ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΑΡΣΥΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


Τουλάχιστον θά ἔχω παίξει τὀν αὐλό
(αὐτή τήν τέχνη τῆς ἀναπονοῆς)
κ’ ὔστερα θά ’μαι ὁλόκληρος μία πληγή:
τό αἶμα μου θά γίνει πίδακας,
οἱ μύες μου θά κρέμονται γυμνοί, κ’ οἱ φλέβες μου
θά πάλλονται στόν ἀνοιχτό ἀέρα σάν χορδές.
Κάθε κομμάτι δέρματος πού θ’ ἀφαιρεῖς ἐπιμελῶς ἀπό τή σάρκα μου
θά σοῦ χαζίζει ἕνα ἐπιφώνημα: μιά φυσική νότα.
Θά ’χεις στή διάθεσή σου τότε, ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο
γιά νά συνθέσεις μία συμφωνία· κοντσέρτο
πού θά χειροκροτήσει ὁ κόσμος τῶν θνητῶν
καί τῶν ἡμίθεων: numina sylvarum, κένταυροι,
οἱ φαῦνοι καί οἱ νύμφες θά δακρύζουν - ἕνα δωρικό μυαλό
πίσω ἀπό ἕνα φρυγικό μαρτύριο.
Καί τό τομάρι πού θά κρέμεται ἀπ’ τά κλαδιά μιᾶς λεύκας
θά λέει: εἶναι τοῦ θεοῦ ἡ τέχνη, ὄχι δική μου.

* * *

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ


Τ’ ἄλογα περπατοῦν μέ ματωμένες ὁπλές στ’ ἄσπιλο χιόνι.
Οἱ ὁδοκαθαριστές σαρώνουν προκηρύξεις καί ξηλωμένα σιρίτια,
ἄδεια φυσίγγια, συλλεκτικά νομίσματα, μινιατοῦρες τυράννων.
Στό μεταξύ τ’ ἀγάλματα στέκονται στίς ἴδιες πλατεῖες
ἴσως μέ λιγότερο βάρος ἀπὸ τόν πόνο τοῦ μαρμάρου στά μέλη,
ἐνῶ ἡ μέρα πού ἄρχισε μέ ριπές καί ἰάμβους διαλύεται
σ’ ἕνα ἀπόγευμα γεμάτο ψιθύρους, ἐνστάσεις καί φῆμες.



Δημήτρης Ελευθεράκης, Εγκώμια, εκδ. Πατάκη

   'Κι ἕνα ὡραῖο ἀπομεσήμερο τῆς ἔφερα τήν πρώτη παπαρούνα πού εἶχε άνθίσει κι αὐτόν τόν χρόνο στήν αὐλή της. Τήν πῆρε, μά ὁ νοῦς της ἤταν ἀλλοῦ. Μοῦ ζήτησε τόν μικρό καθρέφτη. Τήν βοήθησα ν’ ἀνασηκωθεῖ λιγάκι, ἔγειρε πρός τό παράθυρο καί κοιτάχτηκε ἐπίμονα σάν νά ἀνέλυε ἕνα-ἕνα τά χαρακτηριστικά της. Τά μάτια της εἶχαν βαθύνει κι ὑγρανθεῖ ἐντελῶς, ἡ μύτη της —τό πρόσεξα ὅταν μοῦ τό ’δειξε— εἶχε στραβώσει λίγο πρός τ’ ἀριστερά. Δέν ξέρω τί ἄλλα ἀκόμη εἶδε μέσα σ’ ἐκεῖνο τό γυαλί καί ψιθύρισε πώς τέλειωσαν τά ψέμματα δίνοντάς μου πίσω τόν καθρέφτη.
    Οὔτε πονοῦσε. Ἡ ἀρρώστεια, ἀφού χρόνια τήν εἶχε παλέψει μέ πόνους καί κάποια ξεθυμάσματα καί πάλι πόνους, πυρετούς κι ἕνα σωρό ἄλλες θλίψεις, ὁράματα, καταραμένα ρουμπίνια, ἀκόμη καί «νάζια», τέλειωνε τώρα κι ἐκείνη, σάν ψέμμα.
    Τό βράδυ, ἄν ἄργησα νά φύγω, δέν τό ’κανα ἐπειδή μοῦ τό ζήτησε ἡ Ἀνατολή — δέν μοῦ τό ζήτησε. Εἶχε φεγγάρι καί τό κοίταζα, εἶχα μουδιάσει νά τό κοιτῶ ἀπ’ τό παράθυρο. Τό κοίταζε καί ἡ Ἀνατολή στό κρεββάτι της — πανσέληνος, ὅλα ἦταν ἥσυχα, ἀπερίγραπτα ἥσυχα.
    «Νύσταξα», τήν ἄκουσα πού εἶπε σέ μιά στιγμή.
    Δέν γύρισα νά τήν δῶ. Τό ἔλεγε κάθε βράδυ, ἤ καί μέρα, ὅταν καταλάβαινε πώς ἑτοιμαζόμουν νά φύγω — μέ προλάβαινε πρίν τῆς πῶ «Φεύγω» ἤ «Σ’ ἀφήνω τώρα».
    Πολύ ἀργότερα συναισθάνθηκα αὐτό τό νύσταξα. Καί μοῦ θύμισε πόση ὤρα εἶχε περάσει ἀπό τότε κι ἐγώ ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ. Ὄπως καί τό φεγγάρι —πού τό κοίταζα ὅλην αὐτήν τήν ὥρα χωρίς καμμιά σκέψη στό κεφάλι μου— μοῦ θύμισε κι αὐτό κάτι: μιάν ἄλλη νύχτα, μιάν ἄλλη ἱστορία — τό ἴδιο φεγγάρι, ἡ ἴδια ἀπορρόφηση...
   Σηκώθηκα ἐπιτέλους νά φύγω. Ὁ ἀέρας εἶχε ἀφήσει τήν πόρτα ἀνοιχτή.'

Ζυράννα Ζατέλη, Στην Ερημιά με Χάρι: Ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη

15
                                                                        ΕΤΣΙ ΚΑΛΟΥΜΕ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀλλὰ δὲν καλεῖται ἔτσι τὸ Ὄνομα. Κουρελῆδες στέκουμε, ἰκετεύουμε δάκρυα ποὺ νὰ λιώνουν τὰ ἀμετακίνητα ὁρόσημα τοῦ μίσους. Ὄμορφη ποὺ εἶναι ἡ κληρονομιά μας, νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε ἔτσι μὲ τὴν αἰωνιότητα, γανναιόδωρη πόσο ἡ μοναξιά αὐτή, ὅπως τὴν περιβάλλει, τὴν πληροῖ καὶ τὴν ἐξουσιάζει τὸ Ὄνομα, ποὺ ἀπὸ μέσα του ὅλα ὀρθώνονται δοξασμένα, έξαρτημένα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.

* * *

37
                                                                        ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, τὸ σκοτάδι. Ἐσὺ εἶσαι ἡ μόνη ἀσπίδα μου. Τὸ ὄνομά σου εἶναι τὸ μόνο μου φῶς. Ὅποια ἀγάπη ἔχω, ὁ νόμος σου εἶναι ἡ πηγή της, αὐτῆς τῆς νεκρῆς ἀγάπης ποὺ θυμᾶται μόνο τὸ ὄνομά της, ἀλλὰ τὸ ὄνομα εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀνοίξει σὰν στόμα, νὰ καλέσει τὴ δρόσο καὶ νὰ πιεῖ. Ὤ νεκρὸ ὄνομα, ποὺ μέσα ἀπὸ τὸ ἔλεός σου μιλάει στὸ ζωντανὸ ὄνομα, ἔλεος ποὺ ἀγφουγκράζεται τὴ θέληση ποὺ σκύβει πρὸς τὸ μέρος του, τὴ θέληση ποὺ δύναμή της εἶναι ἡ ὑπόσχεσή της σὲ σένα - Ὦ ὄνομα τῆς ἀγάπης, φέρε τὴν εὐλογία τῆς πληρότητας στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔκοψες στὰ δύο γιὰ νὰ σὲ γνωρίσει.


Λέοναρντ Κοέν, Το Βιβλίο του Ελέους, μτφρ. Διονύσης Μαρσέλλος, εκδ. Περισπωμένη

  'Ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ καὶ ἡ λατρεία τοῦ ἔρωτα ἀναπτύχθηκαν ταυτόχρονα καὶ δημιούργησαν μιὰ σχέση συμβιωτική, ὅπου ἡ μία ἔφερε τὴν ἄλλη. Μὲ τὸ ποὺ ἐμφανίστηκε ἡ βασίλισσα, νομιμοποίησε τὴν παρουσία τῶν γυναικῶν σ' ἕνα πεδίο δράσης ποὺ πρὶν τὸ κατεῖχαν μόνο οἱ ἄνδρες καὶ ἐνθάρρυνε περισσότερο τὴ γυναικεία συμμετοχὴ στὸ παιχνίδι. Τὰ κορίτσια καλῶν οἰκογενειῶν μποροῦσαν νὰ πάρουν μέρος σὲ παρτίδες μὲ τὴ συμμετοχὴ καὶ τῶν δύο φύλων, μὲ ὅλες τὶς ρομαντικὲς δυνατότητες ποὺ μποροῦσαν νὰ προσφέρουν αὐτὲς οἱ συναντήσεις. Τὸ σκάκι προσέφερε τὴ δικαιολογία στοὺς ἐραστὲς νὰ συναντηθοῦν στὴ φιλικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν κήπων καὶ τῶν μπουντουάρ, ὅπου μποροῦσαν νὰ παίζουν μὲ τὰ συναισθήματά τους ὅπως μὲ τοὺς πεσσούς τους. Καὶ ἀντίθετα μὲ τὰ ζάρια, ποὺ εἶχαν συσχετιστεῖ μὲ τὴν ἀχαλίνωτη συμπεριφορὰ καὶ τὴν ἀταξία, τὸ σκάκι ἔπρεπε νὰ παίζεται μὲ τελετουργικὴ προσοχή. Ἤταν ἡ ἰδανικὴ μεταφορὰ τοῦ ἔρωτα γιὰ τὰ μέλη τῶν ἀνώτερων τάξεων, ποὺ ἔβρισκαν στὸ σκάκι τὸ σύμβολο τῶν δικῶν τους ἱεραρχικῶν ἀξιῶν.'

  'Ὁσον ἀφορᾶ τὶς πολλαπλὲς κινήσεις ποὺ ἀπέκτησε ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, σὰν τὰ θαύματα ποὺ ἀποδίδονται στὴν Παρθένο Μαρία, καὶ αὐτὲς, ἐπίσης, προέκυψαν ἀπὸ ὑγιὴ σεβασμὸ πρὸς τὴ γυναικεία δύναμη. Ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ ἦρθε γιὰ νὰ ἐνσαρκώσει ἄρρητους ἀνδρικοὺς πόθους ποὺ συνήθως σχετίζονται μὲ τὴ γυναίκα: τὴν ἐπιθυμία νὰ τὴν προστατεύσουν καὶ τὸ φόβο μήπως τιμωρηθοῦν ἤ προδοθοῦν. Πάνω ἀπὸ ὄλα, ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ εἶναι ἐπικίνδυνη, ἀπρόβλεπτη, ἐμπνέει δέος. Συχνὰ εἶναι ὐπέυθυνη γιὰ τὴ ζωὴ ἤ τὸ θάνατο.'

  'Σήμερα, ἔχοντας μόνο ἐλάχιστες κατ' ὄνομα βασίλισσες διασκορπισμένες σὲ ὀλόκληρη τὴν Εὐτώπη, ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ φέρνει στὸ νοῦ μιὰ μακρινὴ ἐποχὴ ὅπου ὁ σεβασμός, ὁ θαυμασμὸς καὶ ὁ φόβος προσφέρονταν ἀφειδῶς σὲ πολυάριθμες ὑπαρκτὲς βασίλισσες. Ὅμως, ἡ βασίλισσα τοῦ σκακιοῦ προσφέρει καὶ μιὰ ταιριστῆ εἰκόνα γιᾶ τὴ θέση τῶν γυναικῶν στὸν κόσμο. Μπῆκε στὸ πάνθεον τῶν ἔμφυλων εἰκόνων, μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα Γῆ, τὴν Ἀμαζόνα καὶ τὴν Παρθένο Μαρία.'


Μέριλον Γιάλομ, Η Γέννηση της Βασίλισσας του Σκακιού, μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδ. Άγρα

  'Σὰν ἐξαφανίστηκε ἡ σκιὰ στὸ σκοτάδι, ἡ Νύχτα ἀπόμεινε μὲ μιὰ ἀμφίβολη αἴσθηση ἐκκρεμοῦς ποὺ πάει νὰ φταστεῖ καὶ νὰ ξεψυχήσει στὸν ἑαυτό του· μὰ ὅ,τι λάμπει καὶ πάει, ἐκπνέοντας στὸν ἑαυτό του, νὰ ἀποσβεστεῖ, ὁ ἑαυτός της ἀντιλαμβάνεται νὰ τὸ σηκώνει ἀκόμα· λοιπόν, αὐτηνῆς εἶναι δίχως ἀμφιβολία ὁ χτύπος που εἶχε ἀκουστεῖ καὶ ὁ θόρυβός του ὁ ὁλοκληρωτικὸς ποὺ ἀνεπιστρεπτὶ κατέπεσε στερημένος στὸ παρελθόν του.'

Στεφάν Μαλαρμέ, Ο Ἰγκιντουρ ή Η Τρέλα του Ελβενόν, μτφρ. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, εκδ. Ἀγρα

* * *

  '[...] Ἐλβενόν, φκιαχτὴ λέξη ποὺ μπορεῖ πιθανὰ νὰ ἐξηγηθεῖ ὅτι σημαίνει τὸν γιό τοῦ προσωπικοῦ πόνου, "τοῦ πόνου μου" (σύμφωνα μὲ μιὰ ρήση τῆς Ἐσθήρ) ἤ τὸν γιὸ τῶν ἄστρων καὶ τοῦ Ἐλοΐμ· ἡ στενάχωρη ἠθικὴ ἀναδίπλωση στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του τοῦ ἀτόμου ποὺ θέλει νὰ συνδέσει τὸν ἄκρατο ὑποκειμενισμὸ μὲ τὴν ἀνάλυση τοῦ ἀντικειμενικοῦ φαινόμενου· ἡ ἀπομόνωση στὴ σιωπὴ τῆς πιὸ ἀπρόσπβλητης μοναξιᾶς, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ παραμείνουμε στὴν περιοχὴ τοῦ λόγου ποὺ ἡ λατρεία του θρέφεται μὲ τὸ παράλογο· ἡ ἀναζήτηση μιᾶς ὕπαρξης ἀφηρημένης ποὺ καταργώντας κάθε προσωπικὸ θὰ ἐνσωματώνει τὸ καθαρὸ εἶναι· ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ ἄτομο πηγαίνοντας νὰ παραβγεῖ στὸ τυχαῖο μεταβάλλεται σὲ ἀστερισμό· ἡ ἔφεση ν' ἀντιμετωπισθεῖ τὸ τυχαῖο μὲ τὸ τραγούδι, τὴν ποιητικὴ δημιουργία· τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ἄσκημο ὡς ἀντίθετο τῆς γήινης ὁμορφιᾶς· ἡ τοποθέτηση τοῦ ἰδεώδους ὠραίου στὴν παγερὴ καὶ οὐδέτερη στειρότητα (Ἡρωδιάδα)· τὸ ξαναζωντάνεμα τῆς θεολογίας πάνω σὲ βάση στενὰ ὑποκειμενική, μὲ τὶς τύψεις τῆς συνείδησης που βλασταίνουν πάνω στὰ ὑπόλοιπα τῆς θρησκευτικῆς πίστης καὶ ἀγωγῆς· οἱ ἀναδρομὲς στὰ παραδείγματα ποὺ μᾶς κληρονόμησε ὁ μυστικισμός· ἡ νοσταλγία τοῦ πρωτόγονου καὶ τῆς πίστης του ποὺ τὴ χάσαμε· ἡ ἔννοια τῆς φυλῆς (ποὺ μὲ τόσο ὀλέθρια ἀποτελέσματα κληρονομήθηκε ἀπὸ τὸ Νίτσε στὸ Ναζισμό)· οἱ ἀπηχήσεις μεσαιωνικῶν παραμυθιῶν, θρύλων καὶ βίων τῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου· οἱ ἀπηχήσεις μύθων τῆς ἀρχαιότητας καῖ μάλιστα τοῦ Προμηθέα· ἡ ἕφεση πρὸς τον ἀποκρυφισμό, τὴν καβαλιστικὴ καὶ τὴ μαγεία· ἡ ἔννοια ἑνὸς διάκοσμου καθαρῶν συμβόλων (ρολόγι, μαγικό βιβλίο, κουρτίνες, ἔπιπλα, καθρέφτης, κάμαρη, σκάλα, θυρόφυλλα, τάφος, στάχτες τῶν κεκοιμημένων, πύργος, πηγάδι, στοιχειά, μαρμαρώματα, φτερουγίσματα, λάμψεις καὶ ἀναλαμπές, σκοτάδια, μεσονύχτι, μονόκερο ἄλογο, ζάρια καὶ κεράτιο <δηλαδὴ τὸ χωνὶ ποὺ τὰ ρίχνουν>)· ἡ ἀναγωγὴ τοῦ οἰκείου περιβάλλοντος τῆς καθημερινότητας τῶν πραγμάτων ποὺ συναναστρεφόμαστε, μὲ τὸν προσωπικό μας βίο καὶ τὴν ἀτομική μας ἐμπειρία, σὲ πνευματικό διάκοσμο· ἡ ὑποβολὴ μεταφυσικῶν προεκτάσεων διὰ τοῦ συγκεκριμένου· ἡ προσωποποίηση τῆς στιγμῆς ποὺ ἀφαιροῦμε κι ἐπεκτείνουμε τὸν βραχὺ χρόνο της σ' ἔκσταση ἱκανὴ νὰ χωρέσει τὴ λεπτομερέστερη ἀνάλυση τῶν αἰσθήσεων· ἡ πρόθεση νὰ παρουσιαστεῖ ὁ Ἴγκιντουρ ἀπὸ σκηνῆς θεάτρου, ὅπου ὅλες οἱ μορφὲς τέχνης, στὴν μεγαλύτερη καθαρότητα τῶν στοιχείων τους, πιστεύεται ὅτι εἶναι δυνατὸ νὰ συντεθοῦν ἀποτελώντας μοναδικὴ ἑνότητα σὲ πράξη τοῦ λόγου καὶ τῆς κίνησης.'

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, 'Για τον Μαλλαρμέ', δοκίμιο που περιλαμβάνεται στην έκδοση

  'Αργολιώνει το πρόπλασμα του κορμιού κι ολόκληρη πια στέκει στον άντρα. Τώρα το δέρμα της κλώθει οσμές. Τώρα οι στυφές κι οι γλυκές, οι πικρές και άνηβες στρώσεις την κύστη φουσκώνουν του άντρα. Ακούγεται βοή των χειμάρρων. Πλησιάζει έρποντας νιώθει υδρόχαρη φωνασκία αφού καταγής ο άντρας μυρίζει. Στην αρχαία της στάση ορθωμένη εκείνη. Είναι τα πόδια σμοιχτά και τα δάχτυλα σουρώνουν κάτω απ' το πέλμα. Είν’ ένα ξύσμα στο λοβό του φρυδιού της σαν από τραύμα προηγούμενης σάρκας που φορούσε το στέμμα μιας νίκης κατάρας ομορφιάς της γυναίκας. Έχει τα χέρια στην πυροστιά των ποδιών κι από εκεί αναβλύζει αφανέρωτο νήμα που δίνει ρυθμό στους αρμούς των δαχτύλων. Τα βλέφαρά της ανοιγοκλείνει χωρίς να στρέφει το βλέμμα. Κι ελαφρά πεταρίζει τα χείλη σαν ψίθυρος ομόκορμες λέξεις μες στην καμπάνα που αλέθει το σάλιο. Στην ψυχή της είν’ ο παλμός χωρίς αντίλαλο φόβου. Χτυπά προσευχή της ανάσας αλλά δεν βρίσκεται φόβος ούτε ελπίδα εκεί που το άγραφο μόνο ορίζει. Το άγραφο είναι παλμοί του ανθρώπου που πεθαίνει κι αναστένεται πάλι χωρίς να διώχνει κανένα σκοτάδι παρά μόνο να λάμνει στο φως κι απ’ το ίδιο να φτιάχνει τη βάρκα. Κόκκινα τώρα τα μάγουλα τρέμουν σαν βιτσιές των λεπιών, χαρακιές των γυρίνων. Κι ένας καπνός αχνίζει ακόμη όπως η άλως ρευμάτων που ’μειναν άδεια μελανό ξεβγάζοντας χώμα. Γυαλίζει. Αγριόμορφη κόρη του νερού. Γυαλίζει. Ελικοβλέφαρη. Λυγερόκορμη. Μελανόχρωμη. Το απάυγασμα της γύμνιας είναι χώρος σεληνώδους γυαλάδας. Κι υπάρχει στην ανάστροφη του καρπού της ένας λόγος αχαλίνωτου οίστρου που μιλά για το σώμα. Και στο σώμα ξανά απολήγει όλο πιο κάτω περνώντας τους γλουτούς και τις γάμπες αόρατος φτάνει στα ίχνη θεάς που λιώνουν στο χρόνο των πρώτων βημάτων. Κι είναι ο αφαλός της μοναξιά. Μνημείο ξεδεμένου σωλήνα απ’ την κοπή άλλων ανθρώπων, χαμένων στη λήθη γιγάντιου κτήνους κι ενωμένου πολύπλαγκτου όντος. Κατάμαυρα είναι τα μαλλιά της μ’ αβοστρύχωτες κόψεις. Γούνινα ζώα θηλάζουν τις ρώγες κι αχνοφέγγουν οι φλέβες που κρύβουν το γάλα σαν μετέωρο γέλιο. Καβαλώντας γλουτούς επάνω στις φτέρνες, ανάγλυφου ζώου παίρνει τώρα το σχήμα. Και παχύς φουσκώνει ο κύκλος ενώ μπρουμυτίζει στην άμμο. Κείται τώρα με πλάτη στον άντρα και τη θάλασσα τώρα κοιτάζει. Πράσινα φωτερά μάτια και μαβιές οι ίριδες των ματιών και ασπόνδυλη η φωνή μουσική. Αλλά τόσο απέχει το χρώμα της ίριδας απ’ το χρώμα της κόρης ώστε μοιάζουν να στάλαξαν μάτια σε κόχες άλλου προσώπου ριζώνοντας τους βολβούς της γυνάικας σ’ άλλη γυναίκα και σ’ άλλη γυναίκα με βλέμμα στραμμένο στον πυρήνα των πρώτων ματιών που θαλάσσιο έχυσαν κλάμα όπως το λίκνο απ’ όπου φυτρώσαν οι ματιές των ανθρώπων. Και στάζει τώρα χωρίς να φοβάται. Κλαίει το χύμα με γλουτούς τεντωμένους. Γοργόνεια κερασένια ακρόχειλα. Η σχισμή παφλάζει. Από κει φαίνονται άστρα αιώνες νεκρά αλλ’ ακίνητοι πάγοι στο ουράνιο βλέμμα που χωρούνε τα μάτια. Τότε ο άντρας πλησιάζει κι ανοίγει ρουθούνια διάπλατες κόρες. Τότε εκείνη ολόρθη στο αίμα νιώθει τη σάρκα. Τότε αυτός σαν παιδί και μωρό και γιος υπνοβάτης των λύκων. Τότε εκείνη ανοίγει στην άμμο όλη γυναίκα ανοιχτή σ’ ολόκληρο άνοιγμα αφημένη. Πάνω τους πέφτει η γλώσσα του ήλιου και σπορά θερίζει ο χρόνος σε κεφάλια ξερά απ' τον ίσκιο των βράχων. Αυτό που έγινε ποτέ δεν θα γίνει. Αυτό που γίνεται είναι ήδη ο χρόνος. Αυτό που κυλάει πίσω απ’ το χρόνο γίνεται ήδη και ξανά δεν θα είναι όπως τότε που ήταν ο χρόνος. Διάτονος ήλιος ραίνει το δρόμο στην καρδιά της γυναίκας που ρουφάει το γέλιο σαν θυσίασμα χίλιων κι αίμα προβάτων στην αυγή του ενός ασπράδι αυγού της νέας ανάσας απ’ όπου ο κόσμος. Απ’ όπου ο κόσμος.'

Δημήτρης Τανούδης, Χώματα, εκδ. Νεφέλη

  'Κατάφερα να θυμηθώ περισσότερα πράγματα απ’ όσα πίστευα ότι θα μπορούσα ποτέ να θυμηθώ.  Το να γράφεις για τον εαυτό σου είναι σα να βουτάς ένα κλαδί μέσα σ’ ένα καθαρό ρυάκι και να ανακατεύεις τη λάσπη της κοίτης του.

Στίβεν Κινγκ, Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ, μτφρ. Σωτήρης Καραγιάννης & Γιάννης Αβραμίδης, εκδ. Επιλογή