234. - ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ


Εἰ κάλλει καυχᾷ, γίνωσχ’ ὅτι καί ῥόδον ἀνθεῖ·
ἀλλά μαρανθὲν ἄφνω σὺν κοπρίοις ἐρίφη.
ἄνθρος γὰρ καί κάλλος ἴσον χρόνον ἐστὶ λαχόντα·
ταῦτα δ’ ὁμῆ φθονέων ἐξεμάρανε χρόνος.

*

Ἐάν καυχιέσαι γιά τήν ομορφιά σου,
ἔχε ὑπόψη σου πώς καί τό ρόδο ἀνθίζει,
μά ὅταν ξάφνου μαραθεῖ,
μέ τίς κοπριές πετιέται στά σκουπίδια.
Ἄνθος γάρ καί κάλλος ἴσον χρόνον
κατά τύχη ἔχουν.
Αὐτά φθονώντας τα ἀπό κοινοῦ ὁ χρόνος
ἀμάραντα ποτέ δέν τά ἀφήνει.

* * *

235. - ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ


Εἰ μὲν γηράσκει τὸ καλόν, μετάδος, πρὶν ἀπέλθῃ·
εἰ δὲ μένει, τί φοβῇ τοῦθ ὅ μενεῖ διδόναι;

*

Ἔάν γερνάει ἡ ὀμορφιά, δώστηνα πρίν νά φύγει.
Κι ἄν πάλι εἶναι ἀθάνατη,
αὐτό πού δέν θά σοῦ χαθεῖ, τί φόβο ἔχεις νά δώσεις;



από την Παλατινή Ανθολογία: Στράτωνος Μούσα Παιδική, μτφρ. Γιώργος Ιωάννου, εκδ. Κέδρος

Έξω στο νερωμένο διάστημα
πυκνό βακτηριδιακό χιόνι
πάνω σε κωνικές σκέπες
παλαιοληθικών μοναστηριών
σκεπάζει τα κουρεμένα κεφάλια
ενός εκατομμυρίου αβάπτιστων λύκων

* * *

Η νύχτα που διαρκεί με βασανίζει
Σφίγγει την καρδιά μου μ’ ολόμαυρες κορδέλες
Κι αυτή που δεν θυμάται πού ανήκει
Μόλις που προλαβαίνει να λευτερωθεί
                                       αν θυμηθεί

 * * *

Μείνε ακατονόητος σκοτεινός και κακόγευστος
Αφήνοντας ξωπίσω δίσοσμους όγκους σιωπής
Δείξτο πως δεν μετάνοιωσες ακόμη


Γιάννης Αγγελάκας, Σάλια, Μισόλογα και Τρύπιοι Στίχοι, εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη

  'Απ’ όλες τις αντιστροφές, στις οποίες έχουμε δει να παραδίδεται η σωματική φαντασία, η αναστροφή του εσωτερικού σε εξωτερικό είναι σίγουρα η πιο αιφνίδια αλλαγή της κατάστασης, η περιπέτεια. Ποτέ άλλοτε δεν εκκολάφθηκε πιο ασύλληπτη χειρονομία μέσα στο εσωτερικό σκοτάδι της ανατομίας: δεν υπάρχει έμετος, δεν υπάρχει πιο βίαιη εξέγερση που να μπορεί να διατυπώνει το σώμα με το ίδιο του το γλωσσικό ιδίωμα, εναντίον της φυσικής τάξης μπροστά στην οποία είναι ανυπόταχτο.'

  'Η ζωή ενός σκουληκιού σ’ ένα κομμάτι ξύλο προβάλλει [...] το ίχνος του, ένα λαβύρινθο από εσωτερικούς διαδρόμους, διανοιγμένους μέσα στο όνειρο και γι’ αυτό οικείους. Για να πάρουμε το θετικό, χύνουμε τον μόλυβδο στην κοιλότητα, ακολούθως διαλύουμε το ξύλο: παραμένει το ακίνητο πλέγμα της κίνησης του, ο πολλαπλασιασμός του σκουληκιού. - Κι είναι έτσι που θα ήθελε κανείς να παραμείνει το παραξένο αντικείμενο, τραγικό και λεπτολόγο ίχνος, που θα άφηνε στο πέρασμά του ένα γυμνό καθώς πετιέται από το παράθυρο στο πεζοδρόμιο.'

   'Η διάρκεια μιας σπίθας, το άτομο και το μη-άτομο έγιναν εναλλάξιμα και ο τρόμος του θανάσιμου περιορισμού του εγώ στο χρόνο και στο χώρο φαίνεται να ακυρώνεται. Το κενό παύει να υπάρχει: όταν ό,τι δεν συνιστά τον άνθρωπο προσαρτάται στον άνθρωπο, τότε καταλήγει να είναι ο εαυτός του. Φαίνεται να υπάρχει, με τα πιο μοναδικά ατομικά του δεδομένα, και ανεξαρτήτως από τον εαυτό του, μέσα στο Σύμπαν. Σ’ αυτές τις στιγμές της λύσης ο φόβος χωρίς τρόμο μπορεί να μεταμορφωθεί σ’ εκείνο το συναίσθημα του υπάρχειν που πλέον ανάγεται σε ισχύ: να φαίνεται πως συμμετέχει - ακόμη και πέρα από τη γέννηση και το θάνατο - στο δένδρο, στο «εσύ» και στον προορισμό του κατ’ ανάγκην τυχαίου, και να παραμένει σχεδόν «εαυτός» από την άλλη μεριά.'


Χανς Μπέλμερ, Η Ανατομία της Εικόνας, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Άρκτος

  'Απόμεινε τίποτα; (Παύση) Υπάρχουν απομεινάρια, υπολείμματα; (Παύση) Όχι; (Παύση) Δεν κατάφερα να φροντίσω την ομορφιά μου, ξέρεις. (Αυτός χαμηλώνει το κεφάλι) Είσαι ακόμα αναγνωρίσιμος, κατά κάποιον τρόπο. (Παύση) Σκέφτεσαι μήπως να έρθεις να ζήσεις απ’ αυτή τη μεριά... έστω για λίγο; (Παύση) Κουφάθηκες, Γουίλλυ; (Παύση) Μουγκάθηκες; (Παύση) Ω, ξέρω ότι ποτέ σου δεν ήσουν ομιλητικός, Σε λατρεύω, Γουίννυ, γίνε δική μου, και μετά ούτε γλυκόλογα ούτε τίποτα, μόνο θραύσματα λέξεων από τα νέα και τις μικρές αγγελίες της εφημερίδας. (Τα μάτια μπροστά. Παύση) Α, καλά, τι σημασία έχει, αυτό έλεγα πάντα, έτσι κι αλλιώς θα είναι μια ευτυχισμένη μέρα, ακόμα μια ευτυχισμένη μέρα. (Παύση) Όχι για πολύ πια, Γουίννυ. (Παύση) ακούω φωνές. (Παύση) Εσύ ακούς ποτέ σου φωνές, Γουίλλυ; (Παύση) Όχι; (Τα μάτια πάλι στον Γουίλλυ) Γουίλλυ. (Παύση) Κοίτα με ξανά, Γουίλλυ. (Αυτός κοιτάζει προς τα πάνω. Ευτυχισμένη) Α! (Παύση. Σοκαρισμένη) Τι έχεις πάθει, Γουίλλυ; Ποτέ δεν σ’ έχω δει έτσι! (Παύση) Φόρεσε το καπέλο σου, καλέ μου, έχει ήλιο, μη στέκεσαι έτσι, εμένα δεν με πειράζει που θα φοράς το καπέλο σου. (Αυτός παρατάει το καπέλο και τα γάντια του κι αρχίζει να σέρνεται στον λοφίσκο, ανεβαίνοντας προς το μέρος της. Εύθυμη) Ω, μα τι να πω, αυτό που κάνεις είναι τρομερό! (Αυτός σταματάει, το ένα χέρι γατζωμένο στον λοφίσκο, το άλλο απλωμέμο προς το μέρος της) Έλα, καλέ μου, βάλε τα δυνατά σου κι εγώ θα σου δίνω κουράγιο. (Παύση) Για μένα έρχεσαι, Γουίλλυ... ή είναι κάτι άλλο; (Παύση) Θέλεις ν’ αγγίξεις το πρόσωπό μου.... πάλι; Θες φιλί, Γουίλλυ... ή είναι κάτι άλλο; (Παύση) Κάποτε μπορούσα να σου δώσω το χέρι μου και να σε βοηθήσω. (Παύση) Και κάποτε, πιο παλιά, σου έδινα το χέρι μου και σε βοηθούσα. (Παύση) Είχες πάντα ανάγκη από ένα χέρι, Γουίλλυ.'

Σάμουελ Μπέκετ, Ευτυχισμένες Μέρες, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος

  '[...] ενώ ο Λάβκραφτ καταφεύγει στο φανταστικό επειδή απεχθάνεται την πραγματική ζωή, ο Ουελμπέκ εμμένει στην πραγματική ζωή (ακόμα και όταν την αφηγείται αναδρομικά από το μέλλον) αλλά παράλληλα, με το χτίσιμο κάποιον συγκεκριμένων χαρακτήρων του, εξαντλεί κάθε τύπο μισανθρωπίας και μισαλλοδοξίας. Βέβαια, εκεί που στον Λάβκραφτ ακούγεται μια οιμωγή τρόμου του τύπου «τι φρίκη, αυτό μας άξιζε να πάθουμε!», στον Ουελμπέκ έχουμε ένα αποστεγνωμένο και στωικό μειδίαμα του τύπου «είναι όλα τόσο προβλέψιμα...» Εικάζουμε πάντως πως η παρακάτω φράση του Ουελμπέκ για τον Λάβκραφτ μπορεί να ισχύει και για τον ίδιον:
Σε όλη του τη ζωή θα κρατήσει απέναντι στην ανθρωπότητα μια τυπικά αριστοκρατική περιφρόνηση, η οποία θα συμβαδίζει με μια υπέρτατη αβρότητα απέναντι στο μεμονωμένο άτομο. [...]
«Οι συγγραφείς του φανταστικού είναι γενικά αντιδραστικοί, για τον απλούστατο λόγο ότι έχουν μια ιδιάζουσα, μι επαγγελμαγτική, θα λέγαμε, συνείδηση της ύπαρξης του Κακού», σημειώνει ο Ουελμπέκ. Όχι μόνο οι συγγραφείς του φανταστικού, θα προσθέταμε, αλλά και οι συγγραφείς του πραγματικού, όπως ο Ουελμπέκ, που χτίζει αρκετούς χαρακτήρες με συντηρητικές απόψεις, επηρεασμένος από ένα υβρίδιου άθεου γνωστικισμού (ο κόσμος, εξωτερικός και εσωτερικός, είναι δημιούργημα κάποια ακατονόναστης διαβολικής, αλλά εμμενούς, δύναμης) και μηδενισμού (ο κόσμος δεν έχει κανένα εγγενές νόημα, οπότε όλα επιτρέπονται).
Οι αισθηματικές ιστορίες δεν είχαν πια καμιά πέραση. Η αγνότητα, η παρθενία, η πίστη, η κοσμιότητα προκαλούσαν πλέον θυμηδία. η αξία ενός ανθρώπινου πλάσματος μετριέται σήμερα με την οικονομική του αποδοτικότητα και τη σεξουαλική του ικανότητα: αυτά τα δύο ακριβώς που μισούσε ολόψυχα ο Λάβκραφτ. [...]
Ο Ουελμπέκ θα αναλάβει να ανατάμει το μεταμοντέρνο «Κακό», ιδίως στη μορφή του έρωτα και των εμπορευματοποιημένων και καταναλώσιμων διαστροφών του. Κι αφού το ανθρώπινο γένος έχει φτάσει στο σημείο να εμπορευματοποιήσει ακόμα και τον Έρωτα, τότε ίσως αξίζει πράγματι να αφανιστεί.'


Γιώργος Λαμπράκος, από το δοκίμιο 'Το Τέλος του Έρωτα στο Έργο του Μισέλ Ουελμπέκ' από το Μεταμοντέρνος Έρως: Η Ερωτική Επιθυμία στη Σύγχρονη Τέχνη (μαζί με τους Μαρία Γιαγιάννου και Δημήτρη Νάκο), εκδ. Γαβριηλίδης

  'Πρωταρχικὴ μελέτη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νά ’ναι ποιητὴς εἶναι ἡ τέλεια γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐρευνᾶ τὴν ψυχή του, τὴν ψηλαφεῖ, τὴ δοκιμάζει, τὴ μαθαίνει. Ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν ξέρει, ὀφείλει νὰ τὴν καλλιεργήσει. Φαίνεται ἁπλό. Σὲ κάθε μυαλὸ συντελεῖται μιὰ φυσικὴ ἀνάπτυξη. Τόσοι καῖ τόσοι ἐγωιστὲς αὐτοαναγορεύονται δημιουργικοί. Κάποιοι ἄλλοι ἀποδίδουν στὸν ἑαυτό τους τὴ νοητική τους έξέλιξη! - Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ κάνεις τὴν ψυχή σου τέρας [...].
   Ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ εἶσαι Προφήτης, νὰ γίνεις Προφήτης.
   Ὁ Ποιητὴς γίνεται Προφήτης  μέσα ἀπὸ μιὰ μακρόχρονη, ἡρωικὴ καὶ λελογισμένη ἀπορύθμιση ὅλων τῶν αἰσθήσεων. Σὲ κάθε μορφὴ ἔρωτα, ὀδύνης, τρέλας - ψάχνει τὸν ἑαυτό του, ἐξαντλεῖ μέσα του ὅλα τὰ δηλητήρια, καὶ κρατάει ἀπ’ αὐτὰ μόνο τὶς πεμπτουσίες. Ἀνείπωτο μαρτύριο, ὅπου ἔχει ἀναγκη ἀπ’ ὅλη τὴν πίστη, ὅλη τὴν ὑπεράνθρωπη δύναμη, ὅπου γίνεται ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ὁ μεγάλος ἄρρωστος, ὁ μεγάλος ἐγκληματίας, ὁ μεγάλος καταραμένος, -καὶ ὁ ὑπέρτατος Γνώστης!-γιατὶ φτάνει στὸ ἄγνωστο! Ἀφοῦ καλλιέργησε τὴν ψυχή του, εἶναι πλουσιότερος ἀπ’ τὸν ὁποιονδήποτε! Φτάνει στὸ ἄγνωστο, κι ἐκεῖ πού, τρελαμένος, θὰ κατέληγε νὰ χάσει τὴ γνώση τῶν ὁραμάτων του, τὰ ἀντικρίζει! Ἀκόμα κι ἄν κομματιαστεῖ, μὲς στὴν ἐκτίναξή του, ἀπὸ τ’ ἀνήκουστα κι ἀκατονόμαστα: θά ’ρθουν κι ἄλλοι τρομεροὶ ἐργάτες, θ’ ἀρχίσουν ἀπ’ τοὺς ορίζονες ὅπου ἐκεῖνος θα ’χει βυθιστεῖ!'

από επιστολή του Αρθούρου Ρεμπό στον Πολ Ντεμενί [Paul Demeny], Ένα Ποίημα & Πέντε Επιστολές, μτφρ. Στρατής Πασχάλης, εκδ. Γαβριηλίδης

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙ ΤΗ ΦΥΣΗ


   Ὁ ἥλιος μὲ κάποιον τρόπο τιτλοφορεῖ τὴ φύση. Ἰδοὺ πῶς.
   Τὴν πλησιάζει νύκτωρ ἀπὸ τὰ νῶτα. Ὕστερα ἐμφανίζεται στὸν ὁρίζοντα τοῦ κειμένου, κι ἐνσωματώνεται μιὰ στιγμὴ στὴν πρώτη γραμμή, γιὰ ν’ ἀποκοπεῖ ἀμέσως. Καὶ ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι ματωμένη.
    Ἀνατέλλοντας σιγὰ σιγά, φτάνει στὸ ζενίθ, ὅπου ἡ σωστὴ θέση τοῦ τίτλου, κι ὅλα εἶναι ἀκριβοδίκαια, ὅλα ἀνάγονται στὸν ἥλιο μ’ ἀχτίνες ἰσομήκεις κι ἰσοδύναμες.
   Μόλις ὅμως δύει σιγὰ σιγὰ πρὸς τὴν κάτω δεξιὰ γωνία τῆς σελίδας, καὶ καθὼς διαβαίνει τὴν τελευταία γραμμὴ γιὰ νὰ βυθιστεῖ ξανὰ στὸ σκότος καὶ τὴ σιωπή, καὶ πάλι ἡ στιγμὴ εἶναι ματωμένη.
   Γρήγορα τότε ἡ σκιὰ κυριέυει τὸ κείμενο καὶ σὲ λίγο δὲν διαβάζεται πιά.

   Τότε ἀντηχεῖ ἡ κραυγὴ τῆς νύχτας.

* * *

ΣΤΗΝ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΑ ΥΛΗ


   Οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα -κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι-εἶμαστε ἴσως ὄνειρα ἐπακόλουθα τῆς θείας Ὕλης:
   Λεκτικὰ ἀπότοκα τῆς θαυμαστῆς φαντασίας της.
   Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ ποῦμε πὼς ἡ φύση ὁλόκληρη, μαζὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι μονάχα μιὰ γραφή· μιὰ γραφὴ μὴ σημαίνουσα, ἀφοῦ δὲν ἀναφέρεται σὲ κανένα σημασιολογικὸ σύστημα. Κι εἶναι ἕνα σύμπαν ἀπροσδιόριστο, κυριολεκτικᾶ ἄπειρο, χωρὶς διαστάσεις.
   Ἐνὼ ὁ κόσμος τῶν λέξεων εἶναι ἕνα πεπερασμένο σύμπαν.
   Ἐπειδὴ ὅμως ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ πολὺ εἰδικὰ καὶ ἰδιαιτέρως συναρπαστικὰ αὐτὰ στοιχεῖα, τοὺς σημαίνοντες καὶ δομημένους φθόγγους ποὺ ἐκφέρουμε, αὐτοὺς ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανομάζουμε τὰ φυσικὰ ἀντικείμενα καὶ συγχρόνως να ἐκφράζουμε τὰ αἰσθήματά μας,
   Φτάνει νὰ ὀνομάσουμε ὁτιδήποτε -κάπως- γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ συγχρόνως νὰ μεγαλύνουμε τὴν ὕλη, ὑπόδειγμα γραφῆς καὶ θεία πρόνοια τοῦ πνεύματος.



Φρανσίς Πονζ, Η Φωνή των Πραγμάτων, μτφρ. Χριστόφος Λιοντάκης, εκδ. Γαβριηλίδης