω ἀπὸ τὴ μέση
καὶ θὰ σωριαστεῖς
τὰ μπράτσα κουτὰ σὲ σταυρὸ
μὲς στὰ πριονίδια
καὶ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ μπορέσεις νὰ κάνεις ἔρωτα.



Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη

  '«Δε σ’ αφήνουν να ζήσεις, που να πάρει! Πρέπει να 'σαι συνέχεια στον τροχό!»
   «Έτσι είναι».
   Ήπιαμε λίγο ακόμα και μετά πέσαμε στο κρεβάτι. Αλλά δεν ήταν το ίδιο, ποτέ δεν είναι το ίδιο, υπήρχε μια απόσταση μεταξύ μας, τόσα πράγματα είχαν συμβεί. Την κοίταζα καθώς πήγαινε στο μπάνιο, κοίταζα τις ρυτίδες και τις δίπλες του πισινού της. Καημενούλα μου. Αχ καημενούλα μου. Η Τζόις ήταν σφιχτή και μεστή, τη χούφτωνες και το ευχαριστιόσουν. Ήταν θλιβερό, θλιβερό, θλιβερό. Όταν γύρισε η Μπέτι δεν τραγούδησαμε ούτε γελάσαμε ούτε μαλώσαμε. Καθίσαμε μονάχα και τα πίναμε και καπνίζαμε μες στο σκοτάδι, και όταν πήγαμε για ύπνο, δεν ακούμπησα τα πόδια μου πάνω στο κορμί της, ούτε εκείνη στο δικό μου, όπως κάναμε παλιά. Κοιμηθήκαμε χωρίς ν’ ακουμπάμε ο ένας στον άλλον.
    Μας είχαν ληστέψει και τους δύο.

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Το Ταχυδρομείο, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Οδυσσέας

  'Όσο περισσότερο προχωρώ, τόσο περισσότερο βλέπω να ελαττώνονται οι πιθανότητές να σέρνομαι από τη μία μέρα στην άλλη. Για να πω την αλήθεια, αυτό συνέβαινε πάντα: δεν έζησα μες στο πιθανό, αλλά μέσα στο αλλόκοτο. Η μνήμη μου σωριάζει βυθισμένους ορίζοντες.'

   'Όταν έχεις καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι τα πράγματα δεν αξίζουν καν την κατάσταση των φαινομένων, δεν έχεις ανάγκη πλέον να σωθείς, έχεις σωθεί και είσαι για πάντα δυστυχής.'

   'Το μέλλον, αυτό το βάραθρο, με τρομάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε θα προτιμούσα να το έβλεπα να εξαφανίζεται. Και αυτό και την έννοια του μέλλοντος. Γιατί στο βάθος αυτή με τρομάζει και με εμποδίζει να γεύομαι το παρόν, περισσότερο κι από το γλίστρημα στην άβυσσο που κρύβει. Ο νους μου κλονίζεται μπροστά σε όλα όσα συμβαίνουν, μπροστά σε όσα όλα πρέπει να συμβούν. Δεν είναι τόσο αυτό που με περιμένει όσο η ίδια η αναμονή, το επικείμενο αυτό καθαυτό με κατατρώει και με τρομάζει. Για να ξαναβρώ κάποια ηρεμία, μου χρειάζεται να γαντζωθώ σε ένα χρόνο χωρίς αύριο, σε έναν καρατομημένο χρόνο.'

   'Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα.'

   'Τη νύχτα που θα αποφασίσω ότι τα όνειρά μας δεν είχαν καμία σχέση με τη βαθύτερη ζωή μας και ότι προέρχοντας από τη χαμηλού επιπέδου λογοτεχνία, την ίδια νύχτα θα κοιμηθώ μόνο και μόνο για να παρευρεθώ στην παρέλαση των πιο παλιών και πιο κρυφών μου τρόμων.'

   'Η τρέλα είναι ίσως μια λύπη που δεν εξελίσσεται άλλο.'

   'Κλείνω τα μάτια, ξαπλωμένος. Σχηματίζεται ένα βάραθρο, σαν ένα πηγάδι που αναζητώντας νερό θα τρυπούσε το έδαφος με μια σχεδόν ιλιγγιώδη ταχύτητα. Παρασυρμένος σ’ αυτή τη φρενίτιδα, σ’ αυτό το κενό που αναγεννάει συνέχεια τον εαυτό του, ταυτίζομαι με την αρχή της γενεαλογίας της αβύσσου και, τι ανέλπιστη ευτυχία, βρίσκομαι έτσι μια απασχόληση και μάλιστα ένα σκοπό.'

  'Κάθε ύπαρξη είναι ένας καταστραμμένος ύμνος.'

  'Οι απωθημένες προσευχές εκρήγνυνται σε σαρκασμούς.'

  'Αντίθετα με την τρέχουσα άποψη, οι οδύνες μας δένουν, μας καθηλώνουν στη ζωή: είναι οι οδύνες μας, κολακευόμαστε ότι μπορούμε να τις αντέξουμε, αποτελούν αποδείξεις για την ποιότητα της ύπαρξής μας και όχι φόβητρα. Και είναι τόσο πικρή η περηφάνια της οδύνης που ξεπερνιέται μόνο από όποιον έχει υποφέρει.'

  'Βρισκόμαστε όλοι στον πάτο μιας κόλασης που κάθε της στιγμή είναι κι ένα θαύμα.'


Εμίλ Σιοράν, Ο Κακός Δημιουργός, μτφρ. Θανάσης Χατζόπουλος, εκδ. Εξάντας